Macro

Τα «κοράκια» της Ενέργειας

Ιδιωτικές επιχειρήσεις και ξένοι επενδυτές παρακάμπτουν τις εθνικές νομοθεσίες, ενάγουν κράτη σε ιδιωτικά διαιτητικά δικαστήρια, εκβιάζουν κυβερνήσεις και αποσπούν τεράστιες αποζημιώσεις, φρενάροντας πολιτικές κατά της κλιματικής αλλαγής.

Ξεπουλημένες κυβερνήσεις, πολιτικοί-ανδρείκελα εκχωρούν εδώ και αιώνες για εκμετάλλευση κοινά αγαθά του πλανήτη που δεν τους ανήκουν, όπως το νερό, το υπέδαφος, την ενέργεια, σε μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και ιδιώτες «επενδυτές».

Για την προστασία των τελευταίων έχουν θεσμοθετηθεί χιλιάδες συμφωνίες εμπορίου-επενδύσεων, ενώ οικοδομείται ταυτόχρονα ένα ακραία αδιαφανές διεθνές δικαιικό σύστημα που επιτρέπει σε ιδιωτικές επιχειρήσεις και ξένους επενδυτές να παρακάμπτουν το εθνικό δίκαιο και να ενάγουν ολόκληρα κράτη σε ιδιωτικά διαιτητικά δικαστήρια που αποτελούνται από δικηγόρους, να εκβιάζουν κυβερνήσεις και να αποσπούν τις περισσότερες φορές από αυτές τεράστιες αποζημιώσεις.

Τα τελευταία χρόνια το σύστημα αυτό ξεφεύγει πέρα από κάθε λογική, αφού οι διεκδικήσεις αποζημιώσεων από τα κράτη εκλαμβάνονται πλέον και ως… επενδυτικό προϊόν. Εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου που μυρίστηκαν αίμα σπεύδουν να τοποθετηθούν, χρηματοδοτώντας γενναία τις επιχειρήσεις που ενάγουν κράτη προσβλέποντας σε γενναίες αποδόσεις από το μερίδιό τους επί των μελλοντικών αποζημιώσεων.

Από τους βασικούς χρήστες αυτού του φαύλου συστήματος είναι και οι μεγάλες εταιρείες ενέργειας. Ο ελλοχεύων κίνδυνος είναι ότι θα χρησιμοποιήσουν το σύστημα αυτό στη συνέχεια όχι μόνο για να κερδοσκοπήσουν σε βάρος κρατών ρημάζοντας τα δημόσια ταμεία και τα χρήματα των απλών φορολογουμένων, αλλά και για να καθυστερήσουν τη μετάβαση του πλανήτη σε καθαρότερες μορφές ενέργειας.

Η Συνθήκη για το Εμπόριο Ενέργειας

Μία από τις ελάχιστα γνωστές στην κοινή γνώμη αλλά πολύ σημαντική διεθνής συμφωνία επενδύσεων της τελευταίας 20ετίας -καθώς προσφέρει τη δύναμη στις επιχειρήσεις να μπλοκάρουν τη μετάβαση του πλανήτη από τα καταστροφικά για το κλίμα ορυκτά καύσιμα στην ανανεώσιμη ενέργεια- είναι η Συνθήκη για τον Χάρτη Εμπορίου Ενέργειας (Energy Charter Treaty – ECT).

Η ECT έκανε την εμφάνισή της για πρώτη φορά στα μέσα της δεκαετίας του 1990 ως διεθνής συμφωνία για την προστασία των δυτικών επενδυτών ενέργειας στις υπό μετάβαση χώρες της Κεντρικής και την Ανατολικής Ευρώπης. Οι διαπραγματεύσεις για τη διαμόρφωση των όρων της συνθήκης έλαβαν χώρα μακριά από τον φακό της δημοσιότητας και την κοινή γνώμη.

Γι’ αυτόν τον λόγο η ECT -που έχει ήδη υιοθετηθεί από 51 χώρες του κόσμου- κατάφερε να ξεφύγει από το κύμα των αντιδράσεων που ξέσπασε την προηγούμενη δεκαετία εναντίον άλλων διεθνών συμφωνιών εμπορίου και επενδύσεων, οι οποίες περιελάμβαναν τον περιβόητο μηχανισμό διευθέτησης διαφορών επενδυτή-κράτους (Investment State Dispute Settlement-ISDS).

