Οι κινητοποιήσεις των αγροτών σε ολόκληρη τη χώρα έχουν φέρει στο προσκήνιο και πάλι, αλλά με εντονότερο χαρακτήρα, τα αδιέξοδα της ελληνικής γεωργίας. Τα αιτήματα των αγροτών εστιάζονται σε τρεις κυρίως αιτίες: α) το υψηλό κόστος παραγωγής όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία 5 χρόνια, εξαιτίας των διαδοχικών αυξήσεων στις τιμές της ενέργειας (πετρέλαιο και ηλεκτρικό ρεύμα), β) το αυξημένο εισαγόμενο κόστος για τις καλλιεργητικές ανάγκες, που περιλαμβάνει λιπάσματα, σπόρους και φυτοφάρμακα (των οποίων οι τιμές εμπεριέχουν επίσης το αυξημένο κόστος της ενέργειας στις χώρες παραγωγής), γ) το υψηλό κόστος ενοικίασης των καλλιεργούμενων εκτάσεων, οι οποίες αγγίζουν το 40% στις πιο σημαντικές πεδιάδες της χώρας (Θεσσαλία, Μακεδονία και Βοιωτία κ.α.). Επιπλέον, ένας φόβος πλανάται πάνω από την ύπαιθρο χώρα μετά την ψήφιση κύρωσης της συμφωνίας Ε.Ε.-Mercosur και τις σοβαρές εκτιμώμενες επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή και ιδιαίτερα την ελληνική γεωργία. Αλλά ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά τα προβλήματα αυτά.

Οσον αφορά τα μεταβλητά (άμεσα) κόστη, αυτά εξαρτώνται από την έκταση και τον όγκο παραγωγής και περιλαμβάνουν την προμήθεια σπόρων και φυτών, λιπασμάτων και βελτιωτικών εδάφους, φυτοπροστατευτικών (εντομοκτόνα, ζιζανιοκτόνα, μυκητοκτόνα κ.ά.), νερού άρδευσης, καυσίμων και λιπαντικών για τη λειτουργία τρακτέρ, μηχανημάτων και άλλων εγκαταστάσεων. Ειδικά για την κτηνοτροφία περιλαμβάνονται φάρμακα, εμβόλια και εξειδικευμένες τροφές.
Στο κόστος παραγωγής θα πρέπει να προσμετράται και η εργασία, είτε οικογενειακή είτε μισθωτή, για τους εργάτες και τις μισθωτές υπηρεσίες (π.χ. συγκομιδή, ψεκασμοί). Και βέβαια, θα πρέπει να συνυπολογίζονται το κόστος μηχανημάτων και εξοπλισμού, η μίσθωση μηχανημάτων (π.χ. οργώματα, ραντίσματα, θερισμός) ή τα έξοδα λειτουργίας ιδιόκτητων μηχανημάτων (απόσβεση, συντήρηση, επισκευές, ασφάλειες).
Τα πάγια κόστη (έμμεσα ή γενικά) υφίστανται ανεξάρτητα από τον όγκο παραγωγής και περιλαμβάνουν κτίρια, μηχανήματα, αντλίες, θερμοκήπια σε όλη τη ζωή τους, ενοίκια για μισθωμένη γη, τόκους δανείων και γενικά έξοδα όπως λογιστικές υπηρεσίες, ασφάλειες (αυτοκινήτων-κτιρίων) και φόρος ακίνητης περιουσίας, τέλη.
Ενώ μέχρι και το 2019 ο δείκτης κόστους παρέμενε σχετικά σταθερός με χαμηλές αυξήσεις, από το 2020 και μετά αυξήθηκε σημαντικά (ειδικά το 2021-2022). Συνολικά, ο δείκτης το 2024 είναι περίπου 38% πάνω από τα επίπεδα του 2019, δηλαδή οι εισροές στην αγροτική παραγωγή (εργασία, μισθοί, μέσα, ενοίκια γης, κεφάλαιο) κοστίζουν σημαντικά περισσότερο απ’ ό,τι πριν από την πανδημία και την ενεργειακή κρίση. Προφανώς τα κόστη διαφοροποιούνται ανάλογα με την καλλιέργεια ή εκτροφή.
