Οι περισσότεροι αναλυτές σχολιάζοντας τη συνάντηση Ερντογάν Μητσοτάκη συμφώνησαν ότι είχε αναμενόμενο περιεχόμενο, περιορισμένο σε μη ακανθώδη ζητήματα. Πράγματι αυτό ισχύει και προκύπτει από το κοινό ανακοινωθέν, από τις ξεχωριστές δηλώσεις, όπου ας σημειωθεί δεν επιτρέπονταν ερωτήσεις.
Ακόμη και για τα ακανθώδη, όταν τέθηκαν, χρησιμοποιήθηκαν ήπιες διατυπώσεις. Και αυτά ήταν δύο από την κάθε πλευρά. Ο Ερντογάν έθεσε το ζήτημα της μειονότητας μιλώντας «για πλήρη απόλαυση θρησκευτικών ελευθεριών και εκπαιδευτικών ευκαιριών για την τουρκική μειονότητα στη Δ. Θράκη» και έμμεσα το περιβόητο safe: «Η Τουρκία να συμμετάσχει στις αμυντικές πρωτοβουλίες που ξεκίνησαν πρόσφατα στην Ευρώπη». Ο Μητσοτάκης υπενθύμισε ότι «η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών – ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα στο Αιγαίο και Αν. Μεσόγειο αποτελεί τη μόνη διαφορά που θα μπορούσε να οδηγηθεί ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου» και «ότι είναι καιρός πια να αρθεί κάθε απειλή, ουσιαστική και τυπική, στις μεταξύ μας σχέσεις» εννοώντας το casus belli.
Το διεθνές περιβάλλον
Όμως, αρκεί μια ανάλυση να περιοριστεί σ’ αυτά μόνο ή και στις επτά συμφωνίες που υπογράφθηκαν; Όχι δεν αρκεί, διότι η συνάντηση γίνεται σε ένα επικίνδυνο και ασταθές διεθνές περιβάλλον που αφορά και τις δύο χώρες. Αυτό είναι που –παρά τις συνεχείς αναβολές από την τελευταία συνάντηση του έλληνα πρωθυπουργού και του τούρκου πρόεδρου, τη ματαίωση μιας συμφωνημένης συνάντησης στη Ν. Υόρκη, και μια σειρά αντιπαραθετικές δηλώσεις αξιωματούχων των δυο χωρών, της Τουρκίας μάλιστα πρόσφατα– αποφασίστηκε η συνάντηση.
Το προηγούμενο διάστημα, αλλά και λίγες μέρες πριν τη συνάντηση, οι δυο χώρες έκαναν σαφές ότι δεν έχουν ανάγκη καμιάς επιδιαιτησίας για να λύσουν τις διαφορές τους. Η Τουρκία, φοβούμενη κυρίως την ΕΕ, το έθετε πάντα. Το επανέφερε, όμως, πρόσφατα με δήλωση του υπ. Εξωτερικών κ. Φιντάν. Η Ελλάδα το έθεσε δια του υπ. Εξωτερικών κ. Γεραπετρίτη πριν καιρό. Λίγο πριν τη συνάντηση ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης, μιλώντας στο SKY για το ενδεχόμενο παρέμβασης των ΗΠΑ, τόνισε ότι για τις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας δεν χρειαζόμαστε «κάποιο επιδιαιτητή ή κάποιο διαμεσολαβητή για να συζητήσουμε ζητήματα που μας αφορούν». Για διαφορετικούς λόγους και οι δυο πλευρές αρνούνται την έξωθεν διαμεσολάβηση και μία συνάντηση, σε κλίμα συνεννόησης, θα απομάκρυνε μια επαπειλούμενη παρέμβαση Τραμπ που θα πίεζε για «εξομάλυνση στην Αν. Μεσόγειο» με τον δικό του τρόπο και τα δικά του συμφέροντα.