Ιδιώτες δικαστές

Ο ISDS αποτελεί όμως ακρογωνιαίο λίθο της ECT, παρέχοντας σε εταιρείες και επενδυτές του ενεργειακού τομέα το δικαίωμα να ενάγουν κράτη και να διεκδικούν τεράστιες αποζημιώσεις από αυτά σε διεθνή διαιτητικά δικαστήρια τα οποία αποτελούνται όχι από επαγγελματίες δικαστές, αλλά από τρεις ιδιώτες -αμφιλεγόμενους συνήθως- δικηγόρους.

Καμία άλλη διεθνής συμφωνία εμπορίου ή επενδύσεων στον κόσμο δεν έχει προκαλέσει τόσες πολλές αγωγές επενδυτών εναντίον κρατών όσες η ECT. Ως τον περασμένο Οκτώβριο η Γραμματεία της ECT είχε καταγράψει συνολικά 128 προσφυγές, οι οποίες ενδεχομένως λόγω της αδιαφάνειας που υπάρχει να είναι πολύ περισσότερες. Με την πάροδο του χρόνου μάλιστα οι προσφυγές εναντίον κρατών αυξάνονται. Από μόλις 19 στα πρώτα δέκα χρόνια της συνθήκης (1998-2007) στην επόμενη δεκαετία (2010-2019) αυξήθηκαν κατά 439% στις 109, τάση που εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί και στο μέλλον.

Ακόμα, ενώ στα πρώτα 15 χρόνια ισχύος της ECT το 89% των προσφυγών υποβάλλονταν από επενδυτές της Δύσης εναντίον χωρών της Κεντρικής, Ανατολικής Ευρώπης και της Κεντρικής Ασίας, την τελευταία πενταετία οι αγωγές των εταιρειών χτυπούν αυξανόμενα και χώρες της Δυτικής Ευρώπης όπως η Ιταλία, η Γερμανία και η Ισπανία. Την πλειονότητα των υποθέσεων κερδίζουν οι επενδυτές. Ως τα τέλη του 2019 περίπου το 60% προσφυγών εναντίον κρατών είχαν επιδικαστεί από τα διαιτητικά δικαστήρια προς όφελος των επενδυτών.

Τα χρήματα που διακυβεύονται για τα κράτη και τους φορολογουμένους τους είναι τεράστια. Σε 16 αγωγές που έχουν ασκηθεί εναντίον κρατών, οι επενδυτές -στην πλειονότητά τους επιχειρηματικοί κολοσσοί ή μεγιστάνες του πλούτου- διεκδικούσαν αποζημίωση -για κάθε μία από αυτές- μεγαλύτερη του ενός δισ. δολαρίων. Τα νομικά έξοδα είναι και αυτά υπέρογκα αγγίζοντας κατά μέσο όρο τα 11 εκατ. δολάρια, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί είναι πολύ υψηλότερα. Το μεγαλύτερο μέρος τους καταλήγει στις τσέπες των δικηγορικών γραφείων και των δικαστών.

Στα 20 χρόνια ισχύος της ECT οι κυβερνήσεις έχουν διαταχθεί από τα διαιτητικά δικαστήρια ή συμφωνήσει μετά από συμβιβασμό να πληρώσουν στις επιχειρήσεις αποζημιώσεις μεγαλύτερες των 51,2 δισ. δολαρίων, ενώ το σύνολο των απαιτήσεων που εκκρεμούν εις βάρος τους αγγίζει τα 35 δισ. δολάρια.

