Τα «τύμπανα πολέμου» ηχούν για τα καλά και η παρουσία της χώρας στην ανατολική Μεσόγειο προκαλεί ανησυχία. Η Νέα Αριστερά βρίσκεται σε πολιτικό σταυροδρόμι και η κοινοβουλευτική της ομάδα θα δώσει μάχη επιβίωσης τις επόμενες εβδομάδες. Σε αυτή την κρίσιμη πολιτική συγκυρία συνομιλήσαμε με τον βουλευτή της Νέας Αριστεράς και πρώην υπουργό Ναυτιλίας, Θοδωρή Δρίτσα.
Πώς αξιολογείτε την στρατιωτική παρουσία της Ελλάδας στην ανατολική Μεσόγειο;
Σταθερό «δόγμα» της δεξιάς ήταν και είναι η εξάρτηση από μία ή, κατά περίπτωση, και συχνά από όλες τις ισχυρές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις του καπιταλιστικού κόσμου. Ιστορικά, αυτή η επιλογή αποδείχθηκε καταστροφική. Το ίδιο απειλείται να συμβεί και σήμερα με τις επιλογές της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Εδώ όμως συμβαίνει κάτι ξεχωριστό. Ούτε ζήτημα «εθνικής ολοκλήρωσης» υπάρχει πλέον ούτε όραμα «Μεγάλης Ελλάδας» παίζει στα σοβαρά. Ούτε βέβαια τίθεται ζήτημα υπεράσπισης των συνόρων, της εθνικής κυριαρχίας ή της εδαφικής ακεραιότητας από κάποια άμεση ή και έμμεση απειλή, πλην των μόνιμων ανοικτών ζητημάτων με την Τουρκία. Ούτε τέλος κάποια ρητά διατυπωμένη συμβατική συμμαχική υποχρέωση δεσμεύει την Ελλάδα. Τι μένει λοιπόν; Μόνο η επιθυμία των ηγεμονικών-εξουσιαστικών πολιτικών και κοινωνικών ελίτ να είναι με τη μεριά των ισχυρών και να επωφελούνται πολλαπλά. Αλλά και η ενεργή προσδοκία ισχυρών οικονομικών συμφερόντων να συμμετάσχουν στη μοιρασιά της «λείας», όταν ο πόλεμος λήξει. Και τα δύο, εκτός από το γεγονός ότι οδηγούν σε μεγάλες και επικίνδυνες περιπέτειες τον ελληνικό λαό, σε θυσίες για λογαριασμό άλλων και σε νέα φτώχεια και ανασφάλεια, είναι επιλογές ανήθικες και παράνομες. Ένα βροντερό, μαζικό και αποτελεσματικό «όχι» στον Τραμπ, στον Νετανιάχου και στον Μητσοτάκη είναι η μόνη ανθρώπινη και φιλολαϊκή απάντηση. Καμιά συμμετοχή της Ελλάδας, άμεση ή έμμεση, στον πόλεμο.
Το ΚΥΣΕΑ συνεδρίασε τη Δευτέρα και ενέκρινε την αγορά εξοπλιστικών 4 δισ. ευρώ. Ο Νίκος Δένδιας υποστήριξε πως θα υπάρχει συμμετοχή 25% της ΕΑΒ σε αυτά τα προγράμματα και πως γινόμαστε «μια από τις πιο ισχυρές αεροπορίες στην Ευρώπη». Παράλληλα «τρέχουν» εξοπλιστικά προγράμματα 25 δισ. για την επόμενη 12ετία. Τι απαντάτε σε αυτό τον μακροπρόθεσμο κυβερνητικό σχεδιασμό;
Μακροπρόθεσμος δεν είναι ο κυβερνητικός σχεδιασμός για τους εξοπλισμούς. Ευκαιριακός είναι, επισφαλής, πολυδάπανος και επικίνδυνος. Το αποδεικνύει το γεγονός ότι όλες οι επιλογές είναι προσωπικές επιλογές του Μητσοτάκη ή και του Δένδια τελευταία, στο πλαίσιο της «διπλωματίας των εξοπλισμών» και συχνότατα όχι στο πλαίσιο της ιεράρχησης και προτεραιοποίησης των αμυντικών αναγκών. Αλλά η «διπλωματία των εξοπλισμών» έχει πολύ βαρύ τίμημα, αναντίστοιχο με τις ανάγκες. Μόνοι ωφελημένοι είναι οι βιομηχανίες και τα κράτη που παράγουν όπλα. Άλλωστε οι συμμαχίες πολύ συχνά αλλάζουν. Αυτό διδάσκει η Ιστορία. Τα νέα 4 έως 5 δισ. περίπου εξοπλιστικών προγραμμάτων που εγκρίθηκαν από το ΚΥΣΕΑ προχθές, προστέθηκαν σε προγράμματα άλλων 2 δισ. περίπου που ήρθαν για «διατύπωση γνώμης» στην επιτροπή εξοπλιστικών προγραμμάτων και συμβάσεων διαδοχικά στις δύο τελευταίες συνεδριάσεις της, με τήρηση κανόνων