Macro

Το Γερμανικό «ισοζύγιο μνήμης» και το απλήρωτο άγος των ναζιστικών εγκλημάτων

Ήδη στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο τόσο η Δυτική όσο και η Ανατολική Γερμανία, σε διαφορετικό πλαίσιο η καθεμία, επιχείρησαν να εφαρμόσουν πολιτικές «διαχείρισης της μνήμης»  ή –ακριβέστερα– «κλεισίματος των λογαριασμών» για τις θηριωδίες του εθνικοσοσιαλισμού (Vergangenheitsbewältigung).

Η προσπάθεια αυτή ξεκίνησε αρκετά νωρίς, ήδη στις 10 Νοεμβρίου 1947, όταν οι συμμαχικές κυβερνήσεις ενέκριναν το σχέδιο που είχαν εκπονήσει Γερμανοί νομικοί σχετικά με την άμεση αποκατάσταση περιουσιακών στοιχείων που σώζονταν αυτούσια και είχαν προηγουμένως κατασχεθεί (Νόμος 59). Από τότε αρκετές πρωτοβουλίες έχουν αναληφθεί, όπως η Συμφωνία του Λουξεμβούργου με το Ισραήλ το 1952 και Συμφωνία της Βόννης με την Ελλάδα το 1960. Προϊόντος του χρόνου, ιδίως μετά την επανένωση, χαρακτηριστική είναι η μετατόπιση της γερμανικής πολιτικής από τη νομική στην πολιτική και τελικά στην ηθική ευθύνη, με σκοπό το οριστικό «κλείσιμο των λογαριασμών» με το ναζιστικό παρελθόν, χωρίς περαιτέρω νομικές περιπλοκές.

Αιχμή του δόρατος της γερμανικής πολιτικής προς την κατεύθυνση αυτή αναδεικνύονται τα ποικιλώνυμα ιδρύματα που κατά καιρούς ιδρύει η ΟΔΓ με διμερείς συμφωνίες, στα οποία, όχι σπάνια, εμπλέκονται κοινωνικοί και οικονομικοί παράγοντες της Γερμανίας σε μια προσπάθεια ξεπλύματος και του δικού τους βρώμικου εθνικοσοσιαλιστικού παρελθόντος. Ενδεικτική είναι π.χ. η αμερικανο-γερμανική συμφωνία του 2000 για τη δημιουργία του Ιδρύματος για τη Μνήμη, την Ευθύνη και το Μέλλον (EVZ), που χρηματοδοτούν γερμανικές εταιρίες, με σκοπό, όπως αναφέρει η συμφωνία, τη θεμελίωση «μιας συνολικής και διαρκούς νομικής ειρήνης» για τις εν λόγω οικονομικές οντότητες, που ενέχονται σε εγκλήματα καταναγκαστικής εργασίας. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η δράση αυτής της πανσπερμίας των γερμανικών ιδρυμάτων φαίνεται να αλλάζει ως ένα βαθμό και το, κατ’ ευφημισμό, «ισοζύγιο μνήμης» για τις γερμανικές θηριωδίες.

Ταυτόχρονα, προσπάθειες συγκάλυψης ή διαστρέβλωσης της μνήμης των εθνικοσοσιαλιστικών θηριωδιών προωθούνται μέσω φαινομενικά άσχετων συνεργειών, οι οποίες κατά κανόνα εστιάζουν στους λεγόμενους τομείς της «ήπιας πολιτικής», όπως οι πολιτιστικές ανταλλαγές ή η πολιτική για τη νεότητα. Η πρακτική αυτή, την οποίαν η Γερμανία δοκιμάζει και σε άλλες χώρες-πρώην θέατρα εγκλημάτων θηριωδίας, όπως η Ναμίμπια, απασχόλησε πρόσφατα και την ελληνική Βουλή, κατά την κύρωση της ελληνο-γερμανικής συμφωνίας για το Ίδρυμα Νεολαίας [ΙΝ] (Άρθρα 148 Ν. 4763/2020, ΦΕΚ Α’ 254/21.12.2020).

Το κείμενο της συμφωνίας,  αν και κάνει αόριστα μνεία στην «ιδιαίτερη ιστορική ευθύνη της ΟΔΓ που απορρέει από τα σκοτεινά κεφάλαια της ιστορίας των διμερών σχέσεων και ιδιαίτερα από τη γερμανική κατοχή», αποφεύγει να αναφερθεί στην εκπλήρωση των αθετημένων υποχρεώσεών της, ως «καθολικού διαδόχου του Γ’ Ράιχ», απέναντι στην καθημαγμένη χώρα μας. Εξάλλου, η στροφή στη γερμανική πολιτική μνήμης και ανάληψης ευθύνης, ιδίως από τη δεκαετία του 1990 και εντεύθεν, έχει επιβεβαιώσει την τάση επαναχάραξης των ορίων της ιστορικής μνήμης μέσα από, εκ πρώτης όψεως, «αθώες» δραστηριότητες ή πρωτοβουλίες.

