Macro

Συμπεράσματα μιας ευρωπαϊκής ήττας

H σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, σύμφωνα με την οποία οι ενέργειες της γερμανικής κυβέρνησης -ειδικότερα του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε- τον Ιούλιο του 2015, σχετικά με το εάν η Ελλάδα έπρεπε να αποχωρήσει (υποτίθεται, προσωρινά) από την ευρωζώνη, είχαν παραβιάσει τη συνταγματική υποχρέωση ενημέρωσης του γερμανικού Κοινοβουλίου, δίνει την ευκαιρία να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα για εκείνα τα κρίσιμα γεγονότα – αλλά και το παρόν και το μέλλον.

Συμπέρασμα πρώτο: το Grexit δεν ήταν μπλόφα, αλλά η θέση εκκίνησης της Γερμανίας. Ο Σόιμπλε είχε καταλήξει στην πεποίθηση ότι η αποβολή της Ελλάδας θα προκαλούσε μικρότερη ζημιά από μια υπαναχώρηση της ευρωζώνης από τη σκληρή γραμμή της λιτότητας και των μνημονίων που θα παρέσυρε και άλλες χώρες από την οδό της δημοσιονομικής αρετής. Πιθανότατα, είχε επίσης καταλήξει (χωρίς να είναι ο μόνος) ότι η ένταξη της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ ήταν εξ αρχής λανθασμένη και ότι η παραμονή της είχε περισσότερα μείον παρά συν.

Με άλλα λόγια, ότι η Ελλάδα ήταν μια χώρα δευτερεύουσας σημασίας, ο ακρωτηριασμός της οποίας δεν θα προκαλούσε ιδιαίτερα προβλήματα, μετά την «καραντίνα» που είχε ήδη επιτευχθεί μέσω των μνημονίων του 2010 και, ιδίως, του 2012 και που είχε απομακρύνει τον κίνδυνο διάδοσης του «ελληνικού ιού» στις χώρες του ευρω-πυρήνα.

Με αυτά τα δεδομένα, δεν επρόκειτο ποτέ να υπάρξει καμία αναδιαπραγμάτευση, αλλά μόνο ένα τελεσίγραφο που απλά επιδόθηκε στην Ελλάδα μέσω ενός Eurogroup-μαριονέτας. Ολες οι κινήσεις που θα οδηγούσαν στο Grexit ήταν προαποφασισμένες, κυρίως η αποκοπή της χώρας από το σύστημα πληρωμών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με αυτόματη συνέπεια την ανάγκη για «προσωρινό» παράλληλο νόμισμα.

Σε αντίθεση, λοιπόν, με τον μύθο που έχει συστηματικά καλλιεργηθεί από το εγχώριο κατεστημένο εξουσίας, εάν θέλει να αναζητήσει κανείς τους πραγματικούς υπαίτιους της διακινδύνευσης της θέσης της Ελλάδας στην ευρωζώνη, θα τους βρει στα κυβερνητικά γραφεία του Βερολίνου – πλέον, με τη βούλα του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου. Θα τους βρει, επίσης, σε κάποια γραφεία των Βρυξελλών και της Φρανκφούρτης, αλλά και της Αθήνας, όπου κατοικοέδρευαν οι πρόθυμοι συνομιλητές του Σόιμπλε, έχοντας αναλάβει εργολαβικά τη διεκπεραίωση των πολιτικών που έφεραν τη σφραγίδα του. Λόγου χάρη, στην ευρύτερη περιοχή πέριξ της Τραπέζης της Ελλάδος.

Συμπέρασμα δεύτερο: παρά τη συνθηκολόγηση, ούτε το σχέδιο του Σόιμπλε περί Grexit πέτυχε ούτε πολλά από τα πλέον επώδυνα σημεία του τελεσιγράφου πέρασαν στο τελικό πρόγραμμα, ενώ το τρίτο Μνημόνιο εφαρμόστηκε με εντελώς διαφορετικό τρόπο και προτεραιότητες από τα προηγούμενα, όπου η διακυβέρνηση είχε καταντήσει τυπική διαδικασία διεκπεραίωσης των υποδείξεων της τρόικας.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, το σημαντικότερο στοίχημα για την Ελλάδα ήταν η ανάκτηση της χαμένης κυριαρχίας της, δηλαδή της δυνατότητας εκλεγμένων ελληνικών κυβερνήσεων να ασκούν πολιτική, ούσες υπόλογες στον λαό που τις εξέλεξε και όχι σε επιτροπές ελεγκτών-τεχνοκρατών. Το στοίχημα αυτό κερδήθηκε με την τυπική έξοδο από το καθεστώς των μνημονίων το 2018 – αλλά όχι πλήρως. Πολλά ακόμα έμενε να γίνουν και η πορεία αυτή διακόπηκε βίαια την επόμενη χρονιά, με την ολική επαναφορά του φαύλου συμπλέγματος οικονομικής και πολιτικής εξουσίας που ήταν, εν πολλοίς, υπεύθυνο για την ελληνική χρεοκοπία. Το οποίο, μάλιστα, παρέλαβε ένα δημόσιο χρέος ρυθμισμένο και ένα πολύτιμο αποθεματικό 37 δισεκατομμυρίων, για πρώτη φορά στα χρονικά.

