Macro

Στέφανος Δημητρίου: Η κρίση δημοκρατίας ως κρίση του κράτους δικαίου

Εισήγηση στην επιστημονική ημερίδα με τίτλο «Μετασχηματισμοί της Δημοκρατίας» αφιερωμένη στη μνήμη του καθηγητή πολιτικής θεωρίας του Παντείου Πανεπιστημίου Μανόλη Αγγελίδη

Η τρέχουσα συζήτηση για ζητήματα λειτουργίας των θεσμών και, μάλιστα, του σημαντικότερου θεσμού, δηλαδή του Κοινοβουλίου, αγγίζει τα μείζονος σημασίας ιδεολογικά και αξιακά προβλήματα που αποτυπώνουν και συναφείς θεωρήσεις για τη λειτουργία του πολιτεύματος, αλλά και την άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας. Η συζήτηση για τη λειτουργία των θεσμών διεξάγεται τη στιγμή που η κρίση του πολιτικού συστήματος οδηγεί σε αμφισβήτηση της ίδιας της δημοκρατίας, ιδίως από τα πολιτικώς υποαντιπροσωπευόμενα τμήματα της κοινωνίας, στα οποία απευθύνεται και η άκρα Δεξιά.

Σήμερα, ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα είναι η διακινδύνευση της σχέσης και των ορίων δημόσιου και ιδιωτικού. Δημόσια αγαθά, τα οποία αποτελούν αντικείμενα της κρατικής πολιτικής, περιέρχονται στο πεδίο του ιδιωτικού. Ιδιωτικοποιούνται τα δημόσια αγαθά και ταυτοχρόνως ξεθωριάζει και ο δημόσιος χαρακτήρας της ίδιας της πολιτικής. Ο ίδιος ο δημόσιος χώρος μετατρέπεται σε επικράτεια των ιδιωτικών συμφερόντων. Αυτό σημαίνει ότι, εκτός από το πλήγμα που υφίσταται η δημοκρατική αρχή, πλήττεται και η αρχή της αντιπροσώπευσης, αλλά στις πραγματικές της διαστάσεις, δηλαδή ως προς το εύρος της. Το ότι πλήττεται η αντιπροσώπευση ως προς το εύρος της δεν μπορεί παρά να σημαίνει ένα πράγμα: κάποιοι μένουν απ’ έξω και, βεβαίως, αυτοί είναι οι πολλοί. Είναι τα τμήματα της κοινωνίας που πλήττονται από τις κοινωνικές ανισότητες. Αυτό, με τη σειρά του, μας δείχνει ότι οι κοινωνικές ανισότητες μετατρέπονται και σε πολιτικές ανισότητες.

Εάν ισχύουν τα παραπάνω, τότε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι θεσμοί και η λειτουργία τους, σήμερα, θα είναι το μείζον πολιτικό ζήτημα. Δεν είναι κενό κέλυφος. Οι θεσμοί δεν είναι άδεια πουκάμισα για τη δημοκρατία. Εφόσον η πολιτική αφορά το πώς συντάσσεται και οργανώνεται, το πώς ασκείται, αλλά και, βεβαίως, το πώς διεκδικείται η εξουσία, οι θεσμοί είναι αυτοί που συγκροτούν, συνοργανώνουν και οριοθετούν την εξουσία. Το τελευταίο, η οριοθέτηση δηλαδή, είναι το κρίσιμο ζήτημα που ανέκυψε με την πρόσφατη χειραγώγηση της κοινοβουλευτικής μειοψηφίας, δηλαδή της αξιωματικής αντιπολίτευσης, από τη συγκυριακώς σχηματισθείσα πλειοψηφία, η οποία καθόρισε ποιοι θα είναι οι εκπρόσωποι της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην προανακριτική επιτροπή για το σκάνδαλο Novartis: καταστρατηγήθηκε η οριοθετημένη σχέση ανάμεσα στην ισχύ της πλειοψηφίας και τα δικαιώματα της μειοψηφίας, τα οποία αποτελούν και το όριο μέχρι του οποίου εκτείνεται η πρώτη.
Η απαξίωση, όμως, των δημοκρατικών πολιτικών θεσμών ποτέ δεν είναι – και ιστορικώς γνωρίζουμε (είναι διδακτικός ο Μεσοπόλεμος) ότι και ποτέ δεν ήταν – με το αζημίωτο, διότι πάντα καταλήγει στην απονομιμοποίηση των δημοκρατικών πολιτικών θεσμών. Τώρα, δεν ανακύπτει μόνο το ζήτημα που αφορά την ίδια την δημοκρατία, αλλά είναι επιτακτικώς αναγκαία η υπεράσπιση της ίδιας της πολιτικής. Με άλλα λόγια, η κρίση νομιμοποίησης των δημοκρατικών πολιτικών θεσμών – με την οποία κάνει ταμείο η άκρα Δεξιά – απολήγει στην κρίση της ίδιας της πολιτικής. Η προστασία της πολιτικής, καθώς και η ανανοηματοδότησή της, ισοδυναμεί με διαφύλαξη του πυρήνα της ίδιας της δημοκρατίας. Μετασχηματίζεται η δημοκρατία, όπως μετασχηματίζεται και η ίδια η πολιτική. Πώς φαίνεται αυτό; Ένα παράδειγμα είναι το προαναφερθέν με τη λειτουργία του Κοινοβουλίου.
Συνεπώς, για την Αριστερά, για τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, είναι επιταγή προς εξόφληση η ενίσχυση του Κοινοβουλίου, διότι, ο ΣΥΡΙΖΑ, εκτός από δύναμη κοινωνικού μετασχηματισμού, όπως καταφαίνεται από το σοσιαλιστικό στρατηγικό προσανατολισμό του, οφείλει να είναι και δύναμη θεσμικής ευθύνης ως πολιτικό κόμμα εξουσίας και προγραμματικής πολιτικής. Η εμφάνιση των πολιτικών κομμάτων συντελείται κατά την ιστορική περίοδο κατά την οποία πολιτικοποιήθηκε η αστική κοινωνία, ενώ τώρα αποπολιτκοποιείται η ίδια η πολιτική. Το φαινόμενο του πολιτικού κόμματος αποτέλεσε τη συνθήκη πραγμάτωσης της ίδιας της λαϊκής κυριαρχίας.