Μια πρόσφατη συνοπτική ανάλυση του συνολικού κόστους και εκτίμηση του καθαρού εισοδήματος ή της ζημίας για την καλλιέργεια ρυζιού και βαμβακιού στον κάμπο της Θεσσαλονίκης, για το 2025, δίνεται στον συνημμένο πίνακα και αναδεικνύει ότι το κόστος του πετρελαίου κυμαίνεται σε 8-11%, των λιπασμάτων, σπόρων και φυτοφαρμάκων σε 35-53% και της χρήσης μηχανημάτων για ραντίσματα και αλώνισμα σε 18-32%. Το συνολικό κόστος τελικά αποβαίνει ζημιογόνο ειδικά για ενοικιαζόμενους αγρούς και επιπλέον τελικό καθαρό έσοδο δεν καλύπτει την εργασία του αγρότη.
Ειδικά για τις καλλιέργειες του βαμβακιού η γενική εικόνα είναι πλήρης οικονομική ζημία με βάση τις τρέχουσες τιμές των 0,34 λεπτών ανά κιλό προϊόντος. Οσο δε αφορά την καλλιέργεια ρυζιού ανά 100 στρέμματα ενοικιαζόμενου αγρού, το περιορισμένο έσοδο των 1.200 ευρώ δεν αποτελεί στοιχείο βιωσιμότητας.
Ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει και στο ισχύον σύστημα συμψηφισμού του ΦΠΑ. Κατά τις τριμηνιαίες δηλώσεις των αγροτών, όταν το αποτέλεσμα της διαφοράς είναι πιστωτικό για την Εφορία, εισπράττεται άμεσα (με πρόστιμο σε περίπτωση καθυστέρησης), ενώ όταν είναι πιστωτικό για αγρότη δεν επιστρέφεται αλλά μεταφέρεται, δημιουργώντας μια σοβαρή έλλειψη ρευστότητας στους καλλιεργητές.
Αν τα παραπάνω αρνητικά δεδομένα δεν αρθούν άμεσα, εκτιμάται ότι στην επόμενη καλλιεργητική περίοδο πολλές ενοικιαζόμενες εκτάσεις θα εγκαταλειφθούν, επιφέροντας ακόμα ένα σοβαρό πλήγμα στην οικονομία της χώρας αλλά και στις κοινωνίες της ελληνικής περιφέρειας.
Οσον αφορά τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε.) και της Mercosur (Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη, Ουρουγουάη), αυτή αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές συμφωνίες παγκοσμίως και προβλέπει: α) κατάργηση δασμών περίπου στο 90% των προϊόντων που διακινούνται μεταξύ των δύο πλευρών, β) σταδιακό άνοιγμα αγορών για αγροτικά και βιομηχανικά προϊόντα, γ) ρυθμίσεις για τις γεωγραφικές ενδείξεις, τα πνευματικά δικαιώματα, τις δημόσιες συμβάσεις και τη βιώσιμη ανάπτυξη, δ) ειδικές ποσοστώσεις (quotas) για ευαίσθητα αγροτικά προϊόντα, όπως το βοδινό κρέας, τα πουλερικά, η ζάχαρη και η αιθανόλη. Για την Ε.Ε., η συμφωνία στοχεύει στη διεύρυνση των εξαγωγών βιομηχανικών προϊόντων και υπηρεσιών, ενώ για τις χώρες της Mercosur δίνει έμφαση στην πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά αγροτικών προϊόντων.
