Να μιλήσουμε ρεαλιστικά και κυνικά, όπως θα ήθελε ο Πρωθυπουργός να διαβαστεί η χθεσινή άθλια δήλωσή του για την απαγωγή του Προέδρου της Βενεζουέλας.
Ο ένας πυλώνας της εξωτερικής μας πολιτικής, ο πλέον σταθερός από τη Συνθήκη της Λωζάνης κι έπειτα, είναι το Διεθνές Δίκαιο και η τήρησή του, όπως αυτό αναδιατάσσεται ανά τα χρόνια. Ο άλλος πυλώνας είναι οι συμμαχίες με ισχυρότερους: Ευρωπαϊκή Ένωση και ΝΑΤΟ συνιστούν για πολλούς τις ασπίδες που μας διασώζουν από θερμά επεισόδια με την Τουρκία.
Ο δεύτερος πυλώνας έχει μεγάλο και διαρκές κόστος. Η Ελλάδα το πληρώνει τουλάχιστον από το 1952 και μετά. Η χώρα μας χρωστάει ένα μόνιμο, στρατιωτικό μνημόνιο τα τελευταία 75 χρόνια. Έχει πληρώσει πολλές εκατοντάδες δις ευρώ και θα συνεχίσει να το κάνει. Είναι το εισιτήριό μας, που κάθε χρόνο ανανεώνουμε έτσι ώστε να ανήκουμε στα “πολιτισμένα έθνη”.
Χρηματικά, ισούται με το κοινωνικό κράτος που ποτέ δεν είχαμε. Κανένα από τα δυτικά κράτη εκτός ΗΠΑ δεν πλήρωσε τέτοια ποσά σε εξοπλισμούς, όσα η Ελλάδα διαχρονικά. Οι σύμμαχοί μας, μας αναγκάζουν σε τεράστιες αγορές εξοπλισμών, σε ενοίκιο ασφάλειας, που με πραγματικούς όρους, είναι λεφτά πεταμένα σε ένα κουβά.
Γιατί; Οι συγκρίσεις εξοπλισμών με την Τουρκία το αποδεικνύουν με μια ματιά. Σχεδόν σε κάθε τομέα, όσο περνούν τα χρόνια, μας ξεπερνάει όλο και περισσότερο.
Η Τουρκία, αυτόν τον 21ο αιώνα που διανύουμε, έχει καταστεί μια παγκόσμια υπερδύναμη στρατιωτικά, οικονομικά και διπλωματικά. Εμείς, έπειτα από την κρίση που μας κέρασαν με τόση αγάπη οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί μας αλλά και οι “σταθερές και με αταλάντευτα ευρωπαϊκό προσανατολισμό” κυβερνήσεις μας, είμαστε μια μικρή περιφερειακή δύναμη που σε όλους τους τομείς σύγκρισης με συμμάχους και γείτονες φθίνουμε: από την ποιότητα της ζωής και τους μισθούς, μέχρι τους εξοπλισμούς και τα δημογραφικά δεδομένα.
Με αυτήν την έννοια, η τήρηση του διεθνούς δικαίου μας ενδιαφέρει ακόμα πιο πολύ πια, ακόμα πιο ζωτικά. Οι πρόνοιες του Διεθνούς Δικαίου μάλιστα ευνοούν τις μικρές κι αδύναμες χώρες όπως η Ελλάδα γιατί αποφασίστηκε, μετά τη σφαγη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τις νέες ισορροπίες που δημιούργησε, να μην ισχύει, έστω τόσο πολύ όσο πριν, το δίκαιο του ισχυρού, να έχουν δίκιο και οι Μήλιοι, δυόμιση χιλιάδες χρόνια μετά την εξαφάνισή τους από τους κυνικούς, τους ρεαλιστές Αθηναίους.
Αλλιώς, και πάλι: Η μη επιθετική, στρατιωτικά και διπλωματικά, στάση της χώρας από το 1974 και έπειτα αλλά, παράλληλα, και η επίκληση του διεθνούς δικαίου στην οποιαδήποτε αψιμαχία προέκυπτε, είναι μια συνθήκη που μας ωφέλησε σε ανεπανάληπτο βαθμό. Ποτέ άλλοτε στην ιστορία του το ελληνικό κράτος δεν είχε τέτοια μεγάλη περίοδο ειρήνης και δημοκρατίας. Η όποια, έστω κουτσή, έστω άνιση, έστω πελατειακή, ευημερία που απόλαυσαν ως τώρα οι άνθρωποι που έζησαν και ζουν στην Μεταπολίτευση είναι χωρίς προηγούμενο.
Με τη χθεσινή του δήλωση ο Πρωθυπουργός ακυρώνει τη συνθήκη που υποβαστάζει την ειρήνη και την δημοκρατία στην Ελλάδα. Η επίκληση του διεθνούς δικαίου στην περίπτωση της Βενεζουέλας είναι εκτός συζήτησης για τον κ. Μητσοτάκη και το ίδιο θα μπορούσε να ισχύσει και για τη χώρα μας, αν και εφόσον το Διεθνές Δίκαιο παραβιαστεί εναντίον μας.
Ο Πρωθυπουργός αλλάζει τον σταθερό προσανατολισμό της χώρας και τον εκτρέπει σε αχαρτογράφητους δρόμους την χρονική στιγμή που ο κίνδυνος του πολέμου βροντάει τις πόρτες σε κάθε γωνιά. Ρεαλιστικά, είναι μια κίνηση δουλοπρεπής που σε τίποτα δεν εξασφαλίζει την ειρήνη στη χώρα, αντιθέτως την υπονομεύει ενδογενώς.
Η ΕΠΟΧΗ