απορρήτου. Τα πιο ακριβά από αυτά τα προγράμματα τα αναλαμβάνει το Ισραήλ. Χωρίς μάλιστα να περιλαμβάνονται στην προτεραιοποίηση και στην ιεράρχηση του σχεδιασμού των επιτελείων, πριν από ένα χρόνο. Και κανείς υπεύθυνος δεν μας απάντησε στο ερώτημα «πόσα άλλα προγράμματα ετοιμάζονται». Για τις δηλώσεις τώρα του υπουργού Άμυνας στις οποίες αναφέρεστε στην ερώτησή σας, ο κ. Δένδιας παραπλανά εντέχνως με αυτές τον ελληνικό λαό. Σε δύο μόνο από τις πρόσφατες Συμβάσεις προβλέπεται ελληνική συμμετοχή, όχι δεσμευτικά της ΕΑΒ, αλλά της «εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας», που σημαίνει και των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Και αυτό όμως, όπως μας εξηγήθηκε «δεν είναι δεσμευτικά άμεσο για κάθε πρόγραμμα». Όσο δε για το «μία από τις πιο ισχυρές αεροπορίες της Ευρώπης» του κ. Δένδια, αυτός ο ισχυρισμός, ακόμα και αν ισχύει, αποκρύπτει το γεγονός ότι σε χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών μάξιμουμ από την παραλαβή, όλα πλέον εξαρτώνται από τις διαθέσεις των προμηθευτριών εταιρειών και προμηθευτών κρατών για τη συντήρηση και για ανταλλακτικά και πυρομαχικά.
Υπάρχει τέτοια τραγική και εξοργιστική εμπειρία για όλα τα εξοπλιστικά προγράμματα -με πιο ακραίο αυτό της προμήθειας των γαλλικών αεροσκαφών mirage τη δεκαετία του ’80 και μετά- που σε λίγα χρόνια έμειναν καθηλωμένα ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο. Από την άλλη πλευρά τέλος, ισχυρή, επαρκής άμυνα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κοινωνικό κράτος, κοινωνική πρόνοια, κοινωνική αλληλεγγύη, χωρίς κοινωνική συνοχή. Αυτά επομένως τα 25 δισ. και πολύ παραπάνω για την επόμενη 12ετία, που θέτετε στην ερώτησή σας, είναι επιλογή που προϋποθέτει ηττημένο λαό πριν κι από τον πόλεμο ακόμα.
Μετά τα ντροπιαστικά γεγονότα με την αίθουσα στη δίκη των Τεμπών, ακολούθησε μία ακόμη «σκληρή» ανακοίνωση του Αρείου Πάγου. Πώς τη σχολιάζετε και πώς προσεγγίζετε, σήμερα, τη δικαστική εξουσία της χώρας;
Κατά τη γνώμη μου δεν είναι το πιο μεγάλο ζήτημα η αυταπόδεικτα λειτουργική ανεπάρκεια της αίθουσας που επιλέχθηκε για τη διεξαγωγή στη Λάρισα της δίκης για το έγκλημα των Τεμπών, ιδιαίτερα για τις απαιτήσεις της πρώτης δικασίμου. Είναι ακόμα πιο προβληματική η αμετροέπεια των υπευθύνων: Του Αρείου Πάγου στην ανακοίνωσή του που περιέχει σαφέστατη αιχμή πολιτικού χαρακτήρα εναντίον των συγγενών των θυμάτων και των συνηγόρων πολιτικής αγωγής και η ανάλογη δήλωση του υπουργού Δικαιοσύνης, που μας είπε ότι η αίθουσα αυτή είναι «η μεγαλύτερη στην Ευρώπη». Η απόδοση δικαιοσύνης για το έγκλημα των Τεμπών και για αρκετά ακόμα εγκλήματα της επταετίας Μητσοτάκη δοκιμάζει και μετρά την ποιότητα, το βάθος, τις αντοχές της ελληνικής Δημοκρατίας, σήμερα, 52 χρόνια μετά την πτώση της χούντας. Αν η απρόσκοπτη διεξαγωγή της δίκης δεν εξασφαλιστεί πλήρως και κυρίως αν μέσα από τη δίκη δεν δοθεί η δυνατότητα να διερευνηθεί έντιμα η βασιμότητα διεύρυνσης της κατηγορίας τόσο ως προς τα πρόσωπα -συμπεριλαμβανομένων και των πολιτικών προσώπων- όσο κι ως προς τις κατηγορίες, τότε δεν θα υπάρξει καμιά δικαίωση για τα θύματα, για τους συγγενείς, για τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού.