Μηνύσεις

Οι εταιρείες διεκδικούν αποζημιώσεις όχι μόνο για υπαρκτές απώλειες, αλλά και για υποθετικά κέρδη στο μέλλον. Η πετρελαϊκή εταιρεία Rockhopper, για παράδειγμα, διεκδίκησε από την Ιταλία όχι μόνο τα 40-50 εκατ.δολάρια που επένδυσε για εξερεύνηση πετρελαϊκού κοιτάσματος στην Αδριατική, αλλά και 200-300 εκατ. δολάρια που υποθετικά θα μπορούσε να έχει κερδίσει από την εκμετάλλευση του κοιτάσματος αν η Ιταλία δεν προχωρούσε στην απαγόρευση όλων των νέων υπεράκτιων εξορύξεων πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Οι μηνυτές της ECT προέρχονται κυρίως από τη Δυτική Ευρώπη. To 60% των περίπου 150 εταιρειών και των φυσικών προσώπων που εμπλέκονται σε διεκδικήσεις αποζημιώσεων βάσει της ECT δηλώνουν έδρα τις Ολλανδία, Γερμανία, Λουξεμβούργο, Βρετανία και Κύπρο.

Χάρη στον υπερβολικά ευρύ ορισμό «επενδυτή» και «επένδυσης» της ECT, πολλές από τις εταιρείες που ενάγουν κράτη στο πλαίσιο της ECT είναι απλά εταιρείες-ταχυδρομική θυρίδα, χωρίς καν υπαλλήλους, οι οποίες χρησιμοποιούνται από τις μεγάλες επιχειρήσεις για τη μεταφορά των κερδών τους και τη φοροαποφυγή.

Είκοσι τέσσερις από τους 25 υποτιθέμενους «Ολλανδούς» επενδυτές που είχαν προσφύγει ώς τα τέλη του 2019 σε διαιτητικά δικαστήρια εναντίον κρατών επικαλούμενοι την ECT διαπιστώθηκε ότι ήταν εταιρείες-ταχυδρομική θυρίδα. Μεταξύ αυτών και η Khan Netherlands (που χρησιμοποιήθηκε από την καναδική εταιρεία εξόρυξης Khan Resources για να μηνύσει τη Μογγολία -παρότι ο Καναδάς δεν συμμετέχει στην ECT) αλλά και οι Isolux Infrastructure Netherlands και Charanne που ανήκουν στους Luis Delso και José Gomis, δύο από τους πλουσιότερους Ισπανούς επιχειρηματίες, και αξιοποιήθηκαν για να μηνύσουν την Ισπανία.

Η ECT -όπως και οι υπόλοιπες συμφωνίες εμπορίου που περιέχουν ρήτρα ISDS- αξιοποιείται αυξανόμενα όμως και από τις εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα με σκοπό την κερδοσκοπία και την εξαγωγή κέρδους από δημόσιο χρήμα. Το 88% των προσφυγών εναντίον της Ισπανίας για τις περικοπές της Μαδρίτης στη στήριξη σχημάτων ανανεώσιμης ενέργειας δεν ήταν -όπως θα αναμενόταν- από εταιρείες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά από επενδυτικά funds και άλλες εταιρείες του χρηματοπιστωτικού τομέα που είχαν μάλιστα δεσμούς με βιομηχανίες… άνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Κάποια εξ αυτών των funds «επένδυσαν» σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μόνο όταν η Ισπανία βυθίστηκε στην οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας και η τότε κυβέρνηση Ραχόι μείωσε στο πλαίσιο των πολιτικών λιτότητας την επιδότηση κάποιων σχημάτων ανανεώσιμων πηγών που ήδη υπήρχαν. Μυρίστηκαν, δηλαδή, χρήμα και μπούκαραν. Αργότερα απαίτησαν δικαστικά αποζημιώσεις, υποστηρίζοντας ότι η αλλαγή στάσης της ισπανικής κυβέρνησης επηρέασε αρνητικά τις προοπτικές της μελλοντικής κερδοφορίας τους.

Προσφυγές που βγάζουν… μάτι

  • Vattenfall VS Γερμανία

Η σουηδική Vattenfall μετά την πρώτη επιτυχημένη προσφυγή κατά της Γερμανίας για εργοστάσιο ηλεκτρικής ενέργειας από άνθρακα που μόλυνε ασύστολα, υπέβαλε εκ νέου αγωγή το 2012 σε διεθνές διαιτητικό δικαστήριο διεκδικώντας αποζημιώσεις 4,3 δισ. ευρώ συν τόκους για απώλεια κερδών.

