Συνεντεύξεις

Ανδρέας Ξανθός: «Παράταση λοκντάουν με μέτρα στήριξης της πραγματικής οικονομίας»

Τη συνέντευξη πήρε ο Παύλος Κλαυδιανός

Παρακολουθούμε, κάπως έκπληκτοι, τις αντιφάσεις στις τοποθετήσεις στελεχών της κυβέρνησης σχετικά με την πορεία της πανδημίας, το εμβόλιο, τη χαλάρωση, τις ΜΕΘ κ.ά. Τι μπορεί να σημαίνουν;

Σημαίνει ότι η κυβέρνηση έχει χάσει τελείως τον έλεγχο και είναι σε πανικό. Το βασικό μέλημά τους, ακόμα και αυτή την κρίσιμη ώρα, είναι η επικοινωνία και όχι η ουσία. Το πώς δηλαδή θα εφαρμοστεί ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης για να σωθούν ανθρώπινες ζωές, να μείνει όρθιο το ΕΣΥ και να αντέξουν οι γιατροί και οι νοσηλευτές την αφόρητη πίεση. Ο πρωθυπουργός αντί να συσκέπτεται χωρίς αποτέλεσμα και να προσπαθεί να αντικρούσει τα στοιχεία που παρουσιάζει ο ΣΥΡΙΖΑ για την κατάσταση στο Σύστημα Υγείας, ας επιβάλλει επιτέλους την αναγκαία επίταξη των ιδιωτικών θεραπευτηρίων και κέντρων αποκατάστασης, για να «αποσυμπιεστεί» το ΕΣΥ και να μην μείνει κανένας ασθενής χωρίς αξιόπιστη φροντίδα. Όχι μόνο για covid-19, αλλά και για όλα τα υπόλοιπα νοσήματα.

 

Στα ρεπορτάζ αναφέρεται ότι το πότε θα αρχίσει η χαλάρωση των μέτρων και η άρση του λοκ ντάουν είναι κεντρικό θέμα για την κυβέρνηση. Τα Χριστούγεννα, επηρεάζουν την οικονομία και την ψυχολογία, όλη η Ευρώπη το συζητά. Ο ΣΥΡΙΖΑ πώς προσεγγίζει αυτό το σοβαρό θέμα; Εν τω μεταξύ, ο ΠΟΥ προειδοποιεί για τρίτο κύμα.

Κανείς, νομίζω, δεν μπορεί να κάνει ασφαλείς προβλέψεις για την εξέλιξη της διασποράς του ιού στο γενικό πληθυσμό, άρα και για τα νέα κρούσματα. Το σίγουρο είναι ότι οι εισαγωγές στα νοσοκομεία, οι νοσηλείες και οι διασωληνωμένοι θα συνεχίσουν να αυξάνονται για τις επόμενες 2-3 βδομάδες, ακόμα και αν υπάρξει μια μικρή υποχώρηση της επιδημικής καμπύλης. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ότι η ολιγοήμερη τουλάχιστον παράταση του λοκ ντάουν είναι αναμενόμενη και επιβεβλημένη. Αυτή, όμως, πρέπει να συνοδευτεί με σοβαρή στήριξη της πραγματικής οικονομίας και της αγοράς, αλλιώς η φτωχοποίηση μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας και οι νέες ανισότητες θα πάρουν ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Και αυτό πλήττει όχι μόνο την κοινωνική συνοχή και αξιοπρέπεια, αλλά και τη Δημόσια Υγεία, επειδή δημιουργεί ευνοϊκό έδαφος για αμφισβήτηση των περιοριστικών μέτρων και μη συνειδητή εφαρμογή των συστάσεων των ειδικών. Το ενδεχόμενο τρίτου επιδημικού κύματος στην Ευρώπη στις αρχές του 2021, δείχνει ότι ο δρόμος είναι μακρύς, ότι δεν θα ξεμπερδέψουμε εύκολα με τον ιό και ότι απαιτείται ανάλογη προετοιμασία, τόσο στην υγεία, όσο και στην οικονομία.