Η Τουρκία
Η Τουρκία επιχειρεί να σταθεροποιήσει την ισχυρή θέση της στην ευρύτερη περιφέρεια, να αυξήσει το κύρος της για να έχει ενισχυμένο ρόλο, να αντιμετωπίζει το Ισραήλ, κύριο αντίπαλό της στην περιοχή. Έχει έναν προσανατολισμό στην εξωτερική της πολιτική συμβατό με τα συμφέροντά της. Οι ΗΠΑ θέλουν να προσδεθεί στο δικό τους άρμα, επομένως πιέζουν να μειωθούν οι σχέσεις με τη Ρωσία, να ματαιωθούν με την Κίνα.
Όμως ο Ερντογάν, εκτός του ότι είναι αδύνατο, πχ στο ενεργειακό καθώς το 43% είναι εισαγωγές από Ρωσία, ή δύσκολο όπως οι S-400, οικοδομεί μία ολόκληρη πολιτική στο εσωτερικό ότι η Τουρκία είναι αυτόνομη και σχεδιάζει την πολιτική της με βάση τα δικά της συμφέροντα. Αυτό δεν μπορεί να το απεμπολήσει.
Η συνάντηση με τον Μητσοτάκη είναι για τον Ερντογάν μια έμπρακτη επιβεβαίωση ότι η Τουρκία είναι συνετή μεγάλη δύναμη που επιδιώκει να λύνει προβλήματα δύσκολα, όπως με την Ελλάδα. Συγχρόνως επιδιώκει να βελτιώνει σχέσεις με όλους σχεδόν τους γείτονες. Εμφανίζεται σαν ειρηνοποιός, κάτι που θεωρεί ότι αρέσει στον Τραμπ, και ταυτόχρονα ότι θωρακίζεται σε ενδεχόμενο αμερικανικό σχέδιο για την περιοχή που θα της περικόπτει συμφέροντα ή βλέψεις.
Η Ελλάδα
Η Ελλάδα φοβάται παρέμβαση Τραμπ ακόμη περισσότερο. Να τη στηρίξει με βάση τα δικά του συμφέροντα στην περιοχή και τη βαρύτητα που δίνει στην Τουρκία. Καταρχάς, η εξωτερική της πολιτική είναι χρόνια μη προνοητική. Έχει μαξιμαλισμούς, προσδέσεις και εμμονές. Σήμερα, ουσιαστικά, η εξωτερική πολιτική της χώρας έχει αποδομηθεί, όπως συχνά σημειώνουν άρθρα ακόμα και στον φιλικό της Τύπο. Πρώτον, η ακραία στάση στο Ουκρανικό, ενώ μπορούσε να είναι πολύ πιο προφυλαγμένη, οδήγησε ταυτόχρονα σε οξεία αντιπαράθεση με τη Ρωσία. Δεύτερον, η όλο και στενότερη συνεργασία με το Ισραήλ που την ενέπλεξε στον πόλεμο της Γάζας, επιδεινώνοντας τις σχέσεις με τις αραβικές χώρες και την Τουρκία. Τρίτον, η πρόσδεση με τις ΗΠΑ –απότοκο ήταν η γελοιοποίηση στην περίπτωση απαγωγής Μαδούρο– και γενικότερα η αντίληψη περί εγγυητών αν συμβεί σύρραξη με την Τουρκία. Αυτό σήμερα δεν το πιστεύει κανένας. Τέταρτον, η ελληνική πλευρά βλέπει να αλλάζουν και οι σχέσεις ΕΕ – Τουρκίας. Βελτίωση όπου δεν χωράει μία Ελλάδα που θέτει συνεχή βέτο ή ζητά κυρώσεις.
