Macro

Πόσος χρόνος μας μένει, αλήθεια;

NAOMI KLEIN, VANDANA SHIVA, JEAN JOUZEL, SUSAN GEORGE, Κλίμα. Σταματήστε τώρα το έγκλημα , Μετάφραση: Βασίλης Παπακριβόπουλος, εκδόσεις Angelus Novus, σελ. 388

Ζούμε σε έναν κόσμο, στον οποίο δεν υπάρχει το “κάπου αλλού»
ΤΙΜΟΘΙ ΜΟΡΤΟΝ

Ζούμε σε μια εποχή, στην οποία όσα παλιότερα ήταν δυστοπική πρόγνωση με μεγάλη δόση υπερβολής έχουν μετατραπεί ήδη σε ενεργές απειλές. Ειδικά το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής βρίσκεται σε ένα σημείο καμπής τέτοιο, που επιβάλλει την επιτακτική και άμεση παρέμβαση επί ποινή πραγματικής κατάρρευσης του ανθρώπινου πολιτισμού.
Το δυστύχημα είναι πως, όπως σημειώνει η Ναόμι Κλάιν, «έκανε την εμφάνισή του σε μια στιγμή της ιστορίας μας όπου οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες ήταν ιδιαίτερα δυσμενείς για να κατορθώσουμε να αντιμετωπίσουμε μια πρόκληση τέτοιας φύσεως και τόσο μεγάλης εμβέλειας: για την ακρίβεια, επρόκειτο για τα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν ξεκινούσε μια σταυροφορία για να εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο το κίνημα για την κατάργηση κάθε ρυθμιστικού πλαισίου στον τομέα της οικονομίας. Η κλιματική αλλαγή είναι μια οικουμενική υπόθεση που απαιτεί ένα είδος συλλογικής απάντησης, πρωτοφανές σε ολόκληρη την ανθρωπότητα».
Με άλλα λόγια, η –όση– συνειδητοποίηση του προβλήματος συνέπεσε με την επικράτηση του θατσερισμού και τη νεοφιλελεύθερη παράκρουση υπέρ του «ιδιωτικού» και της αγοράς ως πανάκειας διά πάσαν νόσον και μαλακίαν. Που σημαίνει πως «τη στιγμή ακριβώς που απαιτούνταν από τις περιστάσεις να ασκήσουμε έναν άνευ προηγουμένου έλεγχο στις δραστηριότητες των επιχειρήσεων έτσι ώστε να προστατεύσουμε τη ζωή πάνω στη Γη, η εξουσία του ιδιωτικού τομέα μεγάλωνε», με πραγματικά ακραίο τρόπο.
Είναι πολύ πιθανό, λοιπόν, αν δεν αναστραφεί αυτή η συνθήκη να υποστούμε εμείς και οι απόγονοί μας την τραγική επίπτωση ενός χαμένου ραντεβού, το οποίο με τίποτε δεν θα έπρεπε όχι να χαθεί, αλλά ούτε καν να καθυστερήσει. Είναι πολλές και ισχυρές οι ενδείξεις πως τα πράγματα εξελίσσονται πραγματικά στο όριο. Και μ’ όλο που πολλοί άνθρωποι είναι ενήμεροι για τις σχετικές διακινδυνεύσεις, δεν είναι καθόλου βέβαιο πως υπάρχει πραγματική συνειδητοποίηση της κλίμακας και της επιτακτικότητας του προβλήματος της ήδη συντελούμενης κλιματικής αλλαγής.