Το ΙΝ, μάλιστα, μέσα από τον ιστότοπό του προσφέρει μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία αναστοχασμού πάνω στην εφαρμογή αυτού του δόγματος. Μέσα από ταξίδια ανταλλαγών, προβολές ταινιών, αλλά και εκπαιδευτικά προγράμματα είναι προφανής μια νέα ανάγνωση της κατοχικής περιόδου: τα ναζιστικά εγκλήματα αποσυνδέονται από τον πραγματικό τους αυτουργό (το Γερμανικό Ράιχ) και γίνονται πράξεις μιας κάποιας ιδεολογίας, ωσάν να μην αποτελούσε ο ναζισμός επίσημη κρατική ιδεολογία της Γερμανίας ήδη από τον Μεσοπόλεμο. Οι δε στρατοί Κατοχής, για τους οποίους σημειωτέον η γερμανική Δικαιοσύνη έχει αποφανθεί ότι νόμιμα προέβαιναν σε μαζικά αντίποινα κατά του άμαχου πληθυσμού, ως εκπρόσωποι της γερμανικής κυριαρχίας, μετατρέπονται σε «φασίστες κατακτητές από τη Γερμανία και την Ιταλία». Αυτά και άλλα παραδείγματα φωτίζουν επαρκώς τη δράση του ΙΝ, του οποίου η παρουσία νομιμοποιείται πλέον με τον Ν. 4763/2020.

Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να διατηρήσουμε στον νου μας το γεγονός ότι η επίμαχη συμφωνία υπογράφηκε την τελευταία εβδομάδα (Πέμπτη, 7.7.2019) πριν τις εθνικές εκλογές από έναν υπηρεσιακό παράγοντα, τον Γενικό Γραμματέα Δια Βίου Μάθησης και Νέας Γενιάς, δηλαδή σε μία περίοδο όπου, κατά τη συνταγματική τάξη, η υπηρεσιακή κυβέρνηση και γενικά η κρατική μηχανή λειτουργούν με όρους θεματοφύλακα των δημοσίων πραγμάτων, εν αναμονή της εκλογής νέας βουλής και κυβέρνησης.

Αλλά και πέρα από την αμφιλεγόμενη συνταγματικότητα της παραπάνω υπογραφής, οι πρόσφατες εξελίξεις στο πεδίο της διεκδίκησης των γερμανικών οφειλών δημιουργούν ιδιαίτερη ανησυχία. Μετά την απόρριψη της Ρηματικής Διακοίνωσης της 4.6.2019, η κυβέρνηση της ΝΔ, με μια σειρά κινήσεων οδήγησε στο ξήλωμα και των ελάχιστων βημάτων προόδου που είχαν επιτευχθεί με μεγάλο, είναι η αλήθεια, κόπο την προηγούμενη περίοδο. Στις 30.11.2019 επανέφερε το δικαστικό ένσημο στις αναγνωριστικές αγωγές, με αποτέλεσμα οι αγωγές των θυμάτων της ναζιστικής και φασιστικής θηριωδίας να μην μπορούν να εκδικαστούν χωρίς την καταβολή ενός απαγορευτικού ύψους ποσού.

Περαιτέρω, από την πολιτική διαπάλη έχει εξαφανιστεί παντελώς κάθε σοβαρή αναφορά στο ζήτημα των γερμανικών οφειλών, ενώ οι σχετικά πρόσφατες αναφορές στη δυνατότητα προσφυγής σε αρμόδιο δικαιοδοτικό forum του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας, Προκόπιου Παυλόπουλου, αν και από άποψη Διεθνούς Δικαίου κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, λειτουργούν αποσπασματικά. Αυτό δε διότι αγνοούν την ύπαρξη ενός ολοκληρωμένου οδικού χάρτη διεκδίκησης, ο οποίος περιλαμβάνεται στην Έκθεση (Πόρισμα) της Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα (27.7.2016), το οποίο υιοθέτησε η Βουλή των Ελλήνων (17.4.2019), εκδίδοντας μάλιστα σχετική απόφαση που καλούσε την κυβέρνηση να ξεκινήσει επίσημα τη διαδικασία διεκδίκησης.

