Macro

Βασίλης Ρόγγας: «Με νεύρα τεντωμένα από σκατοδουλειές»*

Ο αλησμόνητος Ντέιβηντ Γκρέμπερ το 2013 είχε κάνει πάταγο με το άρθρο του «Γιατί ο καπιταλισμός παράγει άχρηστες δουλειές». Ο αναρχικός ανθρωπολόγος εννοούσε εκείνες τις εργασίες που στον πληροφοριακό, μεταμοντέρνο και σούπερ μανατζεριακά οργανωμένο κόσμο των πολυεθνικών δεν έχουν κανένα νόημα και εκείνοι που τις κάνουν το γνωρίζουν καλά. Τόνιζε αφοριστικά: «Δεν είναι καθόλου σαφές το πόσο θα υπέφερε η ανθρωπότητα αν εξαφανίζονταν διαμιάς όλοι οι CEOs, οι λομπίστες, οι δημοσιοσχεσίτες, οι λογιστές, οι τηλεπλασιέ, οι δικαστικοί επιμελητές ή οι νομικοί σύμβουλοι». Κι όμως αυτοί οι εργαζόμενοι κατά κανόνα και πληρώνονται πολύ περισσότερο και εργάζονται πολύ λιγότερο. Οι πραγματικές «σκατοδουλειές» (shitjobs), απαραίτητες ωστόσο για την κοινωνική αναπαραγωγή σε υλιστικό και μεταϋλιστικό επίπεδο, πληρώνονται λίγο, κουράζουν πολύ και είναι συχνά επισφαλείς.
Υπερεργάτες
Ντελίβερι πλατφόρμας ή και όχι. Αναπληρωτές εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων. Η συντριπτική πλειονότητα όσων κάνουν σεζόν στα νησιά. Συμβασιούχοι ορισμένου με την απειλή της μη ανανέωσης, μπλοκάκια που υποκρύπτουν μισθωτή σχέση, μπλοκάκια γενικώς. Σεκιούριτι όλων των ειδών, καθαρίστριες όλων των ειδών, πωλητές σε κατάστημα ρούχων – επίπλων – παπουτσιών. Εργαζόμενη έξι ώρες σε σούπερ μάρκετ και σπαστό ωράριο, βιομηχανικός εργάτης στην εσχατιά της Αττικής για τιποτένια χρήματα. Ηθοποιός με τρεις μήνες απλήρωτες πρόβες και αμφίβολη την επιτυχία της παράστασης. Χωρίς ένσημα – στέγη – ωράριο μετανάστης αγρεργάτης στα φραουλοχώραφα. Υπερμορφωμένη δημοσιογράφος που «ανεβάζει ειδήσεις» στο σάιτ με ρυθμό πυροβόλου για 400 ευρώ, μερικώς απασχολούμενος που το αφεντικό του παίρνει το δώρο Χριστουγέννων, αφού το βάλει στο λογαριασμό του, αδήλωτος φοιτητής-σερβιτόρος στα καφέ της επαρχιακής Ελλάδας. Δημιουργικοί άνθρωποι που πουλάνε τα προϊόντα ή τις δεξιότητες τους σε πλατφόρμες και κυνηγάνε τον αλγόριθμο ενώ τους κυνηγάει η προμήθεια.
Αυτό το τεράστιο κομμάτι εργαζόμενων (60%) δηλώνει πως δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα αποκλειστικά με το μισθό του, όπως διαπιστώνει η έρευνα του Ινστιτούτου Πουλαντζά που μόλις δημοσιεύτηκε. Αυτό είναι «το σύνδρομο της τρίτης εβδομάδας» που αναφέρει συχνά ο Αλέξης Τσίπρας, όταν δηλαδή τα χρήματα του μήνα τελειώνουν στις 15 μέρες. Αυτοί είναι που υπερεργάζονται χωρίς να καταγράφεται πουθενά, που ο νόμος Χατζηδάκη τους ζόρισε και θα τους ζορίσει ακόμα περισσότερο. Αυτή είναι η πλειοψηφία της κοινωνίας, η εργατική τάξη της χώρας μας, μορφωμένη κι ανειδίκευτη και δεν περνάει καθόλου καλά. Διόλου τυχαία το ποσοστό των ερωτώμενων που απάντησαν ότι οι αποδοχές τους από την εργασία τους είναι αντάξιες της ποσότητας και του είδους της εργασίας που παρέχουν ανήλθε σε μόλις 25%.
Υπάρχουν απαντήσεις
