Macro

Παύση και μαχητικότητα: Η Δημοκρατία του Μπριάμ

Η Δημοκρατία του Μπριάμ: 56+1 ασπρόμαυρα χρονογραφήματα, του Δημήτρη Στεργίου, Εκδόσεις Εύμαρος, 2026

Το μπριάμ τυχαίνει να είναι από τα αγαπημένα μου φαγητά, και να το μαγειρεύω και, εννοείται, να το απολαμβάνω. Στο ταψί όλα τα λαχανικά έχουν τη θέση τους, με όρους ισότητας, με τα χρώματα, τις μυρωδιές και την υφή τους, χωρίς σύγχυση, χωρίς διάκριση. Το λάδι πρέπει να είναι τόσο όσο – πολύ, και επισκιάζει τις γεύσεις, λίγο και μένεις με ένα νερόβραστο άψητο αποτέλεσμα. Υπάρχουν πολλές εναλλακτικές αλλά αποτελούν απλώς παραλλαγές στον ίδιο σκοπό. Η “δημοκρατία” των υλικών εναρμονίζεται πλήρως με το γεγονός ότι αποτελεί το κατά εξοχήν κοινωνικό πιάτο, για φίλους, για την οικογένεια, για νέους επισκέπτες – ή όπως λέει ο συγγραφέας με «συντροφικότητα στο ταψί». Το μαζί, το εμείς, είναι ένα από τα νήματα που διατρέχουν το βιβλίο.

Όταν είσαι καθηγητής έχεις ένα προνόμιο: την εμπειρία να διαβάσεις δύο κειμένα φοιτητών που έχουν πάνω κάτω την ίδια απάντηση, και να διακρίνεις ποιος από τους δύο έχει εξαντλήσει τη γνώση του στο κείμενο, και ποιος παρουσιάζει ένα κομμάτι από αυτήν και θα μπορούσε, αν είχε το χρόνο, να αναπτύξει το θέμα σε περισσότερο βάθος. Ο Δημήτρης Στεργίου μας παρουσιάζει τα 56+1 χρονογραφήματά του με ένα τόσο λιτό τρόπο που ένας επιπόλαιος αναγνώστης θα μπορούσε να το μπερδέψει με απλοϊκότητα. Η λιτότητα αυτή χαρακτηρίζει τόσο τα κείμενα όσο και τα δικά του σκίτσα που τα συνοδεύουν – καθαρές γραμμές που αντανακλούν την καθαρότητα της σκέψης του. Είναι προφανές το εύρος των αναγνωσμάτων του συγγραφέα, από τον Γκράμσι μέχρι την Rana Shubair (για την Παλαιστίνη) και από τη Luxembourg μέχρι τον Ilan Pappé. Απλώς δεν έχει το καημό να φοράει το κουστούμι της γνώσης του για εμφανισιακές προβολές. Δεν ανήκει στους διανοούμενους που θεωρούν ότι για να είναι μια πρόταση, ή μια σκέψη, βαθιά, πρέπει να είναι δυσνόητη! Όλα τα χρονογραφήματα είναι ευανάγνωστα. Αλλά προτρέπω τους αναγνώστες να τα διαβάσουν δεύτερη και τρίτη φορά γιατί μερικά διαμάντια ενδέχεται να χαθούν μέσα στην αβίαστη ροή της πρώτης ανάγνωσης.