Η προσφυγή κατατέθηκε μετά την απόφαση του γερμανικού κοινοβουλίου να επιταχύνει τη κατάργηση της πυρηνικής ενέργειας ύστερα από το ατύχημα της Φουκουσίμα το 2011. Μεταξύ άλλων οι Γερμανοί βουλευτές αποφάσισαν την άμεση και οριστική διακοπή λειτουργίας των παλαιότερων αντιδραστήρων της Γερμανίας, συμπεριλαμβανομένων και δύο μονάδων ηλεκτροπαραγωγής της Vattenfall σε Krümmel και Brunsbüttel.

Η υπόθεση, που βρίσκεται σε εξέλιξη, αναδεικνύει τη δυνατότητα διεκδικήσεων από μια επιχείρηση εξαιτίας της νόμιμης απόφασης ενός κράτους να αλλάξει την ενεργειακή του πολιτική -και μάλιστα για περιβαλλοντικούς λόγους. Δείχνει ακόμα ότι η ECT μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική ισορροπία μιας ολόκληρης χώρας μεταφέροντας στα χέρια λίγων μετόχων χρήματα που ανήκουν σε εκατομμύρια φορολογουμένους πολίτες.

Η απαίτηση των 4,3 δισ. ευρώ ισοδυναμεί με το 25% του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού της Γερμανίας για την υγεία, ενώ ώς τον Απρίλιο του 2018 η γερμανική κυβέρνηση είχε ξοδέψει περισσότερα από 15 εκατ. ευρώ για νομικά και διοικητικά έξοδα. Η Vattenfall δαπάνησε 26 εκατ. ευρώ για νομική κάλυψη και αμοιβές δικηγόρων, οι οποίοι επίσης διεκδικούν αποζημίωση από τη Γερμανία.

Παρά τα δισεκατομμύρια δημόσιου χρήματος που διακυβεύονται, η υπόθεση εκδικάζεται επί της ουσίας στο σκοτάδι. Οχτώ χρόνια από την υποβολή της αγωγής δεν έχει δημοσιοποιηθεί ούτε ένα ενιαίο δημόσιο έγγραφο, ενώ η περιορισμένη πρόσβαση μιας μικρής ομάδας βουλευτών στις θέσεις του γερμανικού κράτους διατηρείται μυστική.

  • Yukos VS Ρωσία

Το 2014 οι δικηγόροι του διαιτητικού δικαστηρίου που επιδίκασε 3 προσφυγές κατά της Ρωσίας στο πλαίσιο της ECT (γνωστές και ως περιπτώσεις Yukos) διέταξαν τη Μόσχα να καταβάλει αποζημιώσεις 50 δισ. δολαρίων σε 6 πρώην μετόχους του πετρελαϊκού κολοσσού Yukos.

Το δικαστήριο έκρινε ότι τα μέτρα της ρωσικής κυβέρνησης που οδήγησαν στο κλείσιμο της Yukos το 2006-07 ισοδυναμούσαν με έμμεση παράνομη απαλλοτρίωσή της. Η απόφαση ακυρώθηκε το 2016 από ολλανδικό δικαστήριο που αποφάνθηκε ότι το διεθνές διαιτητικό δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία. Στην παρούσα φάση η υπόθεση βρίσκεται σε διαδικασία έφεσης, ενώ ένα δεύτερο κύμα απαιτήσεων είναι σε εξέλιξη από την προηγούμενη διοίκηση της εταιρείας.

Η υπόθεση είναι αξιοσημείωτη λόγω της κολοσσιαίας απαίτησης των 50 δισ. δολαρίων. Το ποσό ισοδυναμεί με το ΑΕΠ της Σλοβενίας και αποτελεί τη μεγαλύτερη αποζημίωση που επιδικάστηκε στην ιστορία της επενδυτικής διαιτησίας. Τα συνολικά δικαστικά έξοδα, φτάνουν τα 124 εκατ. δολάρια -εκ των οποίων η Ρωσία υποχρεώθηκε να πληρώσει τα 103 εκατ.-, βγάζουν επίσης μάτι.