 

Μπορούμε να κάνουμε μια αξιόπιστη εκτίμηση για την κατάσταση του ΕΣΥ αυτή τη στιγμή; Ο απλός πολίτης συμπεραίνει ότι το ελληνικό ΕΣΥ και το υγειονομικό προσωπικό, παρά τα κενά του και τη μη ενίσχυσή του έστω όταν άρχισε το πρόβλημα, έδειξε μεγάλη αντοχή. Είναι έτσι και αν ναι πού μπορεί να αποδοθεί;

Το ΕΣΥ σε ορισμένες περιοχές, ιδιαίτερα της Βόρειας Ελλάδας, έχει ήδη υπερβεί τα όριά του και παραμένει ακόμα όρθιο αποκλειστικά και μόνο χάρις στην υπεράνθρωπη και συγκινητική προσπάθεια του προσωπικού. Το οποίο όλοι αναγνωρίζουν ότι, παρά τις όποιες προσλήψεις συμβασιούχων έγιναν, είναι τραγικά ανεπαρκές για να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκες της περιόδου. Δεν πρέπει, επίσης να ξεχνάμε ότι χάθηκε το στοίχημα της αποφυγής ενός εσωτερικού λοκ ντάουν στο ΕΣΥ και της παράλληλης φροντίδας των περιστατικών συνήθους νοσηρότητας. Η σχεδόν πλήρης αναστολή της τακτικής λειτουργίας των νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας, από τη μια ταλαιπωρεί και θέτει σε κίνδυνο ασθενείς που δεν εξυπηρετούνται και δεν παρακολουθούνται συστηματικά, από την άλλη όμως έδωσε περιθώριο σε εσωτερικές μετακινήσεις προσωπικού που ενίσχυσαν προσωρινά τα τμήματα «πρώτης γραμμής», όπως τα ΤΕΠ (Επείγοντα Περιστατικά), οι κλινικές covid και οι ΜΕΘ. Έτσι «αντέχει» το ΕΣΥ, αλλά με ορατή την απειλή του συνδρόμου  burn out (επαγγελματικής εξουθένωσης) για το προσωπικό και των «παράπλευρων απωλειών» για τους μη covid ασθενείς.

 

Ο κορονοϊός δοκίμασε, όμως, την ηθική και την ποιότητα του ιδιωτικού τομέα της υγείας. Ποια τα συμπεράσματα όσον αφορά την πολιτική υγείας; Η ΝΔ θα επιμείνει, πλέον, στα σχέδιά της;

Η κυβέρνηση έχει «μεροληψία» υπέρ του κρατικοδίαιτου ιδιωτικού τομέα υγείας. Και «δυσανεξία» απέναντι στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας. Αντί να προχωρήσει άμεσα, με όρους ΕΣΥ, με κοινά στάνταρ στελέχωσης και χωρίς εξαιρέσεις στην επίταξη των ιδιωτικών κλινικών και των Κέντρων Αποθεραπείας-Αποκατάστασης, διπλασιάζει την ημερήσια αποζημίωση για τη νοσηλεία περιστατικών covid. Και το χειρότερο, θα καταβάλλει το διπλάσιο νοσήλιο, ανεξάρτητα από το αν θα νοσηλεύεται ασθενής ή όχι. Είναι πραγματικά προκλητική αυτή η συμφωνία της κυβέρνησης με τους κλινικάρχες, που δείχνει έλλειμα κοινωνικής ευθύνης των επιχειρηματιών υγείας και απίστευτη ενδοτικότητα της κυβέρνησης στις απαιτήσεις τους. Και αποδεικνύει ότι η κυβερνητική στρατηγική των ΣΔΙΤ (Συμπράξεων Δημόσιου-Ιδιωτικού Τομέα) θα είναι βλαπτική για το δημόσιο συμφέρον, θα οδηγήσει σε απαξίωση της δημόσιας περίθαλψης, σε ασυδοσία της αγοράς υπηρεσιών υγείας και, κυρίως, σε ανισότητα στη φροντίδα υγείας.