Καμία κοινωνία δεν μπορεί να πάει μπροστά έτσι, η συλλογική της ψυχολογία θα είναι διαρκώς στα τάρταρα, η πολιτική αποστασιοποίηση θα αυξάνεται και η ψέκα και η ακροδεξιά θα καραδοκεί στη γωνία, περίπου όπως το όπιο των λαών. Με αυτήν την έννοια, η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 800 ευρώ και η σταδιακή καθιέρωση του 7ωρου που προτάσσει η αξιωματική αντιπολίτευση είναι εντελώς προς τη σωστή κατεύθυνση. Ακόμα όμως και αν έβγαινε ο ΣΥΡΙΖΑ με 50% στις επόμενες εκλογές και τα εφάρμοζε αυτά και άλλα από αυτά δε θα επαρκούσαν. Δυο ειδών μάχες πρέπει να δοθούν και να δίνονται διαρκώς: των ιδεών και των συνδικάτων.
Διάφοροι σοβαροφανείς αρθρογράφοι δήθεν αναρωτιούνται γιατί επιχειρήσεις δεν βρίσκουν προσωπικό. Υπάρχουν απαντήσεις. Δεν ζούμε στον κόσμο του Πάολο Κοέλο, όπου το σύμπαν συνωμοτεί για να τα καταφέρουμε στα εργασιακά μας, τα αφεντικά μάς πατάνε γιατί απλώς μπορούν, έχουν δικαίωμα. Γι’ αυτό εκατοντάδες χιλιάδες έφυγαν από τη χώρα. Η αριστεία στην εργασία ξέρουμε πως συχνότερα αφορά τους γιούς και τις κόρες εκείνων που είχαν κεφάλαιο και γνωριμίες για να τους σπουδάσουν και να τους κάνουν κονέ. Χρειάζεται να φωνάζουμε πως η «τάξη των ανθρώπων που επί της ουσίας φτιάχνουν, κινούν, επιδιορθώνουν και διατηρούν τα πράγματα σε τάξη» αξίζει όχι απλώς θετικής αξιοδότησης αλλά εμπράγματης, υψηλής ανταμοιβής. Η γενική μας διάνοια παράγει τις αξίες στον καπιταλισμό, την παραγωγή. Χωρίς εμάς, τους άνδρες και τις γυναίκες που εργάζονται, δε θα υπήρχε τίποτα. Αυτό λέει το σύνθημα «εργάτη μπορείς χωρίς αφεντικά». Δεν χρειάζεται να δουλεύουμε σα τα σκυλιά για να έχουμε υπόσταση ή να γεμίζουμε ψυχικά με αξιοσύνη, θέλουμε λιγότερες ώρες εργασίας και γιατί είναι εφικτό τεχνολογικά/ παραγωγικά αλλά κυρίως επειδή θέλουμε χρόνο για τις παρέες, το ταίρι, το διάβασμα, τη γιορτή. Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες δεν μας παίρνουν τις δουλειές, ίσα – ίσα, κάνουν δουλειές που δε θα κάναμε εύκολα εμείς. Η ευημερία τους μας συμφέρει, τα δικά τους μεροκάματα αν είναι υψηλά θα είναι υψηλά και τα δικά μας.
Κι από την άλλη μεριά, ας αφήσουμε τον σημερινό συνδικαλισμό να πεθάνει επιτέλους. Παραταξιοποίηση, φραξιονισμός και προνομιάρες στους αρχηγούς του, αρχηγούς χωρίς στρατό, με γραφειοκρατία και μηχανορραφία. Κι ενώ το 67% των ερωτώμενων στην έρευνα του Πουλαντζά λένε πως οι συνδικαλιστές δεν ενδιαφέρονται για τους συναδέλφους τους αλλά μόνο για προσωπικά ή κομματικά οφέλη, την ίδια στιγμή το 75% λέει πως όλοι οι εργαζόμενοι θα έπρεπε να είναι μέλη του σωματείου της επιχείρησης ή του κλάδου όπου εργάζονται. Η βούληση για συνδικαλισμό υπάρχει, είναι πλειοψηφική αλλά χρειάζεται να γίνει και πράξη κι αυτό περιλαμβάνει κόπο και χρόνο. Νέοι τρόποι αγώνων και στήριξής τους αναδεικνύονται παγκόσμια και τοπικά. Οι εργαζόμενοι μαζί με τους καταναλωτές/πολίτες μπορούν να κερδίζουν το παιχνίδι. Ενδυναμωμένες κοινότητες εργαζόμενων που συλλογικά διεκδικούν είναι προϋπόθεση για συμπεριληπτικές, καλύτερες κοινωνίες.
*στίχος του ΛΕΞ από το τραγούδι «Οι λοβοτομημένοι», το 2014.

Βασίλης Ρόγγας

Πηγή: Η Εποχή