Macro

Ράνια Σβίγκου: Να συνδεθεί η Τελωνειακή Ένωση ΕΕ-Τουρκίας με την προσφυγή στη Χάγη

Στην επικείμενη Σύνοδο Κορυφής, η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη προσέρχεται χωρίς στρατηγική λύσης στα ελληνοτουρκικά και μακροπρόθεσμης υπεράσπισης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Κι όμως, σε αυτήν τη Σύνοδο θα συζητηθούν ζητήματα που μας αφορούν άμεσα, όπως οι ευρωτουρκικές σχέσεις.

Διότι, αυτήν την περίοδο, οι ευρωτουρκικές σχέσεις βρίσκονται σε μια φάση επαναπροσδιορισμού. Η Τουρκία, πιεζόμενη και από την κρίση που περνά η οικονομία της, η οποία έχει ως συνέπεια και την πτώση της δημοτικότητας του Ερντογάν, ενδιαφέρεται δυναμικά για την επαναπροσέγγιση με την Ε.Ε., σε μια σειρά από ζητήματα, όπως η αναθεώρηση της συμφωνίας για το προσφυγικό, η άρση υποχρέωσης θεωρήσεων αλλά, πάνω απ’ όλα, ο εκσυγχρονισμός της Τελωνειακής Ένωσης Ε.Ε.-Τουρκίας.

Η Τουρκία έχει ανάγκη τον εκσυγχρονισμό της Τελωνειακής Ένωσης Ε.Ε-Τουρκίας, διότι αυτός συνεπάγεται μια πολύ σημαντική τονωτική ένεση, ύψους πολλών δισεκατομμυρίων, στην κλυδωνιζόμενη τουρκική οικονομία.
Τούτων δοθέντων, η επικείμενη Σύνοδος Κορυφής, θα μπορούσε να αποτελέσει την ευκαιρία να συνδεθεί η αναθεώρηση της τελωνειακής Ένωσης ΕΕ-Τουρκίας με την προσφυγή στη Χάγη, για την επίλυση της διαφοράς για υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ. Εννοείται ότι πρόκειται για μια προοπτική παραπομπής στη Χάγη, η οποία δεν θα περιλαμβάνει ζητήματα δήθεν γκρίζων ζωνών και αποστρατιωτικοποίησης νησιών.

Διαβάζοντας τη συγκυρία, ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία έχει καταθέσει, εδώ και καιρό, αυτήν την πρόταση, με την οποία θα μπορούσε να αποσπαστεί μια ουσιαστική και συγκεκριμένη δέσμευση, τόσο της Τουρκίας, όσο και της Ε.Ε.: να μην τεθεί σε ισχύ η τελωνειακή ένωση, αν δεν έχει ταυτόχρονα σταλεί το συνυποσχετικό στη Χάγη. Αυτή η δέσμευση, πόρρω απέχει από το προσχέδιο συμπερασμάτων της Συνόδου Κορυφής, όπως τουλάχιστον διέρρευσε στον τύπο. Οι γενικόλογες αναφορές σχετικά με την «αιρεσιμότητα», στη διόλου απίθανη περίπτωση μιας εκ νέου μεταβολής στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, θα μπορούσαν να παραμείνουν κενό γράμμα. Κάτι που είδαμε, δυστυχώς, και στην περίπτωση της αντιμετώπισης των περσινών τουρκικών προκλήσεων.

Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία βασίζεται στο γεγονός ότι η συγκυρία ευνοεί την ελληνική πλευρά, να θέσει όρους και να αποσπάσει δεσμεύσεις από την Τουρκία. Δεν είναι μόνο η διαφαινόμενή μεταβολή στις ευρωτουρκικές σχέσεις, και η κατάσταση της τουρκικής οικονομίας. Είναι και το γεγονός ότι, μετά το τέλος της προεδρίας Τράμπ, η γειτονική μας χώρα τηρεί μια στάση αναμονής, μέχρι τη συγκεκριμενοποίηση της νέας αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, από τον Τζο Μπάιντεν.

