Συνεντεύξεις

Στέφανος Δημητρίου: «Η πολιτική διέρχεται βαθιά κρίση αξιοπιστίας»

Ο πρόεδρος του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου πανεπιστημίου, Στέφανος Δημητρίου, μιλά στην «Εποχή» για τη βαθιά κρίση του πολιτικού συστήματος και του κράτους δικαίου, την κατάρρευση της αντιπολίτευσης και την κυριαρχία της κυβέρνησης, τα επίδικα της Νέας Αριστεράς αλλά και των ευρωεκλογών.
 
Ένα ακόμα σκάνδαλο είναι ανοιχτό, η διαρροή προσωπικών δεδομένων από το υπουργείο Εσωτερικών, και ενώ εξελίσσεται έρευνα γίνεται διάρρηξη στο γραφείο του υπουργείου. Σε οποιαδήποτε χώρα θα έπρεπε να παραιτηθεί η υπουργός, αν όχι η κυβέρνηση. Εδώ είναι απλά Μεγάλη Εβδομάδα. Και δεν είναι η πρώτη φορά. Γιατί βλέπουμε απλά τα σκάνδαλα να περνούν;
 
Γίνονται πολλές φορές αναφορές στον φιλελευθερισμό, και μάλιστα με τρόπο δημαγωγικά καταχρηστικό, όταν μάλιστα ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της Aριστεράς υποτιμά την αξία του πολιτικού φιλελευθερισμού. Ωστόσο, το να παραβιάζεται το κράτος δικαίου συνιστά εξασθένηση των δικαιοκρατικών εγγυήσεων, χωρίς τις οποίες δεν θα είναι σεβαστά τα ατομικά, αλλά και τα συλλογικά των πολιτών. Έτσι θα είναι εν κινδύνω και η σχέση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, δηλαδή αυτό το οποίο εγγυάται ο πολιτικός φιλελευθερισμός. Αυτός, άλλωστε, είναι εγγεγραμμένος στον αξιακό πυρήνα της δημοκρατικής, συλλογικής Αριστεράς, από κοινού με τη δημοκρατική-ρεπουμπλικανική αρχή της πολιτικής αρετής ως αφοσίωσης στο κοινό συμφέρον, με δεδομένη βέβαια τη σκόπιμη σημασιακή αοριστία της έννοιας, η οποία, για να αποσαφηνιστεί, θα πρέπει, διαρκώς, να επανατίθεται και να αναπροσδιορίζεται το κοινωνικό ζήτημα. Εφόσον, λοιπόν, δεν διασφαλίζονται οι δικαιοκρατικές εγγυήσεις, αναφύεται και το πρόβλημα που αφορά τη λειτουργίας της δημοκρατίας. Η απάντηση λοιπόν στο ερώτημά σου είναι επειδή έχουμε μια βαθιά κρίση του πολιτικού συστήματος και βαθιά κρίση του κράτους δικαίου. Αυτό είναι που θα εκμεταλλευτεί η άκρα δεξιά για να πει ότι η δημοκρατία είναι διάτρητο πολίτευμα.
 
 
Σε αυτό το κλίμα βαθιάς πολιτικής κρίσης που περιγράφεις, η κυβέρνηση συνεχίζει το έργο της. Περνά κάθε βδομάδα και από κάτι που θίγει κατακτήσεις ή υποβαθμίζει τη ζωή του πολίτη. Γιατί δεν κουνιέται φύλλο;
 
Δεν είναι τυχαίο. Έχουν συντελεστεί δύο πολύ βαθιές αναδιαρθρώσεις του κομματικού συστήματος. Η πρώτη συνέβη το 2012 και η δεύτερη το 2023, με την πλήρη κατάρρευση της Αριστεράς, όχι μόνο στα εκλογικά της ποσοστά αλλά και με την απαξίωσή της. Το ότι δηλαδή έπαψε ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας να την υπολήπτεται. Ουδέποτε ο κόσμος έσπαγε πλάκα με την Αριστερά, όπως έγινε το 2023 και συνεχίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η καθημερινότητά μας, με την οποία συνδέαμε την έννοια της κανονικότητας, δεν είναι πλέον κανονική. Επίσης, οι βαθιές αλλαγές και τομές που συμβαίνουν στην κοινωνία, την τελευταία δεκαετία, δεν αποτελούν αντικείμενο πολιτικού προβληματισμού στη δημόσια σφαίρα. Παράλληλα, η ίδια η πολιτική χειραγωγείται από τη διαδικτυακή εξαλλοσύνη και τον αντισυστημικό, αντιθεσμικό παροξυσμό. Το αποτέλεσμα είναι το ότι μεγάλο μέρος των πολιτών να μην εμπιστεύεται όχι μόνο πολιτικά κόμματα, αλλά την ίδια την πολιτική. Η πολιτική διέρχεται βαθιά κρίση αξιοπιστίας, όπως και ο ίδιος ο θεσμός του πολιτικού κόμματος, που αποτέλεσε μέγιστο επίτευγμα της πολιτικής νεωτερικότητας. Αν δεν εμπιστεύεται κάποιος την πολιτική, δεν έχει που να αποθέσει τον καημό του, πολλώ δε μάλλον την ελπίδα του για βασικές αλλαγές. Και δεν τον αφορά αν του υποσχεθούμε μια ιστορική προοπτική χειραφέτησης. Η ζωή του σήμερα δεν τοκίζεται με υποσχέσεις για ένα λυτρωτικό αύριο. Οι άνθρωποι ζουν στην καθημερινότητά τους, 24 ώρες το 24ωρο, δεν ζουν σε μια προοπτική ιστορικής δικαίωσης. Αυτό εκμεταλλεύεται αποτελεσματικώς η κυβέρνηση και, από τη μεριά της, καλά κάνει.
 
 
Της ήρθε και λίγο σαν «θείο δώρο» το να είναι μόνη της στο πολιτικό παιχνίδι…
 
Η κατάρρευση της αντιπολίτευσης δεν προκλήθηκε από κινήσεις της κυβέρνησης. Προκλήθηκε από το ότι ο παροξυστικός, εμπαθής «αντιμητσοτακισμός» υποκατέστησε το συνεκτικό προγραμματικό περιεχόμενο ενός αξιόπιστου πολιτικού λόγου, ο οποίος θα είχε ως συντακτική αρχή του την παραδοχή ότι, για κάθε λόγο, έχει δικαίωμα κριτικής εκφοράς ένας αντίλογος, καθώς και το ότι όλα τα επιχειρήματα είναι μαχητά. Όμως, τότε, ο ΣΥΡΙΖΑ, σήκωνε το βάρος του «ηθικού πλεονεκτήματος» υποκαθιστώντας τη δημοκρατική, πλουραλιστική αντιπαλότητα, με την εχθροπαθή μιζέρια. Τώρα, λοιπόν, που ο αριστερός ριζοσπαστισμός, ο οποίος περιφρονούσε τη δημοκρατική, μεταρρυθμιστική Αριστερά, θεωρώντας ότι υπερτερεί αυτονοήτως, επειδή η σκούφια του κρατάει από επαναστατικό «τζάκι», μεταστοιχειώνεται σε «αριστερό» τραμπισμό, είναι ώρα η Αριστερά, η οποία δεν απαξιώνει την ηθική της ευθύνης, κρυπτόμενη πίσω από την ηθική της πεποίθησης, να θέσει το δημιουργικά επώδυνο, αναστοχαστικό ερώτημα: «Γιατί είμαστε όπως είμαστε;». Βέβαια, εάν είναι απολαυστικά ικανοποιημένη από το πώς είναι, μπορεί ανέτως να αναπαυθεί στην καθησυχαστική βεβαιότητα του «παραμένουμε οι καλύτεροι του χωριού». Άλλο, βέβαια, που είναι κακό χωριό τα λίγα σπίτια.
 
 
Πολλή συζήτηση γίνεται για το λεγόμενο “rebranding”. Έχουμε κόμματα και πολιτικά πρόσωπα προϊόντα; Έχει χάσει η πολιτική το περιεχόμενό της;
 
Πιστεύω πως ναι. Ο πρώην πολιτικός αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος έθεσε το ζήτημα, στο συνέδριο της «Καθημερινής», ότι δεν παράγεται πολιτική, έχει πολύ σημαντική ευθύνη για την καταρράκωση αυτή, όπως, βεβαίως, έχει και κάθε δικαίωμα να επανέλθει, αφού αναλογιστεί τα θετικά και τα αρνητικά των πεπραγμένων του. Τώρα, ως προς την απόληξη του ερωτήματος: εάν οι άνθρωποι χάσουν την ελπίδα ότι η πολιτική μπορεί να αλλάξει τη ζωή τους, τότε δεν έχουν να κάνουν τίποτε άλλο από το να αναπαράγουν αυτό που ζουν καθημερινά.
 