Όσο για την επάρκεια και την εντιμότητα της δικαστικής εξουσίας, η δική μου προσέγγιση θέτει δύο κύρια προαπαιτούμενα: Το ένα είναι η δίκαιοι, φιλολαϊκοί και δημοκρατικοί νόμοι και το άλλο είναι η στήριξη των έντιμων δικαστών για τη συνολική απεξάρτηση του δικαστικού σώματος από την επιρροή φαυλοκρατούμενων δομών του κράτους και του παρακράτους, της κυβέρνησης, της οικονομικής ολιγαρχίας, των ΜΜΕ ή ακόμα και κάποιων πρεσβειών αλλά και των παραεκκλησιαστικών οργανώσεων. Καίριο ζήτημα επίσης είναι προσαρμογή των διαθέσεων μερίδας δικαστών στην εικαζόμενη βούληση της εκτελεστικής εξουσίας. Δεν πιστεύω πως μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητη δικαιοσύνη είτε η ηγεσία της επιλέγεται με τον ισχύοντα νόμο είτε με οποιαδήποτε από τις εναλλακτικά προτεινόμενες ρυθμίσεις, αν δεν αναβαθμιστεί η ποιότητα της δημοκρατίας, της λογοδοσίας και του κοινωνικού ελέγχου στη χώρα μας. Εδώ η ευθύνη βαραίνει και τους πολίτες, αν θέλουν να είναι ελεύθεροι. Και βέβαια, μεγάλη ευθύνη γι’ αυτό έχουν τα δημοκρατικά πολιτικά κόμματα, αλλά σπάνια την αναλαμβάνουν.
Δύο χρόνια μετά τη δημιουργία της, η Νέα Αριστερά αντιμετωπίζει κρίση επιβίωσης. Θα καταφέρει να διατηρήσει την ΚΟ μετά την παραίτηση Χαρίτση από την ηγεσία του κόμματος;
Πριν ανταποκριθώ στην ερώτησή σας, κ. Ηλιάκη, επιθυμώ να διευκρινίσω ότι οι απαντήσεις μου σε αυτό και ενδεχομένως σε άλλα παρόμοιου περιεχομένου ερωτήματα, πέραν του συλλογικού πλαισίου που υπηρετώ, θα έχουν και στοιχεία προσωπικής άποψης. Το διευκρινίζω ιδιαίτερα, γιατί στις κρίσιμες αυτές μεταβατικές μέρες οφείλουμε να παίρνουμε την ευθύνη των λόγων μου, χωρίς να δημιουργούμε σύγχυση στους αναγνώστες και χωρίς να δεσμεύουμε άλλες συντρόφισσες κι άλλους συντρόφους της Νέας Αριστεράς.