Ο σημαντικότερος κίνδυνος αφορά την εισαγωγή φτηνών αγροτικών προϊόντων από τη Mercosur – κυρίως βοδινό κρέας, πουλερικά, ζάχαρη, ζωοτροφές, ρύζι, όσπρια κ.ά. Οι χώρες αυτές έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής, λιγότερο αυστηρούς περιβαλλοντικούς και εργασιακούς κανόνες και μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις (βιομηχανική γεωργία). Αυτό δημιουργεί ανισότιμο ανταγωνισμό για τους Ελληνες αγρότες. Ιδιαίτερα στην κτηνοτροφία, η αύξηση των εισαγωγών μπορεί να συμπιέσει τις τιμές στην εσωτερική αγορά της Ε.Ε. Η ελληνική γεωργία, που χαρακτηρίζεται από μικρό κλήρο, υψηλό κόστος παραγωγής και περιορισμένη διαπραγματευτική δύναμη στην Ε.Ε., είναι ιδιαίτερα ευάλωτη σε τέτοιες πιέσεις.
Αν και η συμφωνία περιλαμβάνει και όρους για τη βιώσιμη ανάπτυξη, πολλοί θεωρούν ότι οι μηχανισμοί ελέγχου είναι ανεπαρκείς. Αυτό εντείνει τον φόβο ότι οι Ευρωπαίοι –και κατ’ επέκταση οι Ελληνες– παραγωγοί θα τηρούν αυστηρούς κανόνες χωρίς αντίστοιχες υποχρεώσεις για τους ανταγωνιστές τους. Αντίθετα, οι κίνδυνοι είναι άμεσοι για ευαίσθητους κλάδους όπως η κτηνοτροφία και οι μικρές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις. Χωρίς στοχευμένες πολιτικές που θα έχουν εκ των προτέρων συμφωνηθεί, υπάρχει ο κίνδυνος η συμφωνία να εντείνει τις ανισότητες στον αγροτικό τομέα, αντί να λειτουργήσει ως ευκαιρία ανάπτυξης.
Το ερώτημα το οποίο θα πρέπει να μας απασχολεί δεν είναι το πόσο θα κρατήσουν οι αγροτικές κινητοποιήσεις, αλλά η επιβίωση της ελληνικής γεωργίας. Με τη συρρίκνωση της αγροτικής παραγωγής, εγκαταλείπονται τα χωριά και η ύπαιθρος χώρα, πλήττονται σοβαρά η βιομηχανία τροφίμων και ο τουρισμός, ενώ δημιουργείται μια διαρκής διατροφική επισφάλεια στη χώρα.
Απορίας άξιον είναι τι δεν καταλαβαίνει η κυβέρνηση και ειδικά το αρμόδιο υπουργείο. Απλήρωτοι για τις ενισχύσεις και αποζημιώσεις τους από πέρυσι οι αγρότες, ανενημέρωτοι για την αγροτική πολιτική της κυβέρνησης, αντιμέτωποι με μεγάλες αυξήσεις στο κόστος παραγωγής μαζί με αθέμιτες εμπορικές πρακτικές στην αγορά (ελληνοποίηση εισαγόμενων προϊόντων). Kαταχρεωμένοι οι περισσότεροι και κυρίως οι νέοι αγρότες για να λειτουργήσουν την εκμετάλλευσή τους και να ζήσουν την οικογένειά τους, χωρίς ενεργή υποστήριξη και φορτωμένοι αβεβαιότητα και ανασφάλεια για το αύριο. Πώς να μη διαμαρτυρηθούν, με τον τρόπο με τον οποίο αυτοί εκτιμούν ότι η κυβέρνηση επιτέλους θα κατανοήσει τα προβλήματα για τα οποία έχει και μεγάλη ευθύνη; Δυστυχώς για την κυβέρνηση, η κοινωνία και ιδιαίτερα οι άλλοι παραγωγικοί κλάδοι της χώρας έχουν κατανοήσει τι συμβαίνει και συμπαρίστανται.