Σε αυτό το διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές σκηνικό, η γειτονική μας χώρα απέχει, αυτή την περίοδο, από προκλήσεις και επιθετικές ενέργειες, αναμένοντας τις εξελίξεις, τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στην Ε.Ε. Ταυτόχρονα, ο Τούρκος πρόεδρος προσπαθεί να παρουσιάζεται, στα μάτια ευρωπαίων και αμερικανών, ως ο άνθρωπος που επιδιώκει τον διάλογο και τη συνεννόηση. Αυτό έδειξε και στην συνάντησή του με τον Κ. Μητσοτάκη στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, αυτό θέλει να προβάλλει και ενόψει της Συνόδου Κορυφής. Η συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν δεν αποτέλεσε μια ευκαιρία για την έναρξη ενός εις βάθος διαλόγου για τις διερευνητικές, για τα στρατιωτικά Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, για τα ζητήματα της ασφαλείας/εγγυήσεων στο Κυπριακό. Αντίθετα, η μόνη υπόσχεση του Τούρκου προέδρου, ήταν ότι θα περάσουμε ένα ήρεμο καλοκαίρι, χωρίς επιθετικές κινήσεις από τη γείτονα.

Είναι προφανές, ότι ο τούρκος πρόεδρος θα προσπαθήσει να περάσει ανέφελα αυτή η μεταβατική, για την γείτονα, περίοδος, μέχρι να συγκεκριμενοποιηθούν οι σχέσεις της Τουρκίας με την ΕΕ και τις ΗΠΑ. Προς το παρόν, δεν επιδιώκει ούτε να προκαλέσει, αλλά ούτε και να δεσμευτεί για τίποτα.

Από την άλλη μεριά, ο κ. Μητσοτάκης, είτε δεν θέλει, είτε δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί αυτή την ευνοϊκή, για τη χώρα μας, συγκυρία. Με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, φαίνεται ότι αυτό που προσδοκά, είναι, απλώς, να αποφύγει, για ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μια νέα κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Δυστυχώς, κάτι τέτοιο δεν αποτελεί έκπληξη: είναι απόρροια της γραμμής της ακινησίας και της αναβλητικότητας, που χαρακτηρίζει εδώ και χρόνια την εξωτερική πολιτική της ΝΔ. Δίπλα σε αυτά, πρέπει να προσθέσουμε και τον φόβο των εσωκομματικών αντιδράσεων. Είναι ακόμα νωπή η φράση «κανένας διάλογος με πειρατές», η οποία εκφράζει τον Α. Σαμαρά και τους συν αυτώ.

Όμως, μόνο με έναν ουσιαστικό διάλογο, βασισμένο στο διεθνές δίκαιο μπορεί να επιτευχθεί η ειρήνη, η συνεργασία, η σταθερότητα και οι σχέσεις καλής γειτονίας.

Γι’ ’αυτό, το ευνοϊκό momentum για την έναρξη μιας αμοιβαία επωφελούς σχέσης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, δεν πρέπει να χαθεί. H ευκαιρία της επικείμενης Συνόδου Κορυφής δεν πρέπει να χαθεί. Ο κ. Μητσοτάκης οφείλει να το αντιληφθεί, να εγκαταλείψει έγκαιρα τη γραμμή της χρονοτριβής και της αδράνειας,να σταματήσει την υπαγωγή της εξωτερικής πολιτικής στο εσωκομματικό παίγνιο της ΝΔ. Ειδάλλως, μπορεί να περάσουμε, μεν, ένα ήσυχο καλοκαίρι, αλλά όταν αποκρυσταλλωθούν οι αμερικανοτουρκικές και ευρωτουρκικές σχέσεις, τίποτα δεν θα έχει λυθεί, και η Τουρκία μπορεί να επιστρέψει στην προηγούμενη τακτική, αυτή των προκλητικών κινήσεων.

Η Ράνια Σβίγκου είναι υπεύθυνη για τον Τομέα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων στην ΠΓ του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ

Πηγή: iEidiseis