Macro

Θεανώ Φωτίου: Για τη βία των ανηλίκων

Ενώ τα περιστατικά της βίας ανηλίκων κατά ανηλίκων αυξάνονται, κατάπληκτοι ειδικοί και μη στα τηλεοπτικά πάνελ πέφτουν από τα σύννεφα, επιμερίζοντας ευθύνες κυρίως στην οικογένεια και δευτερευόντως στο σχολείο, υπαινισσόμενοι ότι οι ανήλικοι θύτες προέρχονται κυρίως από ακατάλληλα ή κακοποιητικά περιβάλλοντα, γεγονός που δεν ισχύει σύμφωνα με διεθνείς έρευνες.
 
Είμαστε υποχρεωμένοι να κατανοήσουμε τις πραγματικές αιτίες του προβλήματος. Να εντοπίσουμε τις μεγάλες ανατροπές αξιών και αρχών που έχουν επέλθει στην κοινωνία μας. Η αλληλεγγύη, ο σεβασμός και η αποδοχή του άλλου, η συλλογικότητα υποτιμώνται. Η ανθρώπινη ζωή χάνει την αυταξία της.
 
Σκηνές με εφήβους ή παιδιά οπλισμένα που σκορπίζουν τον θάνατο σε σχολικές αίθουσες διαδίδονται ταχύτατα μέσω του διαδικτύου και ειδικότερα μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με τα οποία τα παιδιά είναι εξοικειωμένα από πολύ μικρή ηλικία. Νέα πρότυπα προβάλλονται και εικονοποιούνται. Αυτά ισχυροποιήθηκαν κατά τον εγκλεισμό εξαιτίας της πανδημίας όταν πολλαπλασιάστηκαν οι ενδοοικογενειακές συγκρούσεις, η ενδοοικογενειακή βία και κακοποίηση. Το κίνημα του Μetoo που αναπτύσσεται παράλληλα εκείνη την περίοδο αποκαλύπτει όσα η πατριαρχική οικογένεια έκρυβε επιμελώς κάτω από το χαλί.
 
Ο εγκλεισμός της πανδημίας και η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία επιτείνουν το δόγμα της ατομικής ευθύνης και την αντίληψη ότι ο ισχυρός είναι αυτός που επιβιώνει. Ενώ, ας μην το λησμονούμε, έχει προηγηθεί μια δεκαετία οικονομικής κρίσης, γενικευμένης φτώχειας, ανασφάλειας και φόβου.
 
Το σχολικό bullying αναπτύχθηκε ενάντια στον διαφορετικό, τον ξένο, τον ανίσχυρο, ενάντια στον «άλλο». Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η εγκληματική οργάνωση Χρυσή Αυγή εμφανίστηκε με ιδιαίτερη ισχύ στα σχολικά περιβάλλοντα και στις γειτονιές την ίδια περίοδο. Δυστυχώς η επίσημη πολιτεία δεν επέδειξε τα αντανακλαστικά που όφειλε να επιδείξει.
 
Σήμερα η φτώχεια εξακολουθεί να πλήττει ένα στα τέσσερα νοικοκυριά, ενώ ο φόβος για την επιβίωση και για το μέλλον κυριαρχεί στην πλειονότητα των νέων. Και η κυβέρνηση της Ν.Δ. απαντά στην αυξανόμενη βία των ανηλίκων με τις αναχρονιστικές και αποδεδειγμένα αναποτελεσματικές πρακτικές της αστυνόμευσης και της ποινικοποίησης.
 
Στον αντίποδα αυτής της αντίληψης, ο στρατηγικός στόχος οφείλει να είναι η μετατόπιση από ένα μοντέλο βασισμένο στην αστυνόμευση και την ποινική αντιμετώπιση της βίας των ανηλίκων σε ένα κοινωνικό μοντέλο προστασίας των παιδιών που υλοποιείται στην κοινότητα μέσω νέων και ενισχυμένων κοινωνικών δομών και υπηρεσιών (σε δήμους, στα υπουργεία, σε εισαγγελίες και πρωτοδικεία ανηλίκων, σε αστυνομικά τμήματα κ.ο.κ.). Γι’ αυτό απαιτούνται χιλιάδες προσλήψεις εξειδικευμένων επιστημόνων, κοινωνικών λειτουργών, παιδοψυχολόγων, παιδοψυχιάτρων κ.λπ. Πρόκειται για μια επανάσταση στην οργάνωση των δήμων, των περιφερειών, των εισαγγελιών, των αστυνομικών τμημάτων. Το κράτος οφείλει να επενδύσει μεγάλα κεφάλαια την επόμενη 5ετία αν θέλει να είναι ειλικρινές με τα παιδιά.
 