 

Τα τεστ είναι λίγα, με τα περισσότερα να γίνονται σε όσους έχουν συμπτώματα. Ποια επιλογή εδώ θα ήταν η σωστή, ποσοτικά και χρονικά;

Η κριτική μας για τα τεστ δεν είναι μόνο ποσοτική. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι υστερούμε ως χώρα στο μαζικό testing και εξακολουθούμε να βρισκόμαστε στις χαμηλότερες θέσεις της ΕΕ στον ημερήσιο αριθμό τεστ/100.000 κατοίκους. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι δεν διενεργούνται με βάση μια συγκεκριμένη επιδημιολογική στρατηγική πρόληψης σε κλειστές δομές και ευάλωτους πληθυσμούς, ότι δεν αξιοποιήθηκαν πλήρως τα δημόσια εργαστήρια και ερευνητικά κέντρα, ότι η συνεργασία με τα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα ήταν τελείως αδιαφανής και, πάνω απ’ όλα, ότι εξακολουθεί η κυβέρνηση να μην αποζημιώνει τα τεστ που αναγκαστικά γίνονται σε ιδιωτικά εργαστήρια και το κόστος τους επιβαρύνει στο 100% τους πολίτες. Σε περίοδο υγειονομικής και οικονομικής κρίσης, η κυβέρνηση μετακυλεί κόστος υγείας στην κοινωνία. Αυτό δεν αποτελεί μόνο κοινωνική αναλγησία, αλλά και υπονόμευση της Δημόσιας Υγείας από την αποφυγή αναγκαίων τεστ, μη έγκαιρη διάγνωση και ιχνηλάτηση κρουσμάτων για οικονομικούς λόγους.

 

Ασκείται κριτική στις τοποθετήσεις του ΣΥΡΙΖΑ – Π.Σ. με τα επιχειρήματα «όταν γίνεται πόλεμος δεν νοείται η κριτική, αλλά αυτή μένει για μετά» ή ότι καταστροφολογεί ή πως ποντάρει πολιτικά στην αποτυχία αντιμετώπισης της πανδημίας. Πώς τα σχολιάζεις;

Ο ΣΥΡΙΖΑ, σε αντίθεση με την ΝΔ όταν ήταν αξιωματική αντιπολίτευση, δεν συμπεριφέρθηκε με λαϊκιστικό και δημαγωγικό τρόπο, δεν επένδυσε στην αποτυχία και στην καταστροφή, στήριξε την υγειονομική στρατηγική της χώρας και τις εισηγήσεις των ειδικών και με κάθε ευκαιρία ο Αλέξης Τσίπρας λέει ότι τώρα είναι η ώρα της ευθύνης για να σωθούν ανθρώπινες ζωές. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει πολιτική αφωνία, αλλά σκληρή και τεκμηριωμένη κριτική στα λάθη, στις ανεπάρκειες και στις ιδιοτέλειες στη συνολική κυβερνητική διαχείριση, που εκ του αποτελέσματος αποδείχθηκε αναποτελεσματική και τις επιπτώσεις βιώνει με δραματικό τρόπο το σύστημα υγείας και η κοινωνία. Έχουμε δηλώσει ότι δεν θα κάνουμε, θανατοπολιτική και πολιτική τυμβωρυχία με τους νεκρούς της πανδημίας, όπως έκανε η ΝΔ επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ με την εποχική γρίπη, την ιλαρά ή τον ιό του Δυτικού Νείλου.

 

Μετά την πρόταση του Αλέξη Τσίπρα για κοινή, υπό ορισμένο περιεχόμενο, υγειονομική πολιτική έχουμε και τη συνέχιση των προσπαθειών του κόμματος με τη δική σου πρωτοβουλία προς τους Τομεάρχες των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Αυτές οι κινήσεις στέλνουν σήμα σύμπλευσης με τη ΝΔ; Πώς θα συνεχίσετε;

Δεν κατέθεσε κανένας πρόταση συγκυβέρνησης με τη ΝΔ. Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, με αίσθηση ευθύνης απέναντι στην κοινωνία και στην ανάγκη να σωθούν ζωές, πρότεινε την ελάχιστη δυνατή πολιτική συνεννόηση και ένα κοινά συμφωνημένο, σε σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών, εξάμηνο πρόγραμμα έκτακτης ανάγκης για τη διάσωση του ΕΣΥ και της Δημόσιας Υγείας, που θα υλοποιηθεί από ένα υπουργό Υγείας κοινής αποδοχής. Η κυβέρνηση το αρνήθηκε και αναλαμβάνει πλέον την ευθύνη για τις εξελίξεις. Η διερεύνηση συγκλίσεων για μείζονα θέματα, όπως η Υγεία, με άλλες δυνάμεις της προοδευτικής αντιπολίτευσης, θεωρώ ότι πρέπει να είναι στοιχείο της πολιτικής μας στρατηγικής.