Οι δικηγόροι της Yukos (από τη Shearman and Sterling που τα μίντια ονομάζουν «δικηγόρους των 1.065 δολαρίων την ώρα») χρέωσαν 81 εκατ. δολάρια για τη νομική τους εκπροσώπηση και συνδρομή. Από την πλευρά τους οι τρεις δικηγόροι του διαιτητικού δικαστηρίου έβαλαν στις τσέπες τους πάνω από 5,3 εκατ. ευρώ, ενώ ο βοηθός τους έφυγε με… 1 εκατ. ευρώ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ρωσία υπέγραψε την ECT το 1994, αλλά η Ρωσική Δούμα δεν την επικύρωσε ποτέ. Παρ’ όλα αυτά το διαιτητικό δικαστήριο αποδέχτηκε την αξίωση των μετοχών, κάτι όμως που απέρριψε αργότερα το ολλανδικό δικαστήριο.

  • Rockhopper VS Ιταλία

Το Μάιο του 2017 η βρετανική πετρελαϊκή εταιρεία προσέφυγε κατά της Ιταλίας για την άρνησή της να χορηγήσει άδεια εξόρυξης πετρελαίου στην Αδριατική Θάλασσα. Η άρνηση ήρθε μετά από απόφαση απαγόρευσης νέων εξορύξεων πετρελαίου και φυσικού αερίου κοντά στις ακτές της χώρας από το ιταλικό κοινοβούλιο λόγω περιβαλλοντικών ανησυχιών και του υψηλού κινδύνου σεισμού.

Η Rockhopper διεκδικεί από πετρελαιοπηγές που δεν… υπάρχουν αποζημίωση 40-50 εκατ. δολαρίων για τα έξοδα ερευνών και υπερτετραπλάσιο ποσό για διαφυγόντα μελλοντικά κέρδη. Η, παρανοϊκή για πολλούς, απαίτησή της έγινε δεκτή από το διαιτητικό δικαστήριο 17 μήνες μετά την… έξοδο της Ιταλίας από την ECT. Και αυτό κατέστη δυνατό επειδή η συνθήκη προστατεύει τους επενδυτές για ακόμα… 20 χρόνια μετά την αποχώρηση μιας χώρας από αυτήν. Δώκε μου και μένα μπάρμπα!

Πανίσχυρο εργαλείο στα χέρια των μεγάλων ενεργειακών εταιρειών

Πέρα από σημαντική πηγή κερδοσκοπίας σε βάρος των κρατών, η ECT αποτελεί όμως και ένα πανίσχυρο εργαλείο στα χέρια των μεγάλων εταιρειών πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα στην εκστρατεία που έχουν ξεκινήσει για να εμποδίσουν τη μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας.

Ως τα τέλη του 2012 το 70% των υποθέσεων παραβίασης όρων της ECT αφορούσε το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο ή τον άνθρακα και των 97% των επενδυτών που προσέφυγαν δικαστικά για αποφάσεις κρατών ήταν εταιρείες ορυκτών καυσίμων. Οι εταιρείες αξιοποίησαν τη συνθήκη -όπως και άλλες συμφωνίες επενδύσεων- προκειμένου να αμφισβητήσουν δικαστικά κυβερνητικές αποφάσεις απαγόρευσης πετρελαϊκών εξορύξεων, απόρριψης αγωγών μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου, φορολόγησης ορυκτών καυσίμων, αναστολής και κατάργησης των ρυπογόνων μορφών ενέργειας.

Οι εταιρείες αξιοποιούν ακόμα την ECT προκειμένου να εκφοβίσουν τις κυβερνήσεις και να τις αποτρέψουν από την ανάληψη δράσης για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής αλλά και για την προστασία υφιστάμενων και την προώθηση νέων πρότζεκτ ορυκτών καυσίμων, το κλείδωμα των κρατικών επιδοτήσεων προς αυτές, την εκτροπή των κεφαλαίων που απαιτούνται για τη μετάβαση σε καθαρότερη ενέργεια, την υπονόμευση των προσιτών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, το μπλοκάρισμα επανακρατικοποίησεων. Το πιο πιθανο είναι ότι στο τέλος δεν θα τα καταφέρουν. Εως τότε όμως, χάρη στη ρήτρα ISDS και συμφωνίες όπως η ECT, θα έχουν «μασήσει» τρισεκατομμύρια από τους φορολογούμενους πολιτες αυτού του πλανήτη.