Για την υλοποίηση αυτού του νέου κοινωνικού μοντέλου ειδικότερα προτείνουμε 5 σαφή πεδία πολιτικών παρεμβάσεων:
 
1. Πρόληψη
2. Εγκαιρη ανίχνευση και διάγνωση περιστατικών
3. Προστασία του παιδιού θύματος κατά τη νομική διαδικασία
4. Ψυχοκοινωνική στήριξη και αποκατάσταση του παιδιού θύματος και του παιδιού θύτη
5. Ειδικά μέτρα για παιδιά σε φτώχεια, κοινωνικό αποκλεισμό και την αναπηρία
 
Οι παρεμβάσεις αυτές θα συντονίζονται από Εθνικό Ψηφιακό Μηχανισμό κατά της Παιδικής Βίας και Κακοποίησης ο οποίος θα επιτρέπει να γνωρίζει η Δημόσια Διοίκηση τι ακριβώς συμβαίνει στο πεδίο σε πραγματικό χρόνο και να παρακολουθεί την εξέλιξη κάθε περιστατικού.
 
(1) Πρόληψη σημαίνει μια τεράστια καμπάνια στην κοινωνία ότι όλα τα παιδιά κινδυνεύουν και ότι «το παιδί της διπλανής πόρτας είναι και δικό μας», που περιλαμβάνει και εκπαίδευση γονιών, παιδιών, εκπαιδευτικών, εργαζόμενων στις συναφείς υπηρεσίες (προσχολική αγωγή, σχολική εκπαίδευση, αθλητικούς και πολιτιστικούς συλλόγους, κατασκηνώσεις, εκκλησίες κ.λπ.)
 
(2) Για την έγκαιρη ανίχνευση και διάγνωση περιστατικών απαιτούνται:
 
(α) άμεση υλοποίηση Κέντρων Στήριξης Οικογένειας και Παιδιού (ΚΕΣΟΙΠ) σε όλους τους δήμους
(β) δημιουργία σε κάθε δήμο ανεξάρτητης διεπιστημονικής μονάδας αναφοράς και ανίχνευσης περιστατικών (παιδοψυχολόγοι, νομικοί, κοινωνικοί λειτουργοί κ.λπ.)
(γ) στελέχωση των εισαγγελιών ανηλίκων με εξειδικευμένο προσωπικό
 
(3) Για την προστασία του παιδιού θύματος και του ανήλικου θύτη κατά τη νομική διαδικασία απαιτούνται:
 
(α) δημιουργία και λειτουργία Σπιτιών του Παιδιού όπου επιτρέπεται μόνο μία εξέταση-κατάθεση του θύματος και του θύτη
(β) νομοθέτηση πολύ συγκεκριμένων υποχρεώσεων και απαγορεύσεων με ποινικές ρήτρες για τα μέσα ενημέρωσης και αυστηροποίηση των ποινών του ΕΣΡ
 
(4) Για την ψυχοκοινωνική στήριξη και αποκατάσταση τα παιδιά θύματα και θύτες θα παρακολουθούνται συστηματικά από παιδοψυχολόγους και άλλους συναφείς επαγγελματίες.
 
(5) Τα ειδικά μέτρα (αξιοπρεπής διαβίωση, παροχή στέγης, οικονομική ενίσχυση) για παιδιά σε φτώχεια και κοινωνικό αποκλεισμό απαιτούνται διότι φτώχεια, αναπηρία, φυλετική και πολιτισμική διαφορετικότητα (Ρομά, προσφυγόπουλα, μετανάστες) αποτελούν εύφορο έδαφος για την ανάπτυξη φαινομένων κακοποίησης.
 
Είναι αξιοσημείωτο ότι τις προτάσεις για τις παραπάνω παρεμβάσεις τις διατύπωσα αναλυτικά στη Βουλή εδώ κι έναν χρόνο. Δυστυχώς όμως η κυβέρνηση της Ν.Δ. ακολουθεί και σε αυτόν τον τομέα μια επικοινωνιακή πολιτική. Ετσι επιλέγει να παρεμβαίνει μόνο όταν το πρόβλημα αποκτά δημοσιότητα, ενώ οι παρεμβάσεις της περιορίζονται σε αποδεδειγμένα αναποτελεσματικές πρακτικές όπως η ενίσχυση της αστυνόμευσης, η αυστηροποίηση ποινών, πρακτικές δηλαδή που δεν λύνουν κανένα πρόβλημα.
 
Η βία των ανηλίκων γίνεται καθημερινά επαναλαμβανόμενο γεγονός και φοβάμαι μήπως στα μάτια των παιδιών αποκτά στοιχεία κανονικότητας. Γι’ αυτό δεν έχουμε καιρό να χάσουμε. Απαιτείται η έγερση της κοινωνίας τώρα. Τα παιδιά κινδυνεύουν.

Θεανώ Φωτίου