Οι επιστήμονες τείνουν να μιλούν όλο και περισσότερο για την εποχή μας ως μια νέα γεωλογική εποχή, της οποίας οι τάσεις καθορίζονται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την ανθρώπινη παρέμβαση. Της έχουν δώσει, μάλιστα, και όνομα συμβατό με την ονοματολογία της Γεωλογίας: μιλούν για Ανθρωπόκαινο περίοδο του πλανήτη. Μια περίοδο, δηλαδή, όπου η ανθρώπινη πρακτική διαμορφώνει τις εξελίξεις στον πλανήτη συνολικά, με ιδιαίτερα αρνητικό τρόπο. Η βιομηχανική δραστηριότητα των τελευταίων αιώνων και, κυρίως, η χρήση ορυκτών καυσίμων έχει συμβάλλει πρωταγωνιστικά στην τάση αύξησης της θερμοκρασίας, με συνέπεια να βρισκόμαστε μπροστά σε δυσμενείς έως καταστροφικές εξελίξεις. Δεν είναι απίθανο, μάλιστα, από μια άποψη, αυτές να είναι ήδη μη αναστρέψιμες και, επομένως, η συζήτηση να αφορά όχι την διόρθωση της κατάστασης, αλλά περισσότερο την ορθότερη δυνατή διαχείριση της ήδη συντελούμενης καταστροφής. Κάθε άλλο παρά απίθανο είναι, επίσης, να βρισκόμαστε λίγο πριν από κάποια απότομη κατάρρευση του γήινου συστήματος, όπως το έχουμε γνωρίσει μέχρι σήμερα, στο μέτρο που έχει διαμορφωθεί μια δυναμική, με τη μαθηματική έννοια, κατάσταση, στο πλαίσιο της οποίας οι μη γραμμικότητες είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε χαοτικές εξελίξεις.
Η εικόνα είναι ιδιαίτερα δυσοίωνη. Δεν είναι, ωστόσο, καθόλου σίγουρο πως είναι ορατή από την πλειοψηφία των ανθρώπων του καιρού μας. Το αντίθετο, μάλιστα. Δείκτης αυτού, νομίζω, είναι και το γεγονός πως ισχυρές δυνάμεις της πολιτικής οικολογίας, που πριν από κάποιες δεκαετίες εμφανίζονταν εξαιρετικά αδιάλλακτες σε ό,τι αφορά την στάση τους, έχουν μετατραπεί σε μετριοπαθείς εταίρους των καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων. Εξαιτίας αυτού αρκούνται σε προτάσεις «πράσινης και αειφόρου ανάπτυξης» τη στιγμή που τα προβλήματα παροξύνονται σε τέτοιο βαθμό, ώστε να απαιτούν ριζικές παρεμβάσεις με σχεδιασμό τεράστιας κλίμακας και με αυστηρό χειρισμό των χρονικοτήτων, μήπως και σώσουμε κάτι.
Το κυρίαρχο, ωστόσο, καπιταλιστικό-θατσερικό ήθος επιβάλλει μια πρόσληψη του κόσμου ως αντικειμένου εκμετάλλευσης για καταναλωτική, τελικά, χρήση και μια αντίληψη της ύπαρξης ως αέναα παροντικής συνθήκης, στο πλαίσιο της οποίας εμφανίζονται φαινόμενα μαζικής τύφλωσης. Ό,τι δεν βλέπουμε είναι σαν να μην υπάρχει. Αυτό αφορά το μέλλον, αφορά, όμως, εξίσου και τον ατμοσφαιρικό αέρα, υποδοχέα όλων εκείνων των αερίων, που οδηγούν στην καταστροφή. Είναι αόρατα, απλά «φάσματα» της Φυσικής, απολύτως αδύνατον να τα αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας, συνεπώς πρακτικά ανύπαρκτα. Όπως επισημαίνει ο Ντέιβιντ Αμπράμ, ακριβώς αντίθετα, σε όλη την προηγούμενη Ιστορία, το γεγονός πως ο αέρας ήταν αόρατος όχι μόνο δεν τον μετέτρεπε σε χρηστικό σκουπιδοτενεκέ, αλλά τον έκανε αντικείμενο σεβασμού: «Οι Ινουίτ αποκαλούσαν την ατμόσφαιρα άνεμο-πνεύμα του κόσμου (sila), οι Ινδιάνοι Ναβάχο ιερό άνεμο (nilch’i) , ενώ οι Εβραίοι πνεύμα που πνέει (ruach). Όποιο κι αν ήταν το όνομα με το οποίο υποδηλωνόταν, η ατμόσφαιρα αποτελούσε την πλέον μυστηριώδη και ιερή διάσταση της ζωής».
Αυτά, όμως, παλιά ή αλλού. Στη σημερινή καπιταλιστική πραγματικότητα, όλα αυτά συνιστούν μωρο-ρομαντισμούς, που αδυνατούν να σταθούν ρεαλιστικά απέναντι στις αναγκαιότητες της συσσώρευσης και της κατανάλωσης. Όπως είδαμε, οι επιστήμονες αναφέρονται πλέον σε Ανθρωπόκαινο. Δεν θα ήταν, άραγε, ακριβέστερο να μιλάμε για Κεφαλαιόκαινο; Στο μέτρο που οι καταστροφικές δραστηριότητες και η επίτασή τους δεν είναι συνέπεια κάποιας αναλλοίωτης στο χρόνο «ανθρώπινης φύσης», αλλά φανερά των απαιτήσεων του κεφαλαίου, νομίζω πως μια τέτοια ονομασία είναι πολύ περισσότερο κατάλληλη.