 

Ο Αλέξης Τσίπρας στην Κοινοβουλευτική Ομάδα μίλησε για ανάγκη προτάσεων έως και στο και πέντε. Ποιες είναι αυτές;

Έχουμε καταθέσει στο δημόσιο διάλογο δέσμη προτάσεων για ένα εθνικό σχέδιο διαχείρισης της υγειονομικής κρίσης. Σε τίτλους περιλαμβάνει: 1. Διαφάνεια και δημόσια πρόσβαση στα επιδημιολογικά δεδομένα και στις εισηγήσεις των ειδικών 2. Στοχευμένη πρόληψη της διασποράς του ιού στην κοινότητα και στις «εστίες υπερμετάδοσης» 3. Συστράτευση όλων των διαθέσιμων υγειονομικών δυνάμεων – επίταξη των ιδιωτικών κλινικών και κέντρων αποκατάστασης – αξιοποίηση των στρατιωτικών νοσοκομείων 4. Στήριξη του ηθικού των ανθρώπων της «πρώτης γραμμής» με τη μέγιστη δυνατή ενίσχυση των νοσοκομείων–ΚΥ με προσωπικό τώρα, πλάνο 15.000 μόνιμων προσλήψεων στο ΕΣΥ και αναβάθμιση των αποδοχών του προσωπικού του 5. Αποζημίωση από τον ΕΟΠΥΥ των διαγνωστικών τεστ που γίνονται σε ιδιωτικά εργαστήρια 6. Ενεργός εμπλοκή όλων των δομών και ανθρώπων της ΠΦΥ στη μάχη και οργάνωση της κατ΄οίκον παρακολούθησης ασθενών που είναι σε «καραντίνα» ή έχουν άλλα σοβαρά νοσήματα 7. Αύξηση των δημόσιων δαπανών υγείας στον ευρωπαϊκό μέσο όρο ( 7% του ΑΕΠ) και αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης για την ανασυγκρότηση της Δημόσιας Υγείας στη χώρα.

 

Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, τελικά, δεν αξιοποιήθηκε. Η πανδημία έδειξε ότι η κατ’ οίκον φροντίδα είναι καθοριστική και αυτή έλειπε. Γιατί η κυβέρνηση έδειξε εδώ τέτοια εμμονή;

Η πανδημία ανέδειξε όχι μόνο το έλλειμα της χώρας σε κλίνες ΜΕΘ αλλά και το σημαντικό ρόλο της ΠΦΥ και της κατ’ οίκον παρακολούθησης στην ολοκληρωμένη προνοσοκομειακή διαχείριση των αναγκών των ασθενών. Η κυβέρνηση αρνείται να οργανώσει μια στρατηγική με έμφαση στην πρωτοβάθμια και κοινοτική φροντίδα μέσω των δημόσιων δομών, γιατί προωθεί ένα mega-ΣΔΙΤ στην ΠΦΥ με καθοριστικό το ρόλο της αγοράς. Θεωρεί την ΠΦΥ προνομιακό χώρο ιδιωτικών επενδύσεων και όχι διεύρυνσης του «δημόσιου χώρου».

 

Τα εθνικά συστήματα υγείας, όμως, πανευρωπαϊκά βρέθηκαν αποδυναμωμένα, όχι μόνο στην Ελλάδα. Τίθεται ζήτημα πανευρωπαϊκών μέτρων για την ενίσχυσή τους; Ή και αλλαγής προσανατολισμού τους;

Αναδείχθηκαν, σαφώς, νέες ανάγκες και νέες προκλήσεις για τα δημόσια συστήματα υγείας όλων των χωρών. Γι’ αυτό μιλάμε για νέο ΕΣΥ, με καθολικότητα, ισότητα και ποιότητα στη φροντίδα, που θα υποστηρίζεται με περισσότερους πόρους, θα υπερβαίνει τη νοσοκομειοκεντρική λογική και θα δίνει βάρος στην πρόληψη, στην προαγωγή της υγείας, στην ψυχοκοινωνική φροντίδα. Το αίτημα σήμερα είναι ισχυρά δημόσια συστήματα και αποτελεσματικό κοινωνικό κράτος. Γιατί η ουσιαστική προστασία της Δημόσιας Υγείας είναι τελικά υπόθεση μείωσης των ανισοτήτων, δηλαδή υπόθεση αντινεοφιλελεύθερης και αριστερής πολιτικής.