Εκτιμώ και τιμώ τον σύντροφο Αλέξη Χαρίτση. Ως πρόεδρος της Νέας Αριστεράς ήταν υποδειγματικός και άξιος. Λυπούμαι για την παραίτησή του, αν και κατανοώ τους λόγους που ο ίδιος διατύπωσε στην επιστολή του προς τα μέλη του κόμματος. Τους κατανοώ και τους σέβομαι. Φαίνεται όμως πως η πρώτη του αυτή απόφαση θα συνοδευτεί σύντομα με νέα απόφαση αποχώρησης από τη Νέα Αριστερά και προσανατολισμό τη συμπόρευσή του με το πολιτικό σχέδιο του Αλέξη Τσίπρα. Και αυτό το σέβομαι, αλλά δεν συμφωνώ και πιστεύω ότι αυτή δεν είναι μια επιλογή πραγματικής διεξόδου από την κρίση της Αριστεράς ούτε μια επιλογή με φιλολαϊκό μέλλον ούτε τέλος μια επιλογή πραγματικής απειλής στο καθεστώς Μητσοτάκη. Πολύ περισσότερο επιλογή απειλής για το φαυλοκρατούμενο σύστημα συμφερόντων που κυβερνάει την Ελλάδα και καταδυναστεύει τον λαό της. Μακάρι να διαψευστώ. Απευθύνομαι και όλους και σε όλες μας και όχι μόνο στον Αλέξη Χαρίτση, γιατί πιστεύω ότι στα δύσκολα ζητήματα δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις. Θέλει δουλειά πολλή. Θέλει και σεβασμό στους ανθρώπους, ιδιαίτερα σε αυτούς που ζουν ή ψευτοζούν από την εργασία τους ή από την εργασία των γονιών τους. Δεν θέλει καιροσκοπισμούς ούτε «αδιαμεσολάβητη» χειραγώγηση ελπίδων. Θέλει ρεαλισμό αλλά όχι τακτικισμό. Θέλω να ελπίζω ότι άλλα μέλη της κοινοβουλευτικής ομάδας μας δεν θα ακολουθήσουν τον προσανατολισμό του συντρόφου Αλέξη Χαρίτση. Κι ακόμα πιο πολύ θέλω να ελπίζω ότι και ο ίδιος θα επανανοηματοδοτήσει πιο στρατηγικά την πρώτη του επιλογή.
Στον παλιό ΣΥΡΙΖΑ συνυπήρχαν πολιτικές ομάδες με αντιπαραθετικές θέσεις (π.χ. για το νόμισμα και την Ε.Ε.). Γιατί η Νέα Αριστερά δυσκολεύεται να συνθέσει τις απόψεις επί των συμμαχιών που διατυπώθηκαν στο συνέδριο; Είναι τόσο χαοτικές οι διαφορές ή επικρατούν άλλοι παράγοντες;
Χτυπάτε φλέβα, αγαπητέ κ. Ηλιάκη, με τη διατύπωση της ερώτησής σας. Ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε το ακατόρθωτο. Να διεκδικήσει με επιτυχία ακόμα και λαϊκή εντολή κυβερνητικής ευθύνης της Αριστεράς, ενώνοντας δυνάμεις που δεν συμφωνούσαν σε όλα, ακριβώς γιατί υλοποίησε την ενότητα μέσα από τη διαφορετικότητα. Σε διαφορετική ιστορική συγκυρία βέβαια, αλλά αυτό να μην χρησιμοποιείται ως άλλοθι από όσες και όσους φοβούνται την πλουραλιστική δημοκρατία. Το πρόβλημα για την πολιτική ενότητα της ριζοσπαστικής και ανανεωτικής δημοκρατικής Αριστεράς δεν ήταν ποτέ ο εσωκομματικός πλουραλισμός. Το πρόβλημα ήταν η καλλιέργεια και η κατάκτηση ή όχι της ενότητας στη δράση. Μαζί με την καταλυτική ενεργή συμμετοχή του λαϊκού παράγοντα. Μια τέτοια πραγματικότητα βέβαια δεν «παραγγέλνεται» όπως και όποτε επιθυμούμε και θέλουμε εμείς. Αλλά και ποτέ δεν μπορεί να γεννηθεί αν οι διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς δεν την υπηρετούν και δεν την προκρίνουν. Διαφορετικά ας επιλέξουμε τη μονολιθικότητα ή ας αναμένουμε «μεσσίες».