Το μέσον είναι και το μήνυμα , έλεγε ο Marshall McLuhan. Η λιτότητα της γραφής ταιριάζει στον Δημήτρη Στεργίου με τη λιτή αφθονία που πρεσβεύει, όχι μόνο ως στάση ζωής, αλλά και ως πολιτικό πρόταγμα ενάντια στην κλιματική κρίση, τις ανισότητες, τον αγώνα επιβίωσης, την τρέλα της καθημερινότητας. Δεν τον συγκινούν τα brands, τα hashtags, τα playlists. Όπως δεν τον συγκινούν οι καθηγητές του Digital Marketing Strategy ή οι διδάκτορες των Social Media Optimization που με πομπώδη τρόπο ομιλούν χρησιμοποιώντας όρους που ακούγονται τεχνοκρατικοί αλλά είναι άνευ νοήματος για να μας πείσουν (να πειστούν οι ίδιοι;) ότι έχουν τις λύσεις για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε. Μας δίνει και ένα γλωσσάριο «στομφολογία» όπου το follow up μεταφράζεται ως το «ραντεβού της αναβλητικότητας», το workshop ως μία «συνάντηση όπου φεύγεις με λιγότερα απ’ όσα ήξερες» ή το synergy σηματοδοτεί «το μαζί με κουστούμι Armani». Μας καλεί να οραματιστούμε μια διαφορετική αφθονία, εν μέρει βασισμένη στα παλιά που γκρεμίζει ο καπιταλισμός – ένα καλοκαίρι ανέμελο με φίλους και συγγενείς δίπλα στη θάλασσα, ένα τραπέζι με φίλους στην πόλη, με καλό και απλό φαγητό, με απλές κουβέντες για τα παλιά, το παρόν και το μέλλον. Η ελιά, η κάπαρη, το κυπαρίσσι μεταμορφώνονται σε μια ανάμνηση, σε μια αξία, σε ένα δώρο της φύσης.

Εν μέρει με το καινούριο. Ο συγγραφέας υποστηρίζει το νέο ιδεολογικό ρεύμα της αποανάπτυξης. Οι κοινωνικοί και πολιτικοί επιστήμονες την αναλύουν θεωρητικά. Ο Δημήτρης δεν μας δείχνει απλώς τη ζημιά της καπιταλιστικής «ανάπτυξης». Μας βοηθά να οραματιστούμε μια εναλλακτική, να την αισθανθούμε ως μια ρεαλιστική προοπτική. Αλλά, πάντα υπάρχει το αλλά στα κείμενα. Η λιτή αφθονία δεν είναι για όλους: «το καλοκαίρι είναι γιορτή. Ή τουλάχιστον, έτσι μοιάζει. Γιατί κάτω απ’ τη φωτεινή σκηνή, υπάρχει πάντα το ‘αλλά’. Για κάθε αυλή που γελά, υπάρχει ένα δωμάτιο χωρίς αέρα. Για κάθε βουτιά στη θάλασσα, μια σκυμμένη πλάτη πίσω από πάγκους. Για κάθε δροσιστική εμπειρία, κάποιος που τη σερβίρει χωρίς να τη γευτεί ποτέ.»

Λέγεται ότι τα ωραία πράγματα εμπεριέχουν πάντα ένα περήφανο χαιρετισμό από έναν άλλο κόσμο. Και στο βιβλίο συναντάμε τέτοιους χαιρετισμούς από το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Και στις τρεις περιπτώσεις οι χαιρετισμοί εδράζονται στις αξίες της συλλογικότητας και της συνεργασίας, στην ισότητα, στην ελευθερία των ατόμων να διαμορφώσουν το δικό τους ευ ζην. Η προσέγγιση του Δημήτρη αναδεικνύει αυτές τις αξίες αλλά, συγχρόνως, έχει πλήρη επίγνωση για τις δυνάμεις που αποτελούν φράγμα στο να μετατραπούν αυτές σε πρακτικές λύσεις. Διαθέτει δηλαδή μια θεωρία του κεφαλαίου, των ελίτ που ωφελούνται από την υπάρχουσα κατάσταση. Έχω γράψει βιβλία και άρθρα για το νεοφιλελευθερισμό και τη χρηματιστικοποίηση. Για το πως μετατρέπονται ολόκληρες συνοικίες ή και νησιά χωρίς να ερωτηθεί κανένας στο όνομα των αναγκαίων επενδύσεων και της ανάπτυξης. Το βιβλίο του όμως έχει πολλές ιστορίες που μας βοηθούν όχι μόνο να καταλάβουμε τα επιχειρήματα πίσω από αυτές τις τάσεις αλλά να βιώσουμε το μέγεθος αυτών των καταστροφικών αλλαγών. Σε όλα αυτά δεν υπάρχει ίχνος φυσικότητας, είναι απλώς μια κανονικότητα που οι ισχυροί μας επιβάλουν.