Οι αδέκαστοι «δικαστές»

Ως τα τέλη του 2017 το 44% των προσφυγών ECT είχε εκδικαστεί από μόλις 25 δικηγόρους. Τα 2/3 αυτών είχαν προσφέρει τις υπηρεσίες τους ως νομικοί σύμβουλοι επιχειρήσεων στις διενέξεις με κράτη στο πλαίσιο άλλων συμφωνιών επενδύσεων.

Η διπλή ενασχόλησή τους τροφοδοτεί τεράστια ερωτήματα για την αντικειμενικότητά τους ως δικαστές. Αυτή η μικρή ομάδα δικηγόρων έχει αποφανθεί ακραία φιλικές προς τις επιχειρήσεις ερμηνείες της ECT, ανοίγοντας τον δρόμο για ακόμα πιο υψηλές απαιτήσεις από τα κράτη στο μέλλον. Οι πλέον «δουλευταράδες» και φίλιοι στις επιχειρήσεις δικαστές είναι:

1. GARY BORN (ΗΠΑ). Εχει εκδικάσει συνολικά 9 υποθέσεις ECT και σε όλες επιλέχθηκε ως μέλος του τριμελούς διαιτητικού δικαστηρίου από τους επενδυτές. Η καριέρα του ως υπερ-δικαστή υποθέσεων ECT εκτοξεύτηκε μετά τις υποθέσεις Ισπανίας και Τσεχίας. Οι επενδυτές εκτιμώντας τις φίλιες προς τα επιχειρηματικά συμφέροντα ετυμηγορίες του τον επέλεξαν σε 18 από τις συνολικά 20 υποθέσεις ISDS που κλήθηκε να επιδικάσει. Σε αγωγή της Phillip Morris κατά της αντικαπνιστικής νομοθεσίας στην Ουρουγουάη ήταν ο μοναδικός δικαστής που τάχθηκε υπέρ της καπνοβιομηχανίας.

2. YVES FORTIER (Καναδάς). Εχει επιδικάσει συνολικά 7 υποθέσεις ECT, στις 3 από τις οποίες επιλέχθηκε ως δικαστής από τους επενδυτές ενώ στις 4 ορίστηκε από κοινού πρόεδρος του δικαστηρίου. Και τις 7 υποθέσεις κέρδισαν οι επενδυτές. Μεταξύ αυτών και την αγωγή 6 μεγαλομετόχων της Yukos εναντίον της Ρωσίας, από την οποία πληρώθηκε για τις υπηρεσίες του ως δικαστή με το ποσό των 1,7 εκατ. ευρώ! Ο Fortier συμμετείχε για πολλά χρόνια στα διοικητικά συμβούλια επιχειρηματικών κολοσσών, όπως οι εξορυκτικές Alcan και Rio Tinto.

3. CHARLES PONCET (Ελβετία). Εχει επιδικάσει 6 υποθέσεις ECT και σε όλες επιλέχθηκε από τους επενδυτές. Αποτελεί τυπικό παράδειγμα δικηγόρου εξειδικευμένου σε θέματα επιχειρήσεων, που στη συνέχεια έγινε δικαστής διαιτητικού δικαστηρίου. Οι υποθέσεις ECT αποτελούν το 60% των περιπτώσεων διαιτησίας στις οποίες συμμετείχε, ενώ έχει εργαστεί και ως νομικός σύμβουλος ενεργειακών κολοσσών όπως η Repsol. Ως μέλος του τριμελούς δικαστηρίου που εκδίκασε την υπόθεση Yukos -από την οποία και είχε επιλεγεί- εισέπραξε αμοιβή 1,5 εκατ. ευρώ! Είναι μέλος της εταιρείας χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών London Capital Group.