Η πολιτική στις ελληνοτουρκικές σχέσεις προσκρούει σε νέες πραγματικότητες. Η θέση καταρχάς για τη μία και μόνη διαφορά είναι διεθνώς μετέωρη. Ο αποκλεισμός από τη συζήτηση των χωρικών υδάτων που είναι, κατά τους ειδικούς, και η ευκολότερη ως προς την επίλυση της, είναι παραλυτικός, διότι εμποδίζει τη συζήτηση για ΑΟΖ – υφαλοκρηπίδα που την προϋποθέτει. Συγχρόνως, ωθεί την Ελλάδα σε παραβιάσεις, διότι καλύπτει εναέριο χώρο 10 μιλίων ενώ πρέπει 6, όσα και τα χωρικά ύδατα. Υπάρχει το ζήτημα και της επήρειας των νησιών. Οι ελληνικές κυβερνήσεις υποστηρίζουν ότι έχουν πλήρη. Πρόκειται για θέσεις που δεν γίνονται αποδεκτές διεθνώς. Η χώρα επίσης συμμετέχει σε συμμαχίες που θεωρείται ότι επιδιώκουν την απομόνωση της Τουρκίας.
Είναι, λοιπόν, άνευ νοήματος η επιδίωξη να υπάρξουν μ’ αυτές τις συναντήσεις ήρεμα νερά στις ελληνοτουρκικές σχέσεις; Καθόλου, αλλά αυτό δεν αρκεί. Η ελληνική εξωτερική πολιτική, εγκλωβισμένη σε έναν ιδιότυπο εθνικισμό –συνεισφέρει και η Αριστερά– δεν παίρνει πρωτοβουλίες για διάλογο και επίλυση προβλημάτων. Αυτό όφειλε να κάνει και από το 2023 όταν έγινε η συμφωνία με την Τουρκία. Κάθε καθυστέρηση που μεταθέτει το πρόβλημα για αργότερα εμπεριέχει κινδύνους, διότι κάθε φορά η Τουρκία θα είναι και απαιτητικότερη και ισχυρότερη.
Παύλος Κλαυδιανός
Mειονότητα: Και πάλι παιχνίδι με τις λέξεις
Κατά τη διάρκεια των δηλώσεων Μητσοτάκη – Ερντογάν είδαμε και πάλι: παιχνίδι με τις λέξεις όσον αφορά στη μειονότητα της Θράκης. Ο μεν Μητσοτάκης αναφέρθηκε στην συνθήκη της Λοζάνης, που κάνει λόγο όπως είπε για μουσουλμανική μειονότητα. «Λησμόνησε», όμως, να πει πως στο εσωτερικό της μειονότητας υπάρχουν 3 εθνοτικές ομάδας, οι Τούρκοι, οι Πομάκοι και οι Τσιγγάνοι. Όπως και να πει ότι η Ελλάδα έχει καταδικαστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για το θέμα της Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης. Ο δε Ερντογάν αναφερόμενος μόνο σε τουρκική μειονότητα «λησμόνησε» τα όσα είχε πει κατά την επίσκεψη του στην Αθήνα επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Είχε πει πως είστε μουσουλμανική μειονότητα που έχει μέσα της και τους Τούρκους και τους Πομάκους και τους Τσιγγάνους. Είχε αναφερθεί στο τι ακριβώς λέει η Λοζάνη. Σήμερα γινόμαστε μάρτυρες ακόμη ενός «παιχνιδιού λέξεων» και από τους δύο, προκειμένου να εξυπηρετηθούν εσωτερικές σκοπιμότητες. Είναι πρόδηλο πως επί της ουσίας τα θέματα των μειονοτήτων δεν απασχολούν ιδιαίτερα ούτε τον έναν ούτε τον άλλον. Άλλωστε, τι αξία έχουν μερικές χιλιάδες ψυχές, μπροστά στα «μεγάλα» που έχουν να αντιμετωπίσουν. Αλλά η μειονότητα ζητά την πραγματική επίλυση των θεσμικών ζητημάτων που εκκρεμούν εδώ και χρόνια και όχι ένα παιχνίδι λέξεων που δεν αφορά επί της ουσίας κανέναν.
Σταμάτης Σακελλίων
Η ΕΠΟΧΗ