***
Τα πράγματα, ως προς την κλιματική αλλαγή, είναι πραγματικά οριακά –ή, ήδη, πέρα από το όριο. Και δεν μένει καθόλου χρόνος για την ανάληψη δράσης, μεγάλης έκτασης και πολύ συστηματικής, έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί η επείγουσα κατάσταση, που δημιουργείται, μεταξύ άλλων, από τη μαζική απελευθέρωση μεθανίου εξαιτίας της ταχύτατης τήξης του παγετώνα, που λιώνει με έντονους ρυθμούς λόγω θέρμανσης του πλανήτη. Ή από την κατάρρευση του στρώματος πάγου που καλύπτει τη Δυτική Ανταρκτική. Ή από την ταχύτατη εξαφάνιση των δασών του Αμαζονίου. Όπως σημειώνει ο Κλάιβ Χάμιλτον, «[κ]αθεμία από αυτές τις περιπτώσεις εγκυμονεί τον κίνδυνο μιας απότομης και μη αναστρέψιμης διατάραξης του παγκόσμιου κλίματος», που θα μπορούσε να σημάνει μια ολοκληρωτική, χωρίς υπερβολή, κατάρρευση χωρίς επιστροφή.
Εδώ, σε αυτό το οριακό σημείο βρισκόμαστε. Γι’ αυτό απαιτούνται ριζικές αποφάσεις. Τέτοιες που θα αρνηθούν ένα μέλλον συνέχισης της οικονομικής μεγέθυνσης με τους τωρινούς όρους –ίσως η μεγέθυνση δεν έχει πια μέλλον- και θα αποδεχθούν πως ο υπάρχων φυσικός «πλούτος» μας θα μείνει αναξιοποίητος στο διηνεκές. Έτσι θα πρέπει να αποφασίσουμε, π.χ., πως πάνω από το 80% των λιγνιτικών κοιτασμάτων δεν θα εξορυχτούν για οποιονδήποτε λόγο.
Επιπλέον, θα πρέπει –κι εδώ η Αριστερά, αλλάζοντας η ίδια επίσης ριζικά, έχει πρωτεύοντα ρόλο να παίξει- να αντισταθούμε στις δεξιές εκδοχές «αντιμετώπισης» του προβλήματος. Είτε πρόκειται για την αγορά ρύπων είτε για τις περισσότερες προτάσεις της υποτιθέμενης «πράσινης ανάπτυξης» τα προβλήματα που δημιουργούνται είναι, μάλλον, περισσότερα από όσα «επιλύονται». Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει για τις νέες ιδέες της Γεωμηχανικής, οι οποίες προτείνουν «ενεργητικές» παρεμβάσεις σε πλανητική κλίμακα, που θα «ρουφήξουν» τα αέρια του θερμοκηπίου με ειδικές μηχανές (!) και θα τα αποθηκεύσουν ασφαλώς (!) στους ωκεανούς. Οι τελευταίοι με την εναπόθεση μεγάλων ποσοτήτων ασβέστη θα αντιμετωπίσουν την οξίνισή τους και θα γίνουν κατάλληλοι για την δέσμευση μεγάλων ποσοτήτων «κακών αερίων» (!). Μια άλλη γεωμηχανική ιδέα είναι να ψυχθεί η Γη με ψεκασμό σωματιδίων θείου στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα προστατευτικό στρώμα –για την ακρίβεια, αυτά τα σωματίδια θα δημιουργήσουν μια «ηλιακή ασπίδα» που θα μας επιτρέπει να ρυθμίζουμε την ποσότητα του ηλιακού φωτός που θα φτάνει στη Γη. Σπόνσορες αυτών των ιδεών είναι ακριβώς οι εταιρίες, οι οποίες μέχρι πρόσφατα δαπάνησαν πολλά χρήματα, για να διαψεύσουν τον κλιματικό κίνδυνο, π.x. η Exxon -Mobil. Πολύ λογικό. Η Γεωμηχανική δίνει τη δυνατότητα για νέες μπίζνες, ενώ αφήνει ανέγγιχτες τις ρυπογόνες δραστηριότητες, που ευθύνονται για την πλανητική θέρμανση.
Ο συλλογικός τόμος των εκδόσεων Angelus Novus, που μου έδωσε την αφορμή για αυτές τις σκέψεις, είναι, από όσο ξέρω, πραγματικά μοναδικός σε ό,τι αφορά την αποτύπωση και ανάλυση του προβλήματος και τη συνειδητοποίηση των μετασχηματισμών που απαιτούνται προκειμένου η ανθρωπότητα να διεκδικήσει την ελπίδα μιας απάντησης. Αρθρώνεται γύρω από τις μελέτες κλιματολόγων, που παρουσιάζουν τις πραγματικές διαστάσεις του προβλήματος μέσα από την επισκόπηση των σχετικών επιστημονικών γνώσεων. Και επεκτείνεται σε πολύ περισσότερα: Από την οικονομική προσέγγιση μέχρι το διεθνές ποινικό δίκαιο σχετικά με την οικοκτονία. Από τις ψευδοαπαντήσεις της «αειφορίας» και της προστασίας δια της «τιτλοποίησης» και της χρηματιστικοποίησης μέχρι τον εντελώς αναποτελεσματικό ρεφορμισμό της «πράσινης ανάπτυξης». Από το ρόλο της εξορυκτικής βιομηχανίας μέχρι την «εξαγωγική υπανάπτυξη» και την κλιματική βία ως διωγμό εναντίον των αδυνάμων.
Κυρίως, αποτελεί ένα κάλεσμα για αφύπνιση και κινητοποίηση, αληθινό όπλο για την πάλη εναντίον όσων καταστρέφουν αδυσώπητα τις ίδιες τις βάσεις της ζωής στη Γη. Μια κραυγή, που μπορεί να συνδράμει στην ενεργό εμπλοκή μεγάλου αριθμού ανθρώπων.

Χρήστος Λάσκος
Πηγή: Η Αυγή