4. STANIMIR ALEXANDROV (Βουλγαρία). Χαρακτηριστικό παράδειγμα «περιστρεφόμενης πόρτας» ο Βούλγαρος, έχει εκδικάσει 5 υποθέσεις. Στις 4 επιλέχτηκε από τους επενδυτές, ενώ στη μία ήταν πρόεδρος του διαιτητικού δικαστηρίου. Νωρίτερα διετέλεσε υφυπουργός Εξωτερικών της Βουλγαρίας και εκπρόσωπος αυτής στην υπογραφή των επενδυτικών συμφωνιών της δεκαετίας του 1990. Εν συνεχεία έπιασε δουλειά στο δικηγορικό γραφείο Sidley Austin ενάγοντας χώρες και εκπροσωπώντας μεγάλες επιχειρήσεις, όπως οι Vivendi, Bechtel, Veolia, Phillp Moris σε υποθέσεις ISDS.

Νομικές εταιρείες

Οι εταιρείες παροχής νομικών υπηρεσιών αποτελούν την κινητήρια δύναμη της μεγάλης ανόδου των προσφυγών ECT τα τελευταία χρόνια. Διαφημίζουν τις δυνατότητες που παρέχει η ECT για τη διεκδίκηση τεράστιων αποζημιώσεων μέσω δικαστικού αγώνα και ενθαρρύνουν τις επιχειρήσεις-πελάτες τους να μηνύουν χώρες. Ως τα τέλη του 2017 μόλις πέντε νομικές εταιρείες-ελίτ εμπλέκονταν περίπου στις μισές προσφυγές επενδυτών εναντίον κρατών για παραβίαση όρων της ECT.

Κορυφαίες όλων οι:

  1. Allen & Overy (Βρετανία). Εχεί εμπλακεί σε 16 υποθέσεις εκπροσωπώντας κυρίως επενδυτές. Ηταν αυτή που προχώρησε στην πρώτη διαιτησία βάσει της συμφωνίας ECT το 2001, εκπροσωπώντας τον αμερικανικό ενεργειακό κολοσσό AES εναντίον της Ουγγαρίας. Σήμερα αποτελεί βασικό μηνυτή της Ισπανίας, εκπροσωπώντας 10 συνολικά από τις 16 αγωγές που έχουν υποβληθεί εναντίον της χώρας της Ιβηρικής.
  2. King & Spaiding (ΗΠΑ). Εχει εμπλακεί σε 16 υποθέσεις εκπροσωπώντας μόνο επενδυτές. Αποτελεί τον βασικό νομικό εκπρόσωπο των μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών μεταξύ άλλων και στις απαιτήσεις αυτών εναντίον Ισπανίας και Ιταλίας.
  3. Arnold Porter Kaye Scholer (HΠΑ). Εχει εμπλακεί σε 10 υποθέσεις ECT. Εκπροσώπησε σε αυτές μόνο κράτη, αλλά ευρύτερα σε υποθέσεις ΙSDS έχει εκπροσωπήσει και επιχειρήσεις. Αρκετοί από τους δικηγόρους της περιλαμβάνονται στη λίστα διαιτητών της ICSID της Παγκόσμιας Τράπεζας και μπορούν να επιλεχτούν ως πρόεδροι των διαιτητικών δικαστηρίων, όταν τα αντιμαχόμενα μέρη δεν συμφωνούν.
  4. Freshfields Bruckhaus Deringer (Βρετανία). Το δικηγορικό γραφείο με τις περισσότερες υποθέσεις ISDS (45) έχει εμπλακεί σε 10 διενέξεις ECT. Eκπροσωπεί επενδυτές, μεταξύ άλλων και την EVN στην αγωγή της κατά της βουλγαρικής κυβέρνησης για τη μείωση των τιμών ενέργειας.
  5. Weil Gotshal & Magnes (ΗΠΑ). Εχει εμπλακεί σε 9 υποθέσεις ECT εκπροσωπώντας κυρίως κράτη. Ωστόσο ευρύτερα σε υποθέσεις ISDS δουλεύει και για τις δύο πλευρές. Υπερασπίζεται έτσι την Τσεχία σε 6 προσφυγές ΕCT εναντίον της, ενώ από την άλλη πλευρά διετέλεσε νομικός σύμβουλος της ενεργειακής εταιρείας CEZ, η οποία προσέφυγε κατά της αλβανικής κυβέρνησης -μετά από αποτυχημένη απόπειρα ιδιωτικοποίησης του τομέα της ενέργειας στη γειτονική χώρα. Οδήγησε μάλιστα τα Τίρανα σε συμβιβασμό κερδίζοντας για λογαριασμό της CEZ αποζημιώσεις 100 εκατ. ευρώ.

