Συνεντεύξεις

Θεανώ Φωτίου: Αποτέλεσμα των κυβερνητικών επιλογών τα περιστατικά λιποθυμιών από την πείνα

* Είναι αλήθεια ότι η λιποθυμία του παιδιού στη Ρόδο και η διακοπή του ρεύματος στο σπίτι του μας γυρίζουν πίσω μια δεκαετία, όταν καταγράφονταν αντίστοιχα περιστατικά λόγω της πολιτικής των Μνημονίων. Θα μπορούσε ωστόσο να πει κάποιος ότι τα σημερινά γεγονότα δεν συνδέονται με τις κυβερνητικές επιλογές και οφείλονται περισσότερο στη συγκυρία και στον πρωτόγνωρο χαρακτήρα της πανδημίας. Ποια είναι η δική σας άποψη; Θα μπορούσε η κυβέρνηση να είχε κάνει κάτι καλύτερο για την κοινωνία ή δεν περνούσε απ’ το χέρι της;

Από την πρώτη μέρα ανάληψης της εξουσίας από τη Δεξιά είχαμε δείγματα της πορείας που θα ακολουθούσε. Γνωρίζαμε ότι τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα θα υπέφεραν. Έκοψαν 400 εκατ. από τον προϋπολογισμό του ΣΥΡΙΖΑ για την κοινωνική προστασία και βήμα – βήμα άρχισαν να ξηλώνουν όλο το προνοιακό κράτος που έστησε ο ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο για τα φτωχά, αλλά και για τα μεσαία στρώματα. Αυτά προ κορωνοϊού.

Με τον κορωνοϊό όλες οι αναλύσεις συγκλίνουν στο ότι η ύφεση αφορά νοικοκυριά από ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, διότι η πανδημία διευρύνει τις ανισότητες από την περιφέρεια προς το κέντρο της κοινωνίας. Αυτό το γνωρίζουν όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι οποίες εμφανίζουν μεγάλες χρηματοδοτήσεις σε τρεις άξονες: εργαζόμενους – επιχειρήσεις – νοικοκυριά.  Όλες, πλην της ελληνικής.

Άρα τα γεγονότα συνδέονται ευθέως με τις κυβερνητικές επιλογές. Απόδειξη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, σε επίσης πρωτόγνωρες συνθήκες μνημονιακής εποπτείας, πέτυχε να ρίξει τη φτώχεια σε χαμηλότερα επίπεδα από την εποχή της «μεγάλης ανάπτυξης», δηλαδή το 2005. Τότε το ποσοστό φτώχειας ήταν 19,6% και το 2018 ήταν 17,9%. Δηλαδή, από 2 εκατ. περίπου φτωχούς το 2005, το 2018 είχαμε 1.800.000. Το ίδιο συνέβη και με την παιδική φτώχεια, η οποία έπεσε κάτω από τα επίπεδα του 2005. Ένα στα πέντε παιδιά γλίτωσε από τη φτώχεια την τετραετία του ΣΥΡΙΖΑ.

Αποδεικνύεται ότι οι ανισότητες και η φτώχεια δεν καταπολεμούνται με την ανάπτυξη, αυτό που έλεγε ο κ. Μητσοτάκης ότι όσο αυξάνεται η πίτα θα μειώνεται η φτώχεια. Διότι μπορεί να αυξάνεται η πίτα, δηλαδή το ΑΕΠ, αλλά να μην κατανέμεται δίκαια.

* Ποια μέτρα θα έπαιρνε ο ΣΥΡΙΖΑ για την αποτροπή τέτοιων φαινομένων αν ήταν στην κυβέρνηση;

Εμείς έχουμε την εμπειρία του ΚΕΑ. Κατανοούμε, ενώ βρισκόμαστε εντός της πανδημίας, ότι οι συνεχείς επαναλαμβανόμενες κρίσεις του καπιταλισμού (δημοσιονομική, πανδημική, κλιματική) πλήττουν κάθε φορά ευρύτερα στρώματα και όχι μόνον τους συνήθεις απόρους, ακραία φτωχούς και μακροχρόνια ανέργους, αλλά και τα μεσαία στρώματα. Και μάλιστα η σημερινή πανδημία θίγει και τα ανώτερα μεσαία στρώματα.