Συμπέρασμα τρίτο: η πανδημία της Covid-19 ανάγκασε την Ε.Ε. να ομολογήσει -στην πράξη, τουλάχιστον- ότι η πολιτική της λιτότητας όχι απλά ήταν αποτυχημένη, αλλά δημιούργησε βαθιές και επικίνδυνες ρωγμές στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Μπορεί ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, σε μια κρίση ειλικρίνειας, να χαρακτήρισε τη «μέθοδο» της τρόικας «εργαλείο βασανιστηρίων», το μείζον όμως είναι ότι η ευρωπαϊκή αντίδραση στη δεύτερη μεγάλη κρίση του 21ου αιώνα, παρά τις αναπόφευκτες ανεπάρκειες και πολλαπλές αστοχίες της, δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο διαφορετική από την πρώτη.

Το τρίπτυχο της ενεργοποίησης της ρήτρας εξαίρεσης από τον «στενό κορσέ» του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (σε συνδυασμό με την αντίστοιχη χαλάρωση του πλαισίου ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων), της έστω και μερικής έκδοσης κοινού χρέους για τη χρηματοδότηση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης και, προ πάντων, της πλημμύρας φτηνής ρευστότητας που προσέφερε το έκτακτο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, ήταν που έδωσε σε πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες -με πρώτη την ελληνική- τη σανίδα σωτηρίας που τις κράτησε στην επιφάνεια.

Αυτό έδειξε τον δρόμο για μια ορθολογικότερη δόμηση της ευρωπαϊκής συνεργασίας, με έμφαση στην ευελιξία και την παραχώρηση σε κάθε χώρα της ευχέρειας να κινείται, εντός ενός minimum κοινού ευρωπαϊκού πλαισίου, ασφαλώς, αλλά με μεγαλύτερα περιθώρια αυτονομίας και προσαρμοστικότητας στις δικές της αναπτυξιακές και κοινωνικές ανάγκες. Μια sine qua non προϋπόθεση, καθώς είναι βέβαιο ότι στο μέλλον θα χρειαστούν γιγαντιαίες ενέσεις χρηματοδότησης, με χρήση κάθε διαθέσιμου αναπτυξιακού εργαλείου σε ευρωπαϊκό αλλά και σε εθνικό επίπεδο. Θα χρειαστεί μια θεμελιώδης αλλαγή στον τρόπο σκέψης και λειτουργίας των Βρυξελλών που παραμένουν προσκολλημένες στο δόγμα ότι περισσότερη Ευρώπη είναι πάντα και καλύτερη Ευρώπη για να συμβεί κάτι τέτοιο.

Δυστυχώς, στην περίπτωση της Ε.Ε. ισχύει απολύτως το ρητό ότι οι παλιές συνήθειες πεθαίνουν δύσκολα. Οι «σκληροί» υπέρμαχοι της λιτότητας δεν έχουν πάψει στιγμή να πιέζουν προς την κατεύθυνση της επιστροφής στην «κανονικότητα», η οποία έχει τοποθετηθεί στις αρχές του 2023 – αν δεν αλλάξει κάτι. Και εδώ ελλοχεύει ο μεγάλος κίνδυνος για την Ελλάδα, καθώς η καταστροφική οικονομική διαχείριση της σημερινής κυβέρνησης ανοίγει μια επικίνδυνη ατραπό που οδηγεί σε ύφεση, δημοσιονομική στενότητα, αδυναμία εξασφάλισης ρευστότητας – με τον ESM να καραδοκεί.

Ο Ιούλιος του 2015 ήταν η κορύφωση ενός ευρωπαϊκού δράματος που, από πολλές απόψεις, συνεχίζεται ώς και σήμερα, στοιχειώνοντας την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Συγχρόνως, ήταν και μια μεγάλη ευρωπαϊκή ήττα. Οχι μόνο ελληνική, σίγουρα όχι μόνο της πρώτης κυβέρνησης της Αριστεράς.

Ηταν η ήττα μιας Ευρώπης που απέτυχε να κάνει την υπέρβαση που θα έδινε περιεχόμενο στις μεγαλόστομες διακηρύξεις περί ευρωπαϊκής ενότητας και αλληλεγγύης, μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας και κοινής ευρωπαϊκής μοίρας. Και που τελικά απέδειξε ότι πίσω από αυτές δεν κρυβόταν τίποτε περισσότερο από το αιώνιο ευρωπαϊκό παίγνιο της ισορροπίας -μάλλον, της ανισορροπίας- δυνάμεων και της ανηλεούς σύγκρουσης εθνικών συμφερόντων. Οπως όλες οι ήττες, είχε κι αυτή βαριές συνέπειες, από τις οποίες η Ευρώπη δεν έχει διαφύγει, διότι διστάζει να την παραδεχθεί ή να διδαχθεί από αυτήν. Οσο, όμως, αυτό θα συνεχίζεται, θα συνεχίζεται και η βασανιστικά αργόσυρτη πτώση της.

Ο Γιάννης Γούναρης είναι επιστημονικός συνεργάτης Κύκλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Αναλύσεων Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών