Macro

Το τέλος της «Άνοιξης της Πράγας»

Το βράδυ της 20ης Αυγούστου 1968, τα στρατεύματα των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας θα εισβάλουν στην Πράγα, καταπνίγοντας κάθε προσπάθεια φιλελευθεροποίησης και εκδημοκρατισμού της Τσεχοσλοβακίας. Η «Άνοιξη της Πράγας», υπό την απειλή των ρωσικών όπλων, θα δώσει τη θέση της στο μελαγχολικό ρωσικό χειμώνα.

Στις 5 Ιανουαρίου 1968, ο Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ αναλαμβάνει τη θέση του Α’ Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Τσεχοσλοβακίας. Η αλλαγή φρουράς στην ηγεσία του κόμματος θα σημάνει την έναρξη της «Άνοιξης της Πράγας». Ήδη από το φθινόπωρο του προηγούμενου έτους, οι εντάσεις στο εσωτερικό του ΚΚ ήταν εμφανείς. Βασικοί πόλοι της εσωκομματικής διαμάχης ήταν ο ηγέτης του κόμματος από το 1953 και πρόεδρος της χώρας από το 1957, Αντόνιν Νοβότνι, και ο γραμματέας του σλοβακικού τμήματος του ΚΚ, Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ. Κεντρικό ζήτημα, οι δημόσιες εκκλήσεις των διανοούμενων για φιλελευθεροποίηση και η συζήτηση για τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις εν όψει του προσεχούς κομματικού συνεδρίου.

Η βίαιη διάλυση μαζικής διαδήλωσης φοιτητών στο κέντρο της πόλης από αστυνομικές δυνάμεις, στις 30 Οκτωβρίου, εντείνει ακόμα περισσότερο την αντιπαράθεση. Η εκλογή του Ντούμπτσεκ στην ηγεσία του κόμματος δεν καταργεί την εξουσία του Νοβότνι, ο οποίος διατηρεί την προεδρία της χώρας, τον έλεγχο του στρατού και ανθρώπους της εμπιστοσύνης του σε κρίσιμες θέσεις της κυβέρνησης.

Στις 5 Μαρτίου, ο Ντούμπτσεκ ανακοινώνει τη χαλάρωση της λογοκρισίας στα μέσα ενημέρωσης, απομακρύνει το σκληροπυρηνικό Γίρι Χέντριχ από το κρίσιμο πόστο του υπεύθυνου ιδεολογίας του κόμματος και τον αντικαθιστά με το φιλελεύθερο Γιόσεφ Σπάσεκ. Προχωρά σε αλλαγές στη μυστική αστυνομία και αποπέμπει ανθρώπους του Νοβότνι.

Στις 22 του μηνός, έχοντας χάσει τον έλεγχο του στρατού, της αστυνομίας και των μυστικών υπηρεσιών, ο Νοβότνι υποβάλλει την παραίτησή του από το προεδρικό αξίωμα. Για να καθησυχάσει τους Σοβιετικούς, την ίδια μέρα, ο Ντούμπτσεκ δίνει στη δημοσιότητα απόφαση του Πολιτικού Γραφείου, σύμφωνα με την οποία «η διαδικασία της ανανέωσης της κοινωνίας δεν καθορίζεται από ορισμένες ακραίες τάσεις και αποκλίσεις, ούτε από τοπικές πρωτοβουλίες που επιχειρούν να δώσουν βήμα σε αντισοσιαλιστικές απόψεις. Το κόμμα δεν θα πέσει στην παγίδα να νομιμοποιήσει αυτές τις τάσεις που κρύβονται πίσω από το μανδύα της δημοκρατίας». Θεωρώντας ότι έχει εξασφαλίσει τα νώτα του, ο Ντούμπτσεκ συνεχίζει το δρόμο που είχε χαράξει στις αρχές του έτους.

Στις 9 Απριλίου, δημοσιεύεται «Ο Τσεχοσλοβακικός δρόμος προς το σοσιαλισμό», το 24.000 λέξεων μανιφέστο του ΚΚ της χώρας. Το σχέδιο προγράμματος περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, δραστικό περιορισμό των δυνάμεων καταστολής και της δράσης των μυστικών υπηρεσιών, κατάργηση της προληπτικής λογοκρισίας, συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας συγκέντρωσης, κίνησης και συνεταιρισμού, αποκέντρωση της οικονομίας και θέσπιση νέας εκλογικής νομοθεσίας για την ενίσχυση του πολιτικού πλουραλισμού.

Στις 27 Ιουνίου, οι μεταρρυθμιστές δημοσιεύουν το «Μανιφέστο των 2.000 λέξεων», ζητώντας απόθεμα του εκδημοκρατισμού, επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων και καλούν το λαό να πάρει στα χέρια του την αλλαγή. Η διακήρυξη υπογράφεται από 70 προσωπικότητες της χώρας, μεταξύ των οποίων ο συγγραφέας Λούντβικ Βατσούλικ και ο θρυλικός δρομέας και χρυσός Ολυμπιονίκης Εμίλ Ζάτοπεκ.

Αντίδραση των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας

Από τα τέλη Μαρτίου, με πρωτοβουλία του Κρεμλίνου, ξεκινά μια σειρά διμερών και πολυμερών επαφών μεταξύ των χωρών του ανατολικού μπλοκ, με σκοπό να περιορίσουν τη διάδοση του τσεχοσλοβακικού «ιού», αλλά και να πείσουν τη Πράγα να συνετιστεί. Παρά τις καθησυχαστικές διπλωματικές επαφές, τα «αδελφά κόμματα» ασκούν πλέον ανοιχτή κριτική στην πορεία του Κ.Κ. Τσεχοσλοβακίας.