Γραμματεία ECT

«Τάτσι, μίτσι, κότσι»

Η Γραμματεία της ECT, με έδρα της Βρυξέλλες και προσωπικό 20 ατόμων, χρηματοδοτείται από τα κράτη-μέλη της συνθήκης. Το έργο της ευρύ: μεταξύ άλλων η προώθηση της συνθήκης, η διευκόλυνση μεταρρύθμισής της αλλά και η χορήγηση «ουδέτερων, ανεξάρτητων νομικών συμβουλευτικών υπηρεσιών» για την επίλυση των προκυπτουσών διαφορών. Στην πραγματικότητα όμως η Γραμματεία είναι λιγότερο ουδέτερη απ’ όσο φαίνεται.

Λειτουργεί επί της ουσίας ως βοηθός των επιχειρήσεων και των δικηγορικών γραφείων που κερδοσκοπούν από την ECT. Εταιρείες που ρυπαίνουν και κερδοσκόποι δικηγόροι απολαμβάνουν προνομιακή πρόσβαση σε αυτήν, εγείροντας ερωτήματα για την ουδετερότητά της και την ικανότητά της να λειτουργήσει υπέρ των κρατών που συμμετέχουν στη συνθήκη καθώς και για την απομάκρυνση του κόσμου από τα ορυκτά καύσιμα. Αυτό αποτυπώνεται πλήρως στα δύο συμβουλευτικά της σώματα της ΕCΤ, Industry Advisory Panel και Legal Advisory Task Force.

Το πρώτο σώμα παρέχει συμβουλές πολιτικής για τις κατευθύνσεις της ECT. Από τις 42 επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε αυτό τουλάχιστον οι 36 βγάζουν τα κέρδη τους από τα ορυκτά καύσιμα. Μεταξύ αυτών και κάποιες από τις πλουσιότερες πετρελαϊκές εταιρείες του κόσμου, όπως οι Shell, BP, CNPC, Lukoil, Gazprom, ENI και ΕΛΠΕ.

Αλλα μέλη του Industry Advisory Panel αντιπροσωπεύουν διανομείς ενέργειας, χρηματοδότες και εταιρείες που καταναλώνουν υπερβολικά υψηλή ενέργεια στην παραγωγή τους, όπως η χημική Dow Chemical που χρησιμοποιεί καθημερινά… 800 χιλιάδες βαρέλια πετρελαίου. Αρκετές από αυτές τις εταιρείες ή θυγατρικές τους έχουν ενάγει κράτη στο πλαίσιο της ECT σε διαδικασίες ISDS αποκομίζοντας τεράστιες αποζημιώσεις.

Ακόμα περισσότεροι κερδοσκόποι του συστήματος ISDS συμμετέχουν όμως στο άλλο συμβουλευτικό σώμα, το Legal Advisory Task Force, που συγκεντρώνει περί τους 80 δικηγόρους. Τα 2/3 αυτών αποκομίζουν οικονομικά οφέλη από προσφυγές επενδυτών εναντίον κρατών.

Και τα δύο συμβουλευτικά σώματα έχουν άφθονες ευκαιρίες επηρεασμού της Γραμματείας, των κρατών-μελών της ECT και της ευρύτερης διαδικασίας της Συνθήκης για το δικό τους συμφέρον. Επίσης αρκετοί υψηλόβαθμοι υπάλληλοι στη Γραμματεία της ECT συνεχίζουν την καριέρα τους σε δικηγορικά γραφεία που συμμετέχουν στα διαιτητικά δικαστήρια.

Μπάμπης Μιχάλης

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών