Macro

Στέφανος Δημητρίου: Ένας τόσο καλοπροαίρετος ολοκληρωτισμός…

Ξέρουμε ότι η αρχή της διάκρισης των εξουσιών προσδιορίζει τη μορφή του κράτους, αλλά και της διακυβέρνησης. Ως εκ τούτου, η εν λόγω αρχή επιτρέπει στην ενιαία κρατική εξουσία να ασκείται σε αναφορά προς τρεις διακριτές κρατικές εξουσίες, ώστε να διασφαλίζονται οι αναγκαίες θεσμικές εγγυήσεις και η αποτροπή κρατικής αυθαιρεσίας. Πρόκειται για αρχή καθιερωμένη από την αστική επανάσταση, η οποία περιορίζει και τη δημοκρατική αρχή, δηλαδή την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, άρα διαφέρει από τη δημοκρατική αρχή. Πλέον, δεν νοείται αντιπροσωπευτική δημοκρατία χωρίς τη διασφάλιση και τις δικαιοκρατικές εγγυήσεις που παρέχει η αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η διάκριση των εξουσιών και η δημοκρατική αρχή συνυπάρχουν προς αποφυγή της ολοκληρωτικής εξουσίας. Είναι προφανές, λοιπόν, ότι η διάκριση αφορά τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτές οι τρεις εξουσίες απορρέουν από τον κερματισμό της ενιαίας κρατικής εξουσίας, ώστε οι ίδιες να είναι παντελώς ανεξάρτητες και αποκομμένες η μία από την άλλη. Δεν είναι τρεις χωριστές εξουσίες, αλλά τρεις κρατικές λειτουργίες, η άσκηση των οποίων κατανέμεται σε αντίστοιχα κρατικά όργανα. Αποτέλεσμα αυτής της κατανομής είναι ο αμοιβαίος έλεγχος και η εξισορρόπησή τους. Δεν νοείται, λοιπόν, φιλελεύθερο κράτος χωρίς αυτή την αρχή, αλλά ούτε και αντίστοιχη άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας. Το πώς ένα κυβερνητικό σύστημα κατανέμει και οργανώνει αυτές τις εξουσίες καθορίζει και τη μορφή του. Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών αποτελεί κριτήριο και για τη διάκριση των μορφών, των τύπων κυβερνητικών συστημάτων. Επιπλέον, όμως, επηρεάζει και τον τύπο, αλλά και τον βαθμό της σύνδεσης των τριών εξουσιών με τα κέντρα εξουσίας που αποφασίζουν την κυβερνητική πολιτική και το πώς θα ασκηθεί. Ο πυρήνας, όμως, της εν λόγω αρχής βρίσκεται στο ότι η μία εξουσία δεν επιτρέπεται να παρεισφρέει στις λειτουργίες της άλλης, ώστε να προσβάλλει ή και να ακυρώνει τα πεπραγμένα της. Αυτό σημαίνει ότι η αρχή της διάκρισης των εξουσιών περιλαμβάνει και τον ανεξάρτητο χαρακτήρα των αντίστοιχων κρατικών λειτουργιών, αλλά και την εξειδίκευσή τους, πάντοτε με σκοπό το να αποτρέψει τη σύγχυση αυτών των λειτουργιών. Τέτοια σύγχυση θα συσκότιζε και τα δικαιοκρατικά χαρακτηριστικά της διακυβέρνησης και θα ήταν επιτρεπτική ερμηνειών προς την κατεύθυνση πιθανής ολοκληρωτικής νοοτροπίας ως προς την άσκηση της τελευταίας. Της νοοτροπίας τίνος και μάλιστα ως προς τη διακυβέρνηση; Μα της νοοτροπίας του πρωθυπουργού. Αυτός είναι κορυφαίος θεσμός στο πρωθυπουργικό μοντέλο εκτελεστικής εξουσίας. Εν προκειμένω πρόκειται για τον έχοντα, πράγματι, καθαρή εντολή, νεοεκλεγέντα πρωθυπουργό, κ. Κ. Μητσοτάκη.

Ο γράφων τον θεωρεί νεοφιλελεύθερο, σεβόμενος, όμως, ότι ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται ως φιλελεύθερος. Εδώ, όμως, υπάρχει ζήτημα: εάν δεν είναι νεοφιλελεύθερος, θα είναι με τον πολιτικό φιλελευθερισμό, ο οποίος καταφάσκει όλα τα παραπάνω (μαζί και με το κοινωνικό κράτος, ως κοινωνικός φιλελευθερισμός, αλλά δεν είναι του παρόντος), άρα το ζήτημα είναι ότι ο κ. πρωθυπουργός ανακοίνωσε πως οι φυλακές, το άσυλο, η μετανάστευση, καθώς και οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι, δεν θα υπάγονται πλέον στην αρμοδιότητα του υπουργείου Δικαιοσύνης, αλλά θα υπαχθούν στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, αντικείμενο του οποίου είναι η καταστολή. Πρόκειται, δηλαδή, για σύγχυση ανάμεσα στη σωφρονιστική και την αντεγκληματική πολιτική, αλλά και ταύτιση Δικαιοσύνης και καταστολής. Συνεπώς, με έξωθεν παρέμβαση, έχουμε διασάλευση της ισορροπημένης λειτουργίας των τριών εξουσιών -και αντίστοιχων κρατικών λειτουργιών από αντίστοιχα όργανα- και αφαίρεση αρμοδιοτήτων, δηλαδή καταστρατήγηση των αρμοδιοτήτων τους, αλλά και των δικαιοκρατικών αρχών. Έχουμε, δηλαδή, ολίσθηση στον ολοκληρωτισμό, που συμπληρώνεται με την υπαγωγή της ΕΥΠ, αλλά και της δημόσιας τηλεόρασης, καθώς και των κρατικών ειδησεογραφικών πρακτορείων, αθηναϊκού και μακεδονικού, αλλά και της Γ.Γ. Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, στον υπερεξουσιάζοντα πρωθυπουργό. Στην πρώτη περίπτωση, έχουμε καταφανή υποβάθμιση του υπουργείου Δικαιοσύνης και την ευθύνη της αντεγκληματικής πολιτικής και της ένταξης των παραβατών σε υπουργείο που έχει αντικείμενο την καταστολή.

Αυτό το εγχείρημα είναι σε αντίθεση όχι μόνο με την οικεία ευρωπαϊκή πρακτική, αλλά και με θεμελιώδεις αρχές του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού, που συνδέουν αυτή την πρακτική με την αρχή της αξίας του ανθρώπου. Αυτή η αρχή είναι βάθρο και του σωφρονιστικού συστήματος, εφόσον αναγνωρίζει σε κάθε άνθρωπο -ακόμη και σε εγκληματία- εγγενή αξιοπρέπεια∙ εγγενή, με την έννοια ότι αυτή είναι συμφυής με την ανθρώπινη υπόσταση, υπό το πρίσμα των αρχών που συνέχουν τον δικαιικό, νεωτερικό πολιτισμό. Ακόμη και αν κάποιος, με την εγκληματική του πράξη, παραβίασε και τη δική του αξιοπρέπεια, το σωφρονιστικό σύστημα αποσκοπεί στην αναμόρφωση και τη μελλοντική ένταξή του στην κοινωνία. Αυτό το πνεύμα διέπει και την παιδαγωγική λειτουργία της ποινικής δίκης.

Η κίνηση του πρωθυπουργού είναι και συμβολική: συμβολίζει το αίτημα για ασφάλεια, αλλά με μια δογματική, μονοσήμαντη συρρίκνωση της έννοιας στην ατομική ασφάλεια ως αποφυγή σωματικής βλάβης και απειλής της περιουσίας, που, όντως, είναι θεμελιώδεις αρχές. Μόνο που δεν είναι μόνο αυτό η ασφάλεια. Ασφάλεια για τον πολίτη είναι και η πρόσβαση σε παιδικούς σταθμούς, σε νοσοκομεία, στη δημόσια εκπαίδευση, σε αξιοπρεπή σύνταξη, εργασία και μισθό, σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ώστε να μην είναι έρμαιο της εργοδοτικής βουλιμίας. Ασφάλεια είναι και η συνταγματική αρχή ως προς το κοινωνικό κράτος, η οποία ορίζει ότι προϋπόθεση για τη διασφάλιση της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, όπως αυτή συνάγεται από την αρχή της αξίας του ανθρώπου -θεμελιώδης αρχή του δημοκρατικού συνταγματισμού- είναι η εξασφάλιση και εγγύηση των όρων της βιοτικής του αυτοτέλειας. Μόνο που αυτή η πολύμορφη ασφάλεια δεν προσφέρεται για δημοκοπική ρητορεία και πρόκληση κίβδηλων, χειραγωγικών εντυπώσεων.

“Σκορδαλιά χωρίς σκόρδο”

Η υπαγωγή της δημόσιας ενημέρωσης, των ραδιοτηλεοπτικών μέσων, των κρατικών ειδησεογραφικών πρακτορείων και της Γ.Γ. Ενημέρωσης και Επικοινωνίας στις πρωθυπουργικές αρμοδιότητες συνιστά πλήγμα στην αρχή του πολιτικού πλουραλισμού, χωρίς τον οποίο ο κοινοβουλευτισμός περιέρχεται στη σκωπτική δικαιοδοσία της φράσης «σκορδαλιά χωρίς σκόρδο». Χωρίς ανεξάρτητη ενημέρωση, δεν υπάρχει ακηδεμόνευτος πολιτικός ανταγωνισμός, αλλά και δυνατότητα αντιπροσώπευσης των μερίδων της κοινωνίας, εφόσον αποκλείονται από τον κύριο κορμό των πληροφοριών, π.χ. η δυνατότητα του πρωθυπουργού μας να λογοκρίνει μήνυμα της Βρετανίδας ομολόγου του σχετικά με τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Αυτή η κηδεμονευόμενη ενημέρωση καθίσταται απαγορευτική και του αναγκαίου ελέγχου των ενεργειών και πεπραγμένων της κυβέρνησης και παραπέμπει σε μονοπρόσωπη, συγκεντρωτική εξουσία, πριν από την αστική αρχή της φιλελεύθερης διάκρισης των εξουσιών και καταφανώς και πριν από τη δημοκρατική αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Είναι το προαστικό και προδημοκρατικό καθεστώς, οι αρχές του οποίου αχνοφαίνονται κάτω από την επιφάνεια του νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού και της συγγένειάς του με την Άκρα Δεξιά.

Γλυκομίλητος λαϊκισμός

Σπανίως, όμως, η ολοκληρωτική αντίληψη για την άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας να μη συμπληρώνεται από γλυκομίλητο λαϊκισμό. Αυτός ήταν και το γνώρισμα της θέσης του κ. πρωθυπουργού, σε πρόσφατη συνέντευξή του στο CNN, όταν δήλωνε «Καταφέραμε να νικήσουμε την Ακροδεξιά». Είναι σημαντικότατο το ότι εξαφανίστηκε το νεοναζιστικό μόρφωμα. Γνωρίζουμε, βεβαίως, πού ενδιαιτώνται φιλόξενα οι πρώην ψηφοφόροι του, που, λίγο πριν να μετακομίσουν, ήξεραν πώς θα τους φιλέψουν όλα τα καλά φιλέματα της πατριδοκάπηλης παλαιοδεξιάς -αλλά και τόσο τωρινής- εθνικιστικής μεγαλαυχίας. Ήξεραν ότι περισσεύουν τέτοια φιλέματα. Μια συγγνώμη προς τον Νίκο Κοτζιά δεν περισσεύει. Δεν σταματά, όμως, εδώ ο λαϊκισμός και η γειτνίασή του με την Άκρα Δεξιά.

Μέχρις εδώ ήταν η αναπόδραστη λαϊκιστική εκτροπή του νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού. Η συνέχειά του είναι η ντροπιαστική ανθρωποβόρα παράκρουση: «Η Ελλάδα δεν είναι ξέφραγο αμπέλι», όπως ανεφώνησε ο κ. υπουργός, που κατάργησε τον ΑΜΚΑ για τους ξένους εκτός Ε.Ε., δηλαδή για ανήμπορους ανθρώπους, αιτούντες άσυλο, μετανάστες και ασυνόδευτα προσφυγόπουλα, ανθρώπους με βαριές ασθένειες, χωρίς καμιά έγνοια για τη δημόσια υγεία. Αρκεί η έγνοια για την κολακεία των ανακλαστικών των ακροδεξιών ψηφοφόρων. Άλλο ένα φίλεμα, για να κορεστεί η ανθρωποβόρα βουλιμία και να είναι πιο κιμπάρικη η φιλοξενία, που ξεκίνησε από τις περικεφαλαίες των συλλαλητηρίων. Αυτός είναι ταξικός ρατσισμός: δεν είναι απλώς μετανάστες και πρόσφυγες. Είναι πρωτίστως φτωχοί. Αυτή είναι η νεοφιλελεύθερη, λαϊκιστική στρέβλωση της αρχής του συνταγματικού πολιτισμού περί αξίας του ανθρώπου: δεν έχουν καμία αξία με οικονομικό αντίκρυσμα, άρα δεν είναι ακριβώς άνθρωποι. Για να μην είναι κάτι ξέφραγο αμπέλι, θα πρέπει κάτι ξένο να μείνει έξω από τον φράχτη. Τώρα, έμειναν εκτός οι δημοκρατικές αξίες αναγνώρισης του άλλου ως προσώπου άξιου ίσου σεβασμού, επειδή απλώς και μόνο είναι άνθρωπος. Είναι ο πυλώνας του δημοκρατικού συνταγματισμού: «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας» (άρθρο 2 παρ.1 Σ.) και «Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων» (άρθρο 5 παρ.2 Σ.). Μόνο που, χωρίς φάρμακα (ΑΜΚΑ), δεν προστατεύεται η ζωή των βαριά άρρωστων, ανήμπορων ανθρώπων.

Μόνο αν τους δει κανείς υπό το πρίσμα της αρχής του άρθρου 1, δηλαδή της αξίας του ανθρώπου, τότε μόνο αξίζει η ζωή τους, απλώς και μόνο επειδή είναι άνθρωποι. Μόνο που, κατά την πρόσφατη υπουργική απόφαση, δεν είναι ακριβώς άνθρωποι, είναι περίπου∙ και άμα θέλουμε και το περίπου.

 

Ο Στέφανος Δημητρίου είναι Αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Πηγή: Η Αυγή