Όπως δεν υπάρχει καμία φυσικότητα στο να μην βλέπουμε τη γενοκτονία των Παλαιστινίων ή γενικότερα τον πόλεμο στο όνομα ενός ρεαλισμού που εξαπλώνεται ως δηλητήριο – οι πολλές αναφορές του στην τραγωδία των Παλαιστινίων έχουν ένα πιο σκοτεινό ύφος. Γράφοντας για τον Αύγουστο του 2025 μας λέει «του ζητήσαμε να μας βοηθήσει να ξεχάσουμε. Να σβήσει τη ντροπή από τα επίσημα χαμόγελα και τις χειραψίες εκείνων που υποδέχτηκαν με τιμές και χειραψίες τους δολοφόνους της Γάζας, εκείνους που μετρούν τις παιδικές ψυχές σε ‘παράπλευρες απώλειες’ και χτίζουν διεθνή καριέρα πάνω στις στάχτες. Του ζητήσαμε να ρίξει λίγο από το φως του εκεί όπου οι κάμερες δεν φτάνουν, στις απελπισμένες κραυγές των αμάχων, στο βλέμμα των παιδιών που χάνονται πριν μάθουν να διαβάζουν». Η άποψη ότι η πολιτική δεν αφορά την ηθική αλλά τους συσχετισμούς δυνάμεων είναι, όμως, από μόνη της μια ηθική στάση. Μια στάση που οδηγεί σε καταστροφικά αποτελέσματα, αλλά έχει την τάση να φθείρει, και διαφθείρει, τους ίδιους τους θιασώτες της. Αλλά πολύ περισσότερο πλήττονται τα θύματα.

Η προσέγγιση του Στεργίου είναι απολύτως Γκραμσιανή. Καταλαβαίνει ότι η ιδεολογία της ατομικότητας ή της ανάγκης για επενδύσεις ότι και να είναι αυτές παράγει τον κοινό νου. Συγχρόνως αναδεικνύει τον καλό νου των απλών ανθρώπων που καταλαβαίνουν ότι το οικονομικό σύστημα, η διαφθορά και η ανεπάρκεια του κράτους δουλεύουν συστημικά εναντίον τους. Η μάχη μας ενάντια στο σύστημα δεν μπορεί παρά να δοθεί σε πολλά επίπεδα: στο δρόμο, στον πολιτισμό, στην ιδεολογία. Αν έχω μια κριτική εδώ είναι ότι ο συγγραφέας παραείναι επικριτικός απέναντι σε αυτό που ονομάζει δικαιωματισμό γιατί νομίζω ότι, υπό όρους, τα δικαιώματα μπορούν να ενσωματωθούν σε ένα εναλλακτικό αφήγημα.

Όποιος και όποια διαβάσει το βιβλίο θα γίνει σοφότερος/σοφότερη. Δεν εννοώ μόνο ότι θα μάθει πράγματα, αλλά ότι θα σκεφτεί μια άλλη προσέγγιση για τη ζωή και τις αξίες. Πάνω απ’ όλα θα αναλογιστεί για το ρυθμό της καθημερινότητας, την ανάγκη για στιγμές παύσης, το να αξιολογούμε το σημαντικό, το ωραίο, αυτό που έχει αξία. Το παράδοξο, ίσως η μαγεία, του βιβλίου είναι ότι μας καλεί, στην ίδια στιγμή σε μια μαχητικότητα ενάντια σε όλες αυτές τις δυνάμεις που αποτρέπουν τους ανθρώπους να βρουν την αναγκαία ισορροπία στη ζωή τους με ένα νέο κοινωνικό και πολιτικό μπλοκ δυνάμεων, όλοι μαζί με τη δημοκρατία του μπριάμ.

Ευκλείδης Τσακαλώτος
NOT JUST ECONOMICS