Ο Κουρτ Χάγκερ, ηγέτης του κυβερνώντος Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας δηλώνει ότι η εξωτερική πολιτική της Τσεχοσλοβακίας «χύνει νερό στο μύλο των ρεβανσιστών της Βόννης». Οι εφημερίδες κάνουν λόγο για «ουδετερόφιλες, αντισοβιετικές τάσεις που αναπτύσσονται στην Τσεχοσλοβακία». Στις 9 Μαΐου, η μεταφορά σοβιετικών στρατευμάτων από την Πολωνία και τη Λ. Δ. της Γερμανίας προς τα τσεχοσλοβακικά σύνορα, με το πρόσχημα έκτακτων ασκήσεων στο πλαίσιο του συμφώνου της Βαρσοβίας, ενισχύει το φόβο εισβολής των ρωσικών τανκς στην Πράγα.

Στα μέσα Ιουλίου πραγματοποιείται στη Βαρσοβία σύσκεψη κορυφής των μελών, χωρίς τη συμμετοχή της Τσεχοσλοβακίας. Στο τελικό ανακοινωθέν εκφράζεται «η βαθιά ανησυχία για τις εξελίξεις στη Σοσιαλιστική δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας». Η Μόσχα απαιτεί τη λήψη άμεσων μέτρων «για την εξουδετέρωση της δεξιάς πτέρυγας στην Τσεχοσλοβακία», την επαναφορά του ελέγχου, από το Κ.Κ., των Μ.Μ.Ε., τη διαγραφή των μελών που παρεκκλίνουν από τη γραμμή του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και του προλεταριακού διεθνισμού». Ραδιοτηλεοπτικό μήνυμα του Ντούμπτσεκ, με το οποίο απευθυνόμενος προς το λαό του, ξεκαθαρίζει ότι «δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής στην προ Ιανουαρίου κατάσταση», εξοργίζει τους Σοβιετικούς.

Το βράδυ της 20ης Αυγούστου, η Κεντρική Επιτροπή του Κ.Κ. Σοβιετικής Ένωσης συνέρχεται σε έκτακτη συνεδρίαση, λαμβάνοντας την απόφαση εισβολής στην Πράγα. Στις 22:00, τα τανκς 5 χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας, σε συνδυασμό με εκατοντάδες στρατιώτες εισβάλουν στην Τσεχοσλοβακία. Σύμφωνα με ανακοίνωση του σοβιετικού πρακτορείου ΤΑΣΣ, «βρίσκεται σε εξέλιξη αδελφική βοήθεια στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας προς το λαό της Τσεχοσλοβακίας για να σταματήσει η πορεία της αντεπανάστασης που απειλούσε τις ιστορικές κατακτήσεις της».

Οι δρόμοι της πόλης φλέγονται. Χιλιάδες πολίτες διαδηλώνουν, πετώντας πέτρες κατά των εισβολέων. Αρχίζουν οι πυροβολισμοί κατά του πλήθους και αρκετοί άνθρωποι σκοτώνονται. Μετά το ξημέρωμα, οι συγκεντρώσεις, οι πορείες και οι διαμαρτυρίες μεταφέρονται στην ιστορική πλέον πλατεία Βενσεσλάς. Η Εθνοσυνέλευση καταδικάζει ομόφωνα την εισβολή και απαιτεί την απελευθέρωση των ηγετών που έχουν συλληφθεί.

Την επόμενη ημέρα, 1.094 εκλεγμένοι αντιπρόσωποι για το συνέδριο του κόμματος που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί το Σεπτέμβριο καλούν σε γενική απεργία, η οποία έχει ήδη πραγματοποιηθεί με επιτυχία το μεσημέρι της ίδιας μέρας. Στις 27 Αυγούστου, συναντώνται στη Μόσχα οι δύο αντιπροσωπείες. Οι Ντούμπτσεκ και Μπρέζνιεφ καταλήγουν σε «συμβιβασμό», που προβλέπει τη σταδιακή απομάκρυνση των δυνάμεων κατοχής, σε συνδυασμό με την «ομαλοποίηση» της κατάστασης, με την υπόσχεση της μη ανάμειξης στην εσωτερική πολιτική ζωή της Τσεχοσλοβακίας.

Η τάξη αποκαταστάθηκε. Ο Ντούμπτσεκ παραμένει γραμματέας του κόμματος, αλλά η λογοκρισία στον Τύπο επιστρέφει, ο Γκουστάβ Χούζακ, ο οποίος είχε πάρει το μέρος των εισβολέων, δεν αναγνωρίσει το 14ο Συνέδριο και εκλέγεται γραμματέας του Κ.Κ. Σλοβακίας, φιλελεύθερα στελέχη αντικαθίστανται από σκληροπυρηνικά.

Την 1η Σεπτεμβρίου, ο Ντούμπτσεκ θα δηλώσει ότι «το κόμμα δεν έπαιρνε πάντα σε ικανοποιητικό βαθμό υπόψη τα στρατηγικά και γενικά συμφέροντα της ΕΣΣΔ και των άλλων μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας σε ό, τι αφορά το ρυθμό και τη μορφή της πολιτικής μας εξέλιξης», σηματοδοτώντας το τέλος της «Άνοιξης της Πράγας».

Πηγή: TVXS