Άρα όλοι αυτοί δεν μπορούν πια να αντιμετωπιστούν με τα συστήματα του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος, ακόμη και με τα πιο γενναιόδωρα εξ αυτών, διότι αυτά καλύπτουν πολύ μικρό μέρος του πληθυσμού που μπαίνει στην κρίση. Μελετήσαμε διεξοδικά ποια νοικοκυριά επλήγησαν από την πανδημία και δεν έχουν πάρει καμία ενίσχυση, προσδιορίσαμε τις κατηγορίες όπου ανήκουν, δηλαδή άνεργοι, επισφαλώς εργαζόμενοι (με μπλοκάκι, με εργόσημο), εποχικοί εργαζόμενοι, εργαζόμενοι στον πολιτισμό, αυτοαπασχολούμενοι ελεύθεροι επαγγελματίες, αγρότες, ανάπηροι και φτάσαμε στο ιλιγγιώδες νούμερο 1.900.000 νοικοκυριών (σκεφτείτε ότι το ΚΕΑ καλύπτει 270.000).

Τα εισοδήματα αυτών των νοικοκυριών τον προηγούμενο χρόνο μπορεί να ήταν πενταπλάσια από αυτά που είναι το όριο ένταξης στο ΚΕΑ.  Άρα έπρεπε να καταργήσουμε τη βασική παράμετρο με την οποία δίνεται το ΚΕΑ, την εισοδηματική.

Το Εισόδημα  Έκτακτης Ανάγκης ορίζει ότι, αν τουλάχιστον ένα μέλος του νοικοκυριού ανήκει σε μία από αυτές τις κατηγορίες, ολόκληρο το νοικοκυριό μπαίνει στο Εισόδημα  Έκτακτης Ανάγκης και λαμβάνει κάθε μήνα 400 ευρώ ο αρχικός δικαιούχος, 200 ευρώ κάθε ενήλικο μέλος και 100 ευρώ κάθε παιδί. Εξαιρούνται μόνον τα μέλη που δεν είδαν καμία αλλαγή στα εισοδήματά τους. Συνολικά ωφελούνται 4 εκατ. πολίτες με κόστος 3,5 δισ. ευρώ για τέσσερις μήνες. Με το Εισόδημα  Έκτακτης Ανάγκης η εποχικά εργαζόμενη μητέρα της Ρόδου θα έπαιρνε 700 ευρώ μηνιαία.

Το Εισόδημα  Έκτακτης Ανάγκης είναι ένα νέο δίχτυ ασφαλείας. Στηρίζει την κοινωνία, αλλά και την αγορά, ενισχύοντας την ενεργό ζήτηση. Το συνολικό του κόστος μειώνεται όσο τα εισοδήματα των νοικοκυριών αποκαθίστανται. Στη νέα πραγματικότητα των επαναλαμβανόμενων ενδογενών και εξωγενών παγκόσμιων κρίσεων αποκτά ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα και μπορεί να αντικαταστήσει το ΕΕΕ και να είναι η πρόταση της Αριστεράς για το νέο δίχτυ ασφαλείας του εικοστού πρώτου αιώνα.

* Μετά την πρώτη περίοδο της πανδημίας είδαμε ότι το σύνολο σχεδόν της κοινωνίας άλλαξε άποψη για την ανάγκη ενός ισχυρού δημοσίου συστήματος Υγείας. Θεωρείτε πώς θα μπορούσε να συμβεί το ίδιο και με τα επιδόματα και γιατί αυτό θα ήταν σημαντικό;

Η πανδημία πράγματι ανέδειξε πέρα από κάθε αμφισβήτηση την αναγκαιότητα του δημόσιου δωρεάν κοινωνικού κράτους: Υγεία – Παιδεία – πρόνοια. Ο κ. Μητσοτάκης βέβαια θεωρεί την Υγεία και την Παιδεία ως προνομιακά πεδία για ιδιωτικές επενδύσεις και παραγωγή κέρδους και την πρόνοια πεδίο άσκησης φιλανθρωπίας και όχι υποχρέωση του κράτους και ότι αφορά μόνο τους ακραία φτωχούς. Γι’ αυτό και όλο το αφήγημα που έστησε εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ και του κράτους πρόνοιας τόσα χρόνια ήταν «δεν θέλουμε τα επιδόματα που δίνει ο ΣΥΡΙΖΑ, θέλουμε ανάπτυξη, καλές θέσεις εργασίας και επενδύσεις»!