 
Η κοινωνική δράση μπορεί να επαναφέρει την πολιτική;
 
Για να υπάρξει κοινωνική δράση, θα έπρεπε να υπάρχουν και αντίστοιχοι φορείς, οι οποίοι θα την επιδιώκουν. Θα έπρεπε να υπάρχει ένα αριστερό κόμμα, ακόμα και αν είναι ισχνό, το οποίο να μπορεί να συνεχίσει την παράδοση της Αριστεράς που πιστεύει ότι ξεκινάμε πρώτα από εκεί όπου βρισκόμαστε, από την κοινωνία, και ότι το συμφέρον της χώρας υπέρκειται της κομματικής επιδίωξης. Μας το δίδαξε αυτό ο σπουδαίος Ηλίας Ηλιού, αλλά και ο αλησμόνητος Μπάμπης Δρακόπουλος (και να θυμίσω ότι ο Δρακόπουλος καθάριζε τις σκάλες των γραφείων της Σολωμού. Το σκεφτόμουν, όταν έβλεπα στελέχη, σε κυβερνητικές θέσεις, επί κυβερνώντος ΣΥΡΙΖΑ, να φέρονται σαν «σκεύη εκλογής» του ιστορικού πεπρωμένου). Ο στόχος ενός αρτιγέννητου πολιτικού κόμματος πρέπει να είναι το να αποκτήσει ερείσματα στους μαζικούς χώρους. Όσο αυτό δεν επιχειρείται, τόσο η πολιτική δράση δεν θα είναι κάτι που το περιγράφουμε ως κάτι που συμβαίνει, αλλά ως αυτό που ευχόμαστε. Και σε αυτό το «ευχόμαστε» νομίζω ότι βρισκόμαστε. Αλλά, εάν αφήσουμε την πολιτική δράση και τον συνεκτικό πολιτικό λόγο στις ευχές, τότε εμπίπτουμε στη δικαιοδοσία της παροιμίας «ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται».
 
 
Ο κόσμος που κινητοποιήθηκε τα προηγούμενα χρόνια νιώθει απογοητευμένος από την Αριστερά.
 
Ναι, και ουδόλως τον ψέγω για αυτό. Γι’ αυτό, αν η Νέα Αριστερά θέλει πράγματι να μετατραπεί σε πολιτικό κόμμα, από νεοσύστατη πολιτική κίνηση, θα πρέπει να καταλάβει ότι το πλεονέκτημά της, δηλαδή το ότι διαθέτει μια αξιολογότατη κοινοβουλευτική ομάδα, βρίσκεται σε ένα είδος σύγκρουσης με το γεγονός ότι αποτελείται από στελέχη, τα οποία αποτέλεσαν μέρος του κυβερνητικού δυναμικού του ΣΥΡΙΖΑ. Θα πρέπει, λοιπόν, να γίνει ο λογαριασμός: τα συν και τα πλην. Εάν φιλοδοξεί να είναι η «αριστερή ψυχή του ΣΥΡΙΖΑ», τότε η έκβαση δεν θα είναι αίσια. Αν υπάρξει αυτοκριτική, όσοι βρίσκονται στην Αριστερά θα το εκτιμήσουν, διότι και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ένα σημαντικό μερίδιο στην απαξίωση της πολιτικής, η οποία συντελέστηκε πρωτίστως την τετραετία του 2019-2023. Η περίοδος αυτή δεν απαξίωσε μόνο την Αριστερά, αλλά και τον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, διότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ενήργησε κατά τρόπο θεσμικό, με το να συνθέσει μια εναλλακτική – προς την κυβερνητική πολιτική – προγραμματική πρόταση. Το ότι ο κόσμος δεν εμπιστεύεται την πολιτική, συνδέεται με το ότι, όταν εμπιστεύτηκε την αξιωματική αντιπολίτευση, ότι θα κάνει ό,τι απορρέει από τον κοινοβουλευτικό της ρόλο, εκείνη μετέτρεψε το ρόλο της, από πρωταγωνιστικό, σε ρόλο κομπάρσου και πολιτεύτηκε κάνοντας παντομίμα.
 
 
Η Νέα Αριστερά πρέπει και να γυρίσει σελίδα, για να μην είναι ο «καλός ΣΥΡΙΖΑ» ή κάτι σαν τον ΣΥΡΙΖΑ. Πώς θα το κάνει αυτό;
 
Το επίδικο αντικείμενο είναι ποιες έννοιες κάθε φορά δεσπόζουν στη δημόσια σφαίρα. Η Νέα Αριστερά θα πρέπει να συνθέσει μια μεταρρυθμιστική πρόταση, η οποία σαφώς θα εμπνέεται από την ιδέα του ασαφούς όρου «δημοκρατικός σοσιαλισμός», ο οποίος παραμένει μια ελκτική ιδέα, εφόσον αναφέρεται στην πολιτική δημοκρατία με κοινωνική δικαιοσύνη. Έχει μεγάλη σημασία το πώς η Νέα Αριστερά θα θέσει το ζήτημα των κοινωνικών ανισοτήτων. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να συνθέσει μια πρόταση ως δημοκρατική, μεταρρυθμιστική Αριστερά. Μπορεί αυτό να μην ικανοποιεί την πιο ριζοσπαστική αυταρέσκειά μας, αλλά είναι ουσιαστικό. Θα πρέπει να θέσει ευθέως το ερώτημα «Ποιο κράτος θέλουμε, για την Ελλάδα σήμερα;», «Ποια δημόσια διοίκηση;» Να συνθέσουμε μία θεωρία για το κράτος, ως συμπύκνωση των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών σχέσεων, προκειμένου να συγκροτήσουμε μια θεωρία για τη δημόσια διοίκηση, χωρίς την οποία δεν μπορεί να υπάρξει ούτε οικονομική ανάπτυξη ούτε δίκαιη μεταχείριση όλων των πολιτών. Η Νέα Αριστερά πρέπει να συνθέσει μια πολιτική που θα αντιμετωπίζει την έλλειψη κανονικότητας στην καθημερινότητα, μια πολιτική που δεν θα αποσκοπεί στο να διαχειριστεί απλώς το υπάρχον, αλλά θα αποβλέπει και στον κοινωνικό μετασχηματισμό, αλλάζοντας την καθημερινότητα. Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να ευαγγελίζεται τον κοινωνικό μετασχηματισμό, εάν δεν έχει το σθένος να πρωτίστως μετασχηματίσει τον εαυτό του.
 
 
Οι ευρωεκλογές μπορούν να είναι ένα όχημα προς τη διαμόρφωση αυτής της πρότασης; Προς το παρόν, η ακροδεξιά ατζέντα είναι αυτή που κυριαρχεί.
 
Μπορούν, αλλά είμαι πολύ απαισιόδοξος. Αυτό που θα έπρεπε να συζητάμε είναι το τι θα συμβεί στην Ευρώπη, όχι μόνο λόγω της ανόδου της Άκρας Δεξιάς. Έχουμε την απάνθρωπη εισβολή της αυταρχικής Ρωσίας σε μια εθνικά κυρίαρχη χώρα. Αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί, εάν δεν θέσουμε το ζήτημα της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης και της στρατιωτικής της αυτάρκειας, ώστε να μην είναι παρακολούθημα του ΝΑΤΟ; Θα πρέπει η Ευρώπη να θέσει το ζήτημα της ενίσχυσης δημοκρατικών, αντιπροσωπευτικών θεσμών; Ποια είναι η θέση της χώρας μας σε σχέση με αυτό; Αυτά δεν συζητούνται. Υπάρχει πρωτοφανής κρίση του πολιτικού λόγου. Και δεν μπορεί να υπάρξει αποκατάσταση της πολιτικής αξιοπιστίας, χωρίς να αποκατασταθεί και το κύρος του πολιτικού λόγου.
 
Ιωάννα Δρόσου, Παύλος Κλαυδιανός