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ δίνει μεγάλο βάρος στην αλληλεγγύη. Από τη μια, υπάρχει ανάγκη για υλική και ηθική-ψυχολογική βοήθεια, όπου και υπάρχει εμπειρία από την περίοδο των μνημονίων και το προσφυγικό. Από την άλλη, υπάρχει ανάγκη για κοινωνικά ιατρεία ή φαρμακεία, ώστε να μπορούν να απευθυνθούν όσοι έχουν ανάγκη. Πώς οργανώνεται η αλληλεγγύη, ώστε να αποδίδει;

Η κοινωνική αλληλεγγύη σε περίοδο υγειονομικής κρίσης έχει ρόλο, αλλά επικουρικό. Και κυρίως για ανθρώπους που είναι αποκλεισμένοι από δημόσια φροντίδα υγείας. Ευτυχώς αυτοί, με το ν.4368/2016 για την κάλυψη των ανασφάλιστων, είναι πολύ λίγοι πια. Κυρίως πρόσφυγες και μετανάστες χωρίς ΑΜΚΑ, που έχουν επίσης δικαίωμα σε ισότιμη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

 

Ακόμη δεν έχουμε το εμβόλιο, όμως είναι παρόν στην πολιτική και τις συζητήσεις. Τι θα μας έλεγες εσύ ως γιατρός και ως πολιτικός; Υπάρχουν και στρατηγικές επικοινωνίας των εταιρειών, προφανώς που μας μπερδεύουν.

Υπάρχει όντως μια αισιόδοξη προοπτική για τα εμβόλια, που βασίζεται σε δεδομένα ερευνητικών ομάδων και φαρμακευτικών εταιρειών. Οι οποίες έχουν επιδοθεί σε ένα αγώνα ταχύτητας με τεράστιο οικονομικό και χρηματιστηριακό αντίκρισμα αλλά και με τεράστια αξία για τη Δημόσια Υγεία σε όλο τον κόσμο. Επί του παρόντος, δεν έχουμε εγκεκριμένο εμβόλιο από τους αρμόδιους οργανισμούς (FDA, EMA). Επομένως, είναι αρκετά πρόωρη και προφανώς υπηρετεί επικοινωνιακούς σκοπούς, η συζήτηση για γρήγορη εμβολιαστική κάλυψη του πληθυσμού και άρα για την εμπέδωση κλίματος ασφάλειας στην κοινωνία. Το σημαντικό είναι ότι η προοπτική να έχουμε πρόσβαση ως χώρα στα νέα εμβόλια και μάλιστα σε προσιτές τιμές, οφείλεται στην κρίσιμη ευρωπαϊκή πρωτοβουλία προαγοράς και ισότιμης κατανομής τους στα κράτη-μέλη. Τα εμβόλια δεν θα έρθουν στην Ελλάδα «κατόπιν ενεργειών» του κ. Μητσοτάκη, αλλά της ΕΕ και είναι αυτονόητο ότι θα είναι δωρεάν, όπως όλα τα εμβόλια που εντάσσονται στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών. Είναι επίσης σημαντικό ότι θα αξιοποιηθούν οι δημόσιες δομές Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Κέντρα Υγείας-ΤΟΜΥ-ΠΙ) ως εμβολιαστικά κέντρα, όπως είχαμε έγκαιρα εισηγηθεί στο υπουργείο Υγείας. Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να εφησυχάσουμε στην τήρηση των μέτρων προστασίας από τη διασπορά του SARS-CoV-2 και να αμφισβητηθεί η ανάγκη γενναίας επένδυσης στο ΕΣΥ και στη Δημόσια Υγεία.

Πηγή: Η Εποχή