Χρειάστηκαν μόνο οκτώ μήνες (προ κορωνοϊού) και τα περί ανάπτυξης, νέων θέσεων εργασίας και επενδύσεων κατέρρευσαν. Συνέβη όμως και κάτι αποκαλυπτικό για τα επιδόματα: η αγορά τον Δεκέμβριο του 2019, μόλις έχασε το μέρισμα των 700 εκατ. που έδινε ο ΣΥΡΙΖΑ συνήθως τέτοια εποχή, πάγωσε. Ο τζίρος της έπεσε. Διότι τα επιδόματα δεν αποταμιεύονται, αλλά ενισχύουν την ζήτηση και συνεπώς την μικρομεσαία επιχειρηματικότητα και δημιουργούν θέσεις εργασίας.

Τα επιδόματα και οι παροχές, τόσο συκοφαντημένα κατά τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη, είναι η παρέμβαση του κράτους για την άρση των ανισοτήτων που αντιμετωπίζει το σύνολο της κοινωνίας. Διότι ανισότητες δεν αντιμετωπίζει μόνο εκείνο το στρώμα του πληθυσμού που ζει στη φτώχεια και την ανέχεια.

Αντιμετωπίζουν και όσοι έχουν παιδιά σε σχέση με εκείνους που δεν έχουν, όσοι είναι ανάπηροι επίκτητα ή εκ γενετής, προσωρινά ή μόνιμα, όσοι είναι ηλικιωμένοι που οι ανάγκες τους για φροντίδα, καθημερινή ή υγειονομική, είναι αυξημένες, δηλαδή ανισότητες αντιμετωπίζει η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού σε κάποια φάση της ζωής μας. Αυτές τις ανισότητες μπορεί να τις άρει μόνο η παρέμβαση του προνοιακού κράτους με ένα τρίπτυχο: επιδόματα (για τη φτώχεια, τα παιδιά, τους ανάπηρους, τους ηλικιωμένους), δωρεάν παροχές (π.χ. σχολικά γεύματα, βρεφονηπιακοί σταθμοί) και δωρεάν δημόσιες υπηρεσίες (π.χ. Βοήθεια στο Σπίτι). Με αυτή την έννοια η υπεράσπισή τους είναι καθήκον για την Αριστερά.

* Εντύπωση προκάλεσε η δήλωση της μητέρας ότι, αν ήταν μετανάστρια στην Ελλάδα, θα είχε καλύτερη μεταχείριση από το κράτος. Τι θα θέλατε να σχολιάσετε σε σχέση με αυτή την άποψη, η οποία δεν ανήκει μόνο στη μητέρα της εννιάχρονης, αλλά σε αρκετούς ακόμη ανθρώπους που βρίσκονται σε οικονομικά δύσκολη θέση.

Ο κ. Μητσοτάκης δηλητηριάζει εδώ και χρόνια την ελληνική κοινωνία με τον ξενοφοβικό του λόγο κατά μεταναστών και προσφύγων. Δεν είναι καινούργια η προσπάθεια της Δεξιάς να στρέφει την μία κοινωνική κατηγορία κατά της άλλης υποδαυλίζοντας την αίσθηση ότι κάποια αδικείται έναντι της άλλης και υποσχόμενη ότι, στερώντας τα «προνόμια» της μιας, θα επωφεληθεί η άλλη.  Έτσι κατά καιρούς μπαίνουν στο στόχαστρο ως ευνοημένοι τη μια οι πρόσφυγες και μετανάστες, την άλλη οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο, την τρίτη οι μικρομεσαίοι που φοροδιαφεύγουν και ούτω καθ’ εξής.

Η κυριαρχία αυτής της αντίληψης σε άλλες χώρες έχει στρέψει μεγάλα τμήματα του πληθυσμού στην Ακροδεξιά και η Ν.Δ. παίζει πολύ επικίνδυνο παιχνίδι με θύμα την ίδια τη δημοκρατία όταν πρώτα υποδαυλίζει το φαινόμενο με τη ρητορική της και μετά περιμένει να εισπράξει τα αποτελέσματά του στην κάλπη της. Η ελληνική κοινωνία έχει διαχρονικά αποδείξει την αλληλεγγύη της προς τους πιο αδύναμους και συνεχίζει να το πράττει, ακόμα και όταν οι δύσκολες συνθήκες της καθημερινότητας επιτρέπουν να βλέπουμε ως απειλή τον άλλο, τον διαφορετικό, αυτόν που διεκδικεί ισότιμα μια θέση δίπλα μας.

Πηγή: Η Αυγή