Εξάλλου, πώς είναι «δικαστικά επιδιώξιμες οι αξιώσεις μας απέναντι στη Γερμανία», όπως σχεδόν στερεότυπα επαναλαμβάνει ο τέως ΠτΔ, όταν τα θύματα της Κατοχής, κατά παράβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στερούνται του φυσικού τους δικαστή που φαίνεται να αποτελεί το έσχατο καταφύγιο πριν την αρνησιδικία; Όταν δεν μπορούν να εκτελεστούν, λόγω του Μεταξικής προέλευσης άρθρου 923 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, ώστε να αποζημιωθούν για τα ανήκουστα δεινά που υπέστησαν, ενώ η αρμόδια πολιτεία ιθαγένειάς τους, δηλαδή η Ελλάδα, δεν εγείρει για λογαριασμό τους τις αξιώσεις τους στο διεθνές πεδίο;

Τέλος, θα ήταν παράλειψή μας να μην αναφερθούμε στην ανάγκη επίδειξης μιας εθνικά συνεπούς στάσης έναντι του ζητήματος των γερμανικών οφειλών. Για παράδειγμα, στη σχετικά συγκρίσιμη περίπτωση των αποικιακών εγκλημάτων στη Ναμίμπια (1904-1907) και παρά την πρόθεση της Γερμανίας να καταβάλει 10 εκατομμύρια ευρώ για την «ίαση των πληγών», η κυβέρνηση της χώρας απέρριψε τη συγκεκριμένη προσφορά, εμμένοντας στην ανάγκη ανάληψης νομικής ευθύνης και χαρακτηρισμού κάθε χρηματικής καταβολής με το αληθινό της όνομα: επανόρθωση για την πρώτη αποικιακή γενοκτονία του περασμένου αιώνα. Στην ελληνική περίπτωση, η αλλοίωση της ιστορίας μέσα από την ανάπτυξη φαινομενικά άσχετων δράσεων με σκοπό τη λήθη ή τη σχετικοποίηση των εγκλημάτων, όχι μόνο δεν είναι ανεκτή,  αλλά και δεν πρέπει να μείνει αναπάντητη.

Η Γερμανία μπορεί και πρέπει, όπως επιβεβαιώνει και η γνωμοδότηση 66/2019 της Επιστημονικής Υπηρεσίας του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου, να ανταποκριθεί στη νομική υποχρέωση διαπραγμάτευσης, η οποία καλύπτει όλο το φάσμα των ελληνικών απαιτήσεων (διακρατικές επανορθώσεις, κατοχικό δάνειο, ατομικές αξιώσεις αποζημίωσης, επιστροφή λεηλατημένων πολιτιστικών θησαυρών). Όπως υπογράμμισε στο DPA (Γερμανικό Πρακτορείο Ειδήσεων) η Heike Hänsel, βουλευτής του κόμματος της Αριστεράς, Die Linke, «η αξιολόγηση της Επιστημονικής Υπηρεσίας [της Ομοσπονδιακής Βουλής] δείχνει ότι η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση δεν μπορεί πλέον να ξεφύγει από την ιστορική της ευθύνη. Δεν μπορεί να υπάρξει μια πολιτική του ‘τελεία και παύλα’. Μέχρι στιγμής, η κυβέρνηση απέτυχε ολοκληρωτικά σε αυτό το ζήτημα – νομικά, πολιτικά, αλλά πριν από όλα ηθικά».

Επομένως, οποιαδήποτε δοσοληψία μεταξύ Ελλάδας και ΟΔΓ πρέπει να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο μιας ειλικρινούς διαδικασίας αναγνώρισης των ναζιστικών εγκλημάτων και απονομής υλικής αλλά και ηθικής ικανοποίησης στις αναρίθμητες μαρτυρικές κοινότητες του τόπου μας. Διαφορετικά, θα αποτελεί περαιτέρω προσβολή της μνήμης των θυμάτων και των απογόνων τους και θα βαθύνει το ήδη κακοφορμισμένο τραύμα των ελληνο-γερμανικών σχέσεων.

 

ΜΗΤΑΦΙΔΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ, ΤΖΑΜΑΚΛΗΣ ΧΑΡΗΣ

πρ. βουλευτές ΣΥΡΙΖΑ – μέλη της Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Διεκδίκησης των Γερμανικών Οφειλών.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΡΤΗΣ,

Εμπειρογνώμονας της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Διεκδίκησης των Γερμανικών Οφειλών.