Σήμερα που η ανθρωπότητα και η Ελλάδα ζούμε ήδη τον γενικευμένο πόλεμο να χτυπάει και τη δική μας πόρτα, μαζί με τα αδέλφια του, τον φασισμό, τον ρατσισμό και τη φτώχεια, είναι ανακόλουθο κι αναντίστοιχο όχι μόνο για την Αριστερά, αλλά και για κάθε δημοκρατική συνείδηση να αναζητούμε μόνο την Ιθάκη. Είναι πίσω από τις ανάγκες, πίσω από την ιστορική κρισιμότητα των στιγμών. Δεν χρειάζονται απερίσκεπτοι μαξιμαλισμοί ούτε αυτοεπιβεβεβαιωτικοί απομονωτισμοί της «καθαρής αλήθειας». Αλλά ποιος έντιμος, διορατικός, γενναίος και υπεύθυνος πολιτικός σχηματισμός μπορεί να αμφισβητήσει στα σοβαρά την επείγουσα ανάγκη συνένωσης και συμπόρευσης δυνάμεων με συνεργασία και κοινή δράση, με κοινές πολιτικές και κοινωνικές πρωτοβουλίες, μέσα και έξω από τη βουλή. Από τη Σοσιαλδημοκρατία μέχρι δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και της Οικολογίας με ένα βασικό στόχο: Nα μην εμπλακεί η Ελλάδα έμμεσα και πολύ περισσότερο άμεσα στον πόλεμο του Τραμπ και του Νετανιάχου. Είναι αυτό ακραίο; Είναι ανεδαφικό; Είναι δευτερεύον; Είναι ρομαντικό; Υπάρχουν άλλοι τρόποι πιο αποτελεσματικοί; Ή μήπως «έτσι είναι η ζωή δυστυχώς»; Η Νέα Αριστερά παραμένει μικρή πολιτική δύναμη με οριακή πολιτική εμβέλεια. Εμείς, τα μέλη της, έχουμε πολλές ευθύνες γι’ αυτό. Όμως η Νέα Αριστερά γεννήθηκε για να παίξει έναν ενωτικό και ταυτόχρονα προωθητικό ρόλο που, μέχρι στιγμής, δεν το κατάφερε σε βαθμό που θα της άξιζε για να είναι χρήσιμη. Πώς να το καταφέρουμε όταν τη σχεδόν ομόφωνη απόφαση «ατού» του πρώτου ιδρυτικού συνεδρίου μας για το «Λαϊκό Μέτωπο», κοινωνικό και πολιτικό, τη ξοδέψαμε σε εκλογικών στοχεύσεων παρερμηνείες, όχι μόνο από μια μεριά του κόμματος, και τελικά την ακυρώσαμε; Η όντως σοβαρή Νέα Αριστερά οφείλει πιστεύω να ξανασοβαρευτεί συλλογικά.
Θα μπορούσε η πρωτοβουλία του Αλέξη Τσίπρα να λειτουργήσει ως «σωσίβιο» και να συσπειρώσει δυνάμεις που αυτή την ώρα είναι κατακερματισμένες;
Γενικώς θα μπορούσε, γιατί ο Αλέξης Τσίπρας διαθέτει ακόμα αρκετά από τα ταλέντα του, όπως επίσης διαθέτει ένα μέρος της παλιάς λαϊκής αναφοράς σε αυτόν. Αλλά δεν επιχειρεί τόσο να συσπειρώσει κατακερματισμένες πολιτικές δυνάμεις, με κριτική στάση βέβαια απέναντι στον σεχταρισμό και στον πολιτικό ναρκισσισμό, αλλά με σεβασμό στη διαδρομή τους. Μάλλον επιχειρεί να τις ακυρώσει, να τις αποσυνθέσει, να τις απαξιώσει, να τις διαλύσει. Αυτό μόνο σωσίβιο δεν είναι. Τη γνώμη μου για τις επικείμενες πρωτοβουλίες του Αλέξη Τσίπρα τη πρωτο-διατύπωσα συνοπτικά και κάπως ελλειπτικά και υπαινικτικά, το καλοκαίρι του 2025, στην «Εποχή». Έκτοτε, με διαρκή στοχασμό και αγωνία, δεν έχω βρεθεί στην ανάγκη να την αναθεωρήσω. Την παραθέτω και σήμερα: «Εάν ο Αλέξης Τσίπρας, με κεντρώο πρόσωπο, θέλει και μπορεί να «ρίξει» τον Μητσοτάκη και το καθεστώς του, πρέπει να το κάνει. Ή, τουλάχιστον, να το επιχειρήσε. Άμεσα και βραχυπρόθεσμα καλό θα είναι. Θα κλείσει βέβαια δρόμους προς τα αριστερά προσωρινά, αλλά και θα ανοίξει άλλους. Όμως, για στόχους πραγματικά εναλλακτικούς, δημοκρατικούς, προοδευτικούς, μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους, δεν φαίνεται να έχει κάτι σπουδαίο να πει ή να κάνει (προσθέτω σήμερα: και να δεσμευτεί σε αυτό). Είναι γι’ αυτό που η ιστορική, δημοκρατική, ανανεωτική, ριζοσπαστική, οικολογική, κινηματική, αντιπολεμική, διεθνιστική, αντιρατσιστική, κοινωνική, λαϊκή, αντικαπιταλιστική Νέα Αριστερά της εργασίας και των νέων, αυτή που έκανε τον ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνηση, δεν πρέπει να αυτοκτονήσει. Αντίθετα έχει πολλούς λόγους για να υπάρχει».
