Macro

Παντελής Μπουκάλας: Η ψηφοκαπηλία στους «Χαλασοχώρηδες»

Ψάχνοντας αποκούµπι στο «κάθε πέρσι και χειρότερα», τηρώ απαρεγκλίτως το εκλογικό μου έθιμο: τις μέρες της κάλπης διαβάζω κείμενα δημοσιευμένα στα τέλη του 19ου αιώνα. Ιδού η τριάδα που με παρηγορεί με την παράδοξη ομοιοπαθητική της: ο Κωστής Παλαμάς και το διήγημα «Ενας ψηφοφόρος» (1887), ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και η «μικρά μελέτη» «Χαλασοχώρηδες» (1892), ο Εμμανουήλ Ροΐδης και το δοκίμιό του «Η πολιτική εν Ελλάδι ρητορεία» (1896).
 
Επειτα από 13-14 δεκαετίες η Ελλάδα είναι η νύχτα με τη μέρα, παρά τις τραγωδίες που μεσολάβησαν: ο πόλεμος του 1897, ξορκισμένος με τον χαρακτηρισμό «ατυχής», οι Βαλκανικοί που μεγάλωσαν τη χώρα, η Μικρασιατική Καταστροφή που την ξανάπλασε με πολύ πόνο, οι Παγκόσμιοι, ο Εμφύλιος, ο «Αττίλας» στην Κύπρο. Συν τα τυραννικά καθεστώτα του Ιωάννη Μεταξά και της χούντας, νοσταλγοί των οποίων υπάρχουν και σήμερα· οι φανεροί σε φασίζουσες σέχτες, οι κρυφοί ακόμα και στη Βουλή.
 
Η νύχτα τότε, λοιπόν, η μέρα σήμερα. Ετσι θέλουμε να πιστεύουμε. Σ’ αυτό το πυκνότατο χρονικό διάστημα, αμέτρητοι πολιτικοί ποικίλων δογμάτων αυτοειδωλολατρεύτηκαν σαν σωτήρες, μα κατέληξαν ένα μικρό λήμμα στις εγκυκλοπαίδειες. Επίσης αμέτρητα κόμματα, με ονόματα ευρηματικά ή κοινότοπα, υποσχέθηκαν αναγεννήσεις, αναζωογονήσεις, αναπτερώσεις, μόνο που τη μνήμη τους την έσβησε ταχύτατα ο καταποτήρας Χρόνος, πάντα βιαστικός κι αχόρταγος. Υπήρξαν, σαν να λέμε, σχηματισμοί με τη σημασία τού «αχύρου του απολειπομένου κατά το αλώνισμα» που έχει η λέξη «κόμμα», παράγωγο του «κόπτω». Πολύ χειρότερα είναι τα πράγματα με όσα κόμματα πολιτεύτηκαν επιλέγοντας από τις σημασίες του «κόμματος» εκείνη του νομίσματος. Οσα χρηματίστηