Συνεντεύξεις

Στράτος Φαναράς: «Η ρευστότητα μπορεί να δημιουργήσει νέα πολιτικά υποκείμενα»

Ο Στράτος Φαναράς πρόεδρος και διευθύνοντας σύμβουλος της Metron Analysis, σκιαγραφεί το πολιτικό τοπίο, όπως έχει διαμορφωθεί με τη ΝΔ να είναι κυρίαρχο κόμμα και στην αντιπολίτευση να υπάρχουν επιμέρους ανακατατάξεις και διαφοροποιήσεις. Σε αυτή τη ρευστότητα, εκτιμά, “κάθε προσπάθεια να ανοίξει η κυβέρνηση νέα μέτωπα θα εγκυμονεί κινδύνους και για την ίδια και για το κόμμα που εκπροσωπεί”. Όπως επισημαίνει υπάρχει “χώρος για μια νέα συνάντηση των δυνάμεων της Αριστεράς, της σοσιαλδημοκρατίας και της οικολογίας” και περιγράφει τα επίδικα των ευρωεκλογών.
 
Ποια η δημοσκοπική εικόνα που έχετε έξι μήνες μετά τις εθνικές εκλογές και ενώ ξεκινούν οι θητείες των δημοτικών και περιφερειακών αρχών;
 
Σε γενικές γραμμές διατηρούνται οι συσχετισμοί που καταγράφηκαν στις εκλογές, με τη ΝΔ να είναι το κυρίαρχο κόμμα στο πολιτικό σύστημα και να διατηρεί μεγάλη απόσταση από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Βέβαια στο χώρο της αντιπολίτευσης, υπάρχουν επιμέρους ανακατατάξεις και διαφοροποιήσεις. Η κρίση στον ΣΥΡΙΖΑ έχει οδηγήσει στη μείωση των ποσοστών του και ταυτόχρονα η καλή παρουσία του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ στις αυτοδιοικητικές εκλογές το έχει οδηγήσει σε μια περαιτέρω ενίσχυση. Αυτή η παράλληλη πτώση και ενίσχυση διαμορφώνουν ένα νέο συσχετισμό και φέρνουν δημοσκοπικά το ΠΑΣΟΚ στη δεύτερη θέση. Το ΚΚΕ καταγράφει το τελευταίο διάστημα ένα διψήφιο δημοσκοπικό ποσοστό και έχει μια σαφή τάση ενίσχυσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν καταφέρνει, μέχρι στιγμής, να βρει έναν τρόπο ανάκαμψης, ειδικά μετά τη διάσπαση. Από την άλλη, υπάρχει μια εμφανής τάση στο χώρο δεξιά της ΝΔ να συγκροτηθεί από τα διάσπαρτα κόμματα ένας πόλος που θα μπορέσει να αποτελέσει το αντίπαλο δέος του χώρου.
 
 
Η κοινωνία πώς επηρεάζει αυτό το ρευστό πολιτικό τοπίο;
 
Υπάρχει μια κοινωνική ατζέντα, η οποία είναι όλο και πιο πιεστική. Τα φαινόμενα της ακρίβειας συνεχίζουν να δημιουργούν μια ασφυκτική κατάσταση στα φτωχά νοικοκυριά ιδίως. Η εγκληματικότητα δείχνει να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί και εμφανίζει έξαρση. Η όποια μεταρρυθμιστική διάθεση της κυβέρνησης φαίνεται ότι βρίσκει ισχυρές αντιστάσεις και έτσι δεν έχει μεγάλη δυναμική. Εκτιμώ ότι από ένα σημείο και μετά –που κανείς δεν μπορεί να το ορίσει- ίσως αυτό οδηγήσει σε κριτική και αποστασιοποίηση, ίσως και απόσυρση εμπιστοσύνης από την κυβέρνηση, ειδικά από δυνάμεις που προσδιορίζονται ως μεταρρυθμιστικές.
 
 
Η κυριαρχία της ΝΔ είναι δικό της επίτευγμα, αποτέλεσμα της ισχνής αντιπολίτευσης ή και τα δύο μαζί;
 
Σίγουρα και τα δύο μαζί. Το επίτευγμα Μητσοτάκη είναι ότι κατάφερε να αξιοποιήσει πολιτικά προς όφελός του την κρίση στο χώρο του Κέντρου. Η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ το 2012 απελευθέρωσε πάρα πολλές δυνάμεις στο χώρο του Κέντρου, τις οποίες προσέγγισε και προσεταιρίστηκε. Από την άλλη, όμως, είναι και αποτέλεσμα της ισχνής αντιπολίτευσης, ειδικά από το χώρο της Αριστεράς και της κεντροαριστεράς, η οποία δεν λειτούργησε όλα αυτά τα χρόνια πολιτικά. Προσπαθούσε να εξορκίσει και όχι να αναλύσει την πραγματικότητα. Έτσι οδηγηθήκαμε σε νέα μεγαλύτερη ήττα της αντιπολίτευσης και αδυναμία της να εκπροσωπήσει τα χειμαζόμενα κοινωνικά στρώματα.
 
 
Ο Κ. Μητσοτάκης έχει καταφέρει η ΝΔ να έχει συγκρατήσει τις δυνάμεις του Κέντρου και ένα κομμάτι από τα δεξιά της. Αυτό τις τελευταίες μέρες βλέπουμε να απειλείται. Το γεγονός ότι απέναντί της έχει μια αδύναμη αντιπολίτευση δεν δημιουργεί μία ενδεχόμενη αστάθεια στη ΝΔ;
 
Στο μεταπολιτευτικό κύκλο είχαμε μάθει σε ένα διπολικό σύστημα, το οποίο εξασφάλιζε μια σχετικά ήρεμη πολιτική ζωή, υπό την έννοια ότι υπήρχε πάντα μια εναλλακτική για τη διακυβέρνηση. Τώρα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο φαινόμενο, αυτό του κυρίαρχου κόμματος, στο οποίο η χώρα δεν είναι συνηθισμένη. Επομένως, υπάρχει μια ρευστότητα, η οποία δυνάμει μπορεί να δημιουργήσει νέα πολιτικά υποκείμενα. Όσο υπάρχει αυτή η ρευστότητα –η οποία εκτείνεται πέραν του αναμενόμενου– κάθε προσπάθεια να ανοίξει η κυβέρνηση νέα μέτωπα θα εγκυμονεί κινδύνους και για την ίδια και για το κόμμα που εκπροσωπεί. Όμως αυτή τη στιγμή αποτελεί τη μόνη ισχυρή σταθερά του πολιτικού συστήματος.
 
 
Ωστόσο, η ΝΔ απευθύνεται με εναλλαγή στο Κέντρο και στα δεξιά της. Αυτό τη βοηθά; Δεν χάνει το πολιτικό της στίγμα;
 
Τη βοηθά όσο δεν έχει να αντιμετωπίσει στοχευμένες αντίπαλες πολιτικές προτάσεις. Οι κυβερνήσεις πάντοτε επιχειρούν να έχουν όσο το δυνατόν πιο διευρυμένα ακροατήρια και αποδοχή. Η ΝΔ για να διατηρήσει την κεντροδεξιά ηγεμονία της απευθύνεται στις παρυφές της, σε όμορους χώρους. Δεν έχει κάνει κάποιο ιδεολογικό ή πολιτικό άλμα μεγάλης ασυνέπειας. Είναι υποχρέωση της αντιπολίτευσης να αντιμετωπίσει τις πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης. Αν η ΝΔ απειλείται από κάτι είναι από την ευρύτερη αστάθεια του πολιτικού συστήματος. Επομένως, αυτοί που θα οργανώσουν μια κριτική απέναντι στην κυβέρνηση θα πρέπει να έχουν τη συνέπεια και την αξιοπιστία να το κάνουν με αξιόπιστο τρόπο. Ταυτόχρονα ας μη ξεχνάμε ότι η αξιωματική αντιπολίτευση δεν έχει κάνει την αυτοκριτική της και αυτό δεν υπονομεύει κανέναν άλλο παρά την ίδια και την αξιοπιστία του λόγου της.
 
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχώς χάνει και στην κάλπη και δημοσκοπικά. Αυτό είναι αποτέλεσμα του ότι δεν έχει κάνει αυτοκριτική και απολογισμό, όπως είπες, ή ο κόσμος που τον στήριξε δεν νιώθει να εκπροσωπείται πια από τον ΣΥΡΙΖΑ ιδεολογικά;
 
Το ερώτημα είναι ευρύτερο. Τι έχει να εισφέρει σήμερα η Αριστερά στη διακυβέρνηση και την πολιτική; Η Αριστερά, γενικά στην Ευρώπη, θα έλεγα ότι βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα αμυντική θέση. Κυριαρχούν οι δυνάμεις που είναι πιο κοντά στις νεοφιλελεύθερες ιδέες, όπως και φοβικές δυνάμεις που προσπαθούν να κρατήσουν την Ευρώπη ως ένα περίκλειστο κάστρο. Η Αριστερά έχει ένα πρόβλημα συνολικού επαναπροσδιορισμού και επανατοποθέτησης και ειδικότερα στην Ελλάδα έχει ένα πρόβλημα να συνομιλήσει με τον εαυτό της, να δει με ειλικρίνεια τα λάθη και τα σωστά της και να προσαρμόσει το βηματισμό της με την εποχή.
 
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ με τον νέο του πρόεδρο δείχνει να μπορεί να ανακόψει αυτή την πτωτική πορεία, μετά και τη διάσπαση που περνά; Και γενικότερα τι μας δείχνει η επιλογή του συγκεκριμένου προέδρου;
 
Η εκλογή του προέδρου με τον τρόπο που έγινε είναι άλλο ένα δείγμα του ότι το υπέδαφος του πολιτικού συστήματος είναι σαθρό. Φαίνεται ότι μπορεί κάποιος κάνοντας μια γρήγορη και εντυπωσιακή εμφάνιση να σαρώσει ένα πολιτικό προσωπικό ή ένα σύστημα που είναι πάρα πολύ κουρασμένο και εξ αυτού αδύναμο να υπερασπίσει τη θέση του. Αυτό που φαίνεται μετά την εκλογή Κασσελάκη είναι ότι η πτωτική πορεία όχι μόνο δεν μπόρεσε να ανακοπεί, αλλά διατηρείται με αμείωτους ρυθμούς. Αυτό είναι πια ορατό και από τις αποχωρήσεις επώνυμων στελεχών κάτι που στο παρελθόν δεν υπήρχε. Και ο πολύτιμος χρόνος για την ανάκαμψη του σταδιακά στερεύει.
 
 
Αλλάζει και την τοποθέτησή του ο ΣΥΡΙΖΑ. Είναι η πρώτη φορά που ψηφίζει το εξοπλιστικό πρόγραμμα, για παράδειγμα.
 
Το παλιό πεθαίνει, ενώ το καινούργιο δεν έχει γεννηθεί. Χάνει δυνάμεις από το χώρο του, χωρίς να φαίνεται που πηγαίνει και ποιες δυνάμεις προσεταιρίζεται. Όμως, το βασικό πρόβλημα δεν ξεκινά από τον κ. Κασσελάκη, δεν είναι θέμα τόσο προσώπου, όσο θεωρητικής και πολιτικής σκευής, η οποία είναι αναντίστοιχη για τις απαιτήσεις των καιρών. Χρειάζεται συνολική επανατοποθέτηση. Η πτωτική πορεία δεν ξεκίνησε τώρα, ξεκίνησε επί Τσίπρα, να θυμίσω.
 
 
Την ίδια στιγμή, η νέα ύλη που θα έπρεπε η Αριστερά να προτάσσει μένει εκτός ατζέντας.
 
Αυτό που ζούμε μέσα από το συνεχές των κρίσεων δημιουργεί μια νέα εποχή για την ανθρωπότητα. Μία αμιγώς αμυντική εποχή, η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί ως τέτοια και όχι ως μια ταινία αποσπασματικών και διαφορετικών στιγμιοτύπων όπου η κριτική της αντιπολίτευσης θα εστιάζει σε αυτά. Η αντιπολίτευση οφείλει να δει ότι υπάρχει ένα συνολικό θέμα αλλαγής εποχής, ότι δεν υπάρχει δυνατότητα επιστροφής σε κάποια κανονικότητα, όπως μας έλεγαν οι συντηρητικές δυνάμεις. Οφείλει να δει πώς μπορεί να παρουσιάσει μια εναλλακτική πρόταση για μια ανεκτή –αν όχι ευτυχή- διαβίωση των ανθρώπων. Από δύναμη καταγγελίας να γίνει δύναμη ελπίδας. Να μιλήσει για τις νέες ανισότητες. Ποιο θα έπρεπε να είναι το νέο μοντέλο για το δίκτυ ασφαλείας στην υγεία, το κλίμα, την εργασία; Ποια είναι τα νέα μοντέλα εργασίας που θα έπρεπε να υποστηρίζει; Θα έπρεπε η αντιπολίτευση να έχει ένα θεωρητικό σχέδιο που να της επιτρέπει να οργανώσει την άμυνα των ανθρώπων στην εποχή των συνεχών κρίσεων.
 
 
Υπάρχει επομένως χώρος για κάτι νέο;
 
Αυτό που φάνηκε και από τις αυτοδιοικητικές εκλογές, είναι ότι υπάρχει χώρος για μια νέα συνάντηση των δυνάμεων της Αριστεράς, της σοσιαλδημοκρατίας και της οικολογίας. Όπου επιχειρήθηκε αυτή η συνάντηση με έναν συγκροτημένο τρόπο, με ανθρώπους που να δίνουν μια αίσθηση ικανότητας διοίκησης έφερε αποτελέσματα, σε συνδυασμό πάντα με τις δυνατότητες των αντιπάλων. Το είδαμε στο δήμο Αθηναίων και στη Θεσσαλία και θα έπρεπε αυτή η εμπειρία να είναι οδηγός για τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης. Για παράδειγμα, η κλιματική κρίση δεν μπορεί να είναι πλέον μία επιπλέον σελίδα, μια προσθήκη πολυτελείας στα διάφορα προγράμματα. Αποτελεί πυρηνικό ζήτημα γύρω από το οποίο αναπτύσσονται οι νέες κοινωνικές αντιθέσεις.
 
 
Η Νέα Αριστερά, και με τη διεύρυνση που επιδιώκει, μπορεί να αποκτήσει μια τέτοια δυναμική;
 
Χρειάζεται για αρχή να υπάρχει μια πρωτοπορία η οποία να πιστεύει στο εγχείρημα και να μην δείχνει ότι θα προχωρήσει αν και εφόσον. Όσο δείχνει διστακτική, τόσο το εγχείρημα θα αδυνατίζει. Αν η προσπάθεια μείνει στο πέστε μου για να σας πω, θα έχει επιφυλάξεις και από την κοινωνική πλευρά. Πρέπει να προχωρήσει τολμηρά για να έχει αποτέλεσμα, να το πάει ως το τέλος. Ο χώρος υπάρχει, το θέμα είναι αν υπάρχουν οι υποκειμενικές δυνατότητες.
 
 
Το ΠΑΣΟΚ δημοσκοπικά εμφανίζεται δεύτερο κόμμα. Ανακτά πλέον μέρος της μεγάλης βάσης που είχε και επομένως αντιστρέφει την πασοκοποίηση ή είναι ευκαιρία ανόδου εξαιτίας της φθοράς της Αριστεράς;
 
Και τα δύο. Η δημοσκοπική δεύτερη θέση του ΠΑΣΟΚ συνδυάζεται όχι μόνο από την άνοδό του, αλλά και από την πτώση του ΣΥΡΙΖΑ. Το ΠΑΣΟΚ ευνοείται και από την ανάγκη να υπάρχει μια αντιπολίτευση η οποία θα έχει ευθύνη ελέγχου απέναντι στα κυβερνητικά σχέδια και η πολύμηνη εσωστρέφεια του ΣΥΡΙΖΑ του δίνει την ευκαιρία να παίξει έναν τέτοιο ρόλο. Το να καταγραφεί ως δεύτερο κόμμα στις ευρωεκλογές είναι αδήριτη ανάγκη πλέον για το ΠΑΣΟΚ –δεν θα έχει άλλη ευκαιρία- αλλά και το ποσοστό του θα πρέπει να δημιουργεί βάσιμες προσδοκίες για κάτι μεγαλύτερο στο μέλλον.
 
 
Οι ευρωεκλογές θα είναι σταθμός;
 
Ναι, γιατί θα συμπυκνώσουν πολλά, τα οποία έχουν να κάνουν με αυτή την αλλαγή εποχής. Πρώτον, η προεκλογική ατζέντα θα επικεντρωθεί στο πώς μιλάνε τα κόμματα για την ίδια την Ευρώπη η οποία σήμερα βρίσκεται σε κομβικό σημείο. Δεύτερον, θα αναδειχθούν οι νέες πολιτικές ομάδες σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Τρίτον θα αποτυπωθούν οι συσχετισμοί στο εσωτερικό της χώρας. Αν οι επερχόμενες ευρωεκλογές μοιάζουν με όλες τις προηγούμενες θα είναι μια αποτυχημένη πολιτική διαδικασία, αντίθετα αν αλλάξει η ατζέντα της συζήτησης μπορεί να σημάνουν κάτι ελπιδοφόρο για τη δημοκρατική παράδοση και το μέλλον της Ευρώπης.
 
Ιωάννα Δρόσου, Παύλος Κλαυδιανός