Υποαντιπροσώπευση των ασθενέστερων

Εάν, όμως, μετασχηματίζεται η δημοκρατία, καθώς και η πολιτική, τότε θα μετασχηματίζεται και η ίδια η λαϊκή κυριαρχία, εφόσον είναι ο πυρήνας της δημοκρατικής αρχής, ως σύνθεσης ελευθερίας και ισότητας, οπότε θα μετασχηματίζεται και η μορφή του πολιτικού κόμματος. Αυτό συνεπάγεται ότι αλλάζει και η εννοιολόγηση της λαϊκής κυριαρχίας, εφόσον δεν θα λογίζεται ως ιδιότητα αποδιδόμενη στο υποκείμενο «λαός», αλλά πλέον θα αποτελεί συνθήκη αντιπροσώπευσης, ανταγωνισμού, σύνθεσης, συναίνεσης, σύγκρουσης και μεσολάβησης πολλών υποκειμένων, δηλαδή στρωμάτων της κοινωνίας. Εδώ, φτάνουμε στην υποαντιπροσώπευση των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων, άρα βλέπουμε ότι ο μετασχηματισμός της δημοκρατίας συνοδοιπορεί με το μετασχηματισμό της ίδιας της λαϊκής κυριαρχίας, ο οποίος εκδηλώνεται και ως μετασχηματισμός της αντιπροσώπευσης. Η κρίση της δημοκρατίας και της αντιπροσώπευσης φαίνεται από το πώς μετασχηματίζονται. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να καταλάβουμε πως το ζήτημα είναι το ποιες έννοιες κυριαρχούν στο δημόσιο λόγο.
Ο μετασχηματισμός της πολιτικής αλλάζει και το ίδιο το πολιτικό, εννοιολογικό λεξιλόγιο επιβάλλοντας σημασιολογήσεις εννοιών στο πεδίο του νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού, άρα επ’ ωφελεία του τελευταίου. Το ζήτημα – το κατεξοχήν ζήτημα της δημοκρατίας, αλλά και της ίδιας της πολιτικής, το οποίο είναι η σχέση πολιτικής και κράτους – αποκρυσταλλώνεται τώρα στο ερώτημα «ποιος κυριαρχεί στη δημόσια σφαίρα;». Η ριζοσπαστική απάντηση, δηλαδή η δημοκρατική απάντηση, θα ήταν ότι δεν θα έπρεπε να κυριαρχεί κανείς, ώστε να μένει διαρκώς κενή, οπότε ο πολιτικός ανταγωνισμός θα ανεδείκνυε τους εκάστοτε συσχετισμούς. Αυτός είναι ο δημοκρατικός και φιλελεύθερος πολιτικός πλουραλισμός.

Κατίσχυση της σκοπιμότητας επί της νομιμότητας

Εάν δεχθούμε, όμως, τα παραπάνω, τότε τα πράγματα δεν είναι καθόλου καλά, διότι ο νεοφιλελεύθερος ολοκληρωτισμός, και ο κυβερνών κομματικός του φορέας, ο οποίος φέρει και το βάρος των ιδιωτικών φορέων που εκφράζει, και οι οποίοι εγκαθίστανται ως αποικιοκρατία συμφερόντων στη δημόσια σφαίρα, οπότε ιδιωτικοποιούν την ίδια την πολιτική, θεωρούν πλέον εχθρό και τον πολιτικό πλουραλισμό. Αυτό φαίνεται από τη δεσπόζουσα προπαγάνδα, σε βάρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, και τη συστηματική ψευδολογία – ή την αποσιώπηση γεγονότων – από τα ΜΜΕ. Συνεπώς, μαζί με τη δημοκρατία –και άρα τη δημοκρατική αρχή – μετασχηματίζεται και η φιλελεύθερη αρχή. Εάν, λοιπόν, μετασχηματίζεται και η δημοκρατική αρχή και η φιλελεύθερη αρχή και η αντιπροσώπευση, τότε οδεύουμε σε κρίση του συγκροτήματος των δημοκρατικών πολιτικών θεσμών.
Πώς εκδηλώνεται αυτή η κρίση; Εκδηλώνεται και ως κρίση του κράτους δικαίου – εφόσον η κρίση του κοινωνικού κράτους είναι εγνωσμένη – με ευδιάκριτα γνωρίσματα. Τώρα, ίσως είναι πιο ξεκάθαρο το τι συμβαίνει με τη στρατηγική της έντασης και του φόβου – και όχι απλώς τα κρούσματα – της αστυνομικής βίας των τελευταίων μηνών: το δόγμα «νόμος και τάξη» είναι μάλλον προεξαγγελτική εκφώνηση ενός άλλου δόγματος, που, για να το κατανοήσουμε, θα πρέπει να καταλάβουμε ότι η διαχείριση του φόβου είναι κατεξοχήν αντικείμενο της πολιτικής. Είναι μια πολιτική διέγερσης και διαχείρισης συναισθημάτων, που βραχυκυκλώνει τους πολίτες. Εάν, δηλαδή, η σκοπούμενη ασφάλεια του κράτους ταυτίζεται με την αυθαίρετη άσκηση βίας από αυτόν που έχει και το μονοπώλιο της βίας, τότε αυτή η σκοπιμότητα συνεπάγεται κρίση στο κράτος δικαίου και άρα ανασφάλεια δικαίου. Αυτό, όμως, με τη σειρά του, συνεπάγεται κατίσχυση της σκοπιμότητας επί της νομιμότητας.

Η Αριστερά φρουρός της δημοκρατικής νομιμότητας

Συνεπώς, η οικονομική κρίση, που εξελίχτηκε σε κοινωνική κρίση και σε κρίση του πολιτικού συστήματος και της αντιπροσώπευσης, μετατρέπεται σε κρίση νομιμοποίησης των πολιτικών θεσμών και η τελευταία, από κρίση νομιμοποίησης, καθίσταται κρίση της ίδιας της νομιμότητας. Συνεπώς, είμαστε σε συνθήκες κρίσης – ή διακινδύνευσης – της δημοκρατικής νομιμότητας. Όταν, δηλαδή, προκρίνεται η σκοπιμότητα σε βάρος της νομιμότητας, τότε το δόγμα δεν είναι «νόμος και τάξη», αλλά είναι το δόγμα του «εσωτερικού εχθρού». Η Αριστερά, δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κόμμα εξουσίας, αλλά και, τώρα, ως αξιωματική αντιπολίτευση, πρέπει να καταστεί και δύναμη θεσμικής εγγύησης και προστασίας όλων των συνταγματικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, από τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, μέχρι το να μην ξεγυμνώνονται πολίτες στον δρόμο από την αστυνομία (περίπτωση πρόκλησης και διαχείρισης του φόβου). Η Αριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ, πρέπει ξανά, όπως η ΕΔΑ, να είναι ο μαχητικός, αξιόπιστος και, με μεστό, ευκρινή προγραμματικό λόγο, εγγυητής της δημοκρατικής νομιμότητας. Η τελευταία πλήττεται και από την πρόσφατη εισαγγελική πρόταση να μην κριθεί εγκληματική οργάνωση η Χρυσή Αυγή. Έτσι, όμως, η δημοκρατική πολιτεία μετατρέπεται σε ανοχύρωτη, ευάλωτη πολιτεία. Η Αριστερά είναι φρουρός της δημοκρατικής νομιμότητας και πρέπει να εγγυηθεί και το νόμο και την τάξη, αλλά το νόμο που επιβάλλει υποχρεώσεις και προστατεύει δικαιώματα, και την τάξη ως συνταγματική τάξη. Ο νεοφιλελεύθερος ολοκληρωτισμός – και η κυβέρνηση που τον εκφράζει – διασαλεύει την τάξη, τη δημοκρατική τάξη των δικαιωμάτων, των ελευθεριών, της κοινωνικής και πολιτικής εκπροσώπησης. Η Αριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ, οφείλει να υπερασπιστεί αυτή την τάξη και να εγγυηθεί την αποκατάστασή της ως μέλλουσα κυβέρνηση. Γιατί δεν υπάρχει τίποτε πιο ριζοσπαστικό από το να βελτιώνεις, έστω και λίγο, όσο μπορείς, την καθημερινότητα και τη ζωή των ανθρώπων. Εάν κάποιος δεν ξεκινήσει από εκεί, σε κανέναν σοσιαλισμό δεν πρόκειται να φτάσει ποτέ, ούτε ένα τετράγωνο πιο πέρα δεν θα πάει.

Στέφανος Δημητρίου

Πηγή: Η Εποχή