Η Αριστερά βρίσκεται απομονωμένη πολιτικά σε όλη την Ευρώπη. Πώς πρέπει να πορευτούν τα κόμματα της ελληνικής ριζοσπαστικής Αριστεράς σήμερα; Αρκεί η μάχη της καταγραφής κι επιβίωσης ή μπορεί να συγκροτηθούν ευρύτερα μπλοκ δυνάμεων με κυβερνητικούς στόχους;
Ας γλυκάνουμε λίγο τη ζοφερή εικόνα της Αριστεράς στην Ευρώπη, ώστε να είναι κάπως πιο πραγματική, σύμφωνα τουλάχιστον με την προσωπική μου ανάγνωση. Η πολιτική Αριστερά, ναι, είναι σε υποχώρηση και σε κρίση. Όχι όμως παντού στην Ευρώπη, όχι πάντα, αλλά ναι, είναι σε κρίση. Κάπως διαφορετικά είναι τα πράγματα στις ΗΠΑ και την Αγγλία.
Η κοινωνική Αριστερά πάντως δεν είναι στην ίδια κατάσταση. Διατηρεί σε σημαντικό βαθμό τον δυναμισμό της και τη μαζικότητά της και τα αυξάνει και τα δύο. Το μαρτυρούν μεγάλες απεργίες, μερικές μάλιστα νικηφόρες, και μεγάλες διαδηλώσεις. Είναι κάτι εξαιρετικά ελπιδοφόρο, όσο κι αν δεν αρκεί από μόνο του. Πράγματι μάχες καταγραφής ή απλής επιβίωσης για την ελληνική ριζοσπαστική Αριστερά δεν μας ταιριάζουν. Μπορούμε και πρέπει να στοχεύσουμε σε ευρύτερα μπλοκ κοινωνικής και πολιτικής αντίστασης και διεκδίκησης. Μπορούμε επίσης και κυβερνητικούς στόχους να θέσουμε, αλλά εδώ θέλει προσοχή. Η επιλογή των πολιτών να εμπιστευτούν και να αναθέσουν κυβερνητικές ευθύνες στην Αριστερά προκύπτει μόνο όταν ο βαθμός και της δικής τους αυτοπεποίθησης ενδυναμώνεται. Κάτι που για να συμβεί απαιτεί νίκες σε κοινωνικές διεκδικήσεις, ακόμα κι αν οι νίκες αυτές είναι μικρές. Διαφορετικά οι πολίτες διαλέγουν τα πιο εύκολα, ακόμα και με συνειδητή συγκατάβαση υποβάθμισης των προσδοκιών τους. Την πιο μεγάλη όμως δυναμική και αποτελεσματικότητα τις φέρνει η βάσιμη ελπίδα μιας εναλλακτικής διεξόδου. Αυτή τη βάσιμη ελπίδα δεν μπορεί να τη συγκροτήσει σήμερα μόνη της καμία πολιτική δύναμη της ευρύτερης Αριστεράς και μάλιστα χωρίς να έχει σαφείς, μεσοπρόθεσμους, δεσμευτικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτιστικούς, θεσμικούς και κυβερνητικούς στόχους, βγαλμένους από την κοινή δράση.
Αυτή πιστεύω είναι η ιστορική ευθύνη μας ως αντίδοτο στον πόλεμο, τον φασισμό, τον ρατσισμό και τη φτώχεια και, αν θέλουμε να ανταποκριθούμε στοιχειωδώς σε αυτή την ευθύνη, μακάρι να ξαναθυμηθούμε στις σημερινές διαφορετικές συνθήκες το υπόδειγμα του «χώρου διαλόγου και κοινής δράσης της Αριστεράς» που γέννησε τον ΣΥΡΙΖΑ.
Στρατής Ηλιάκης
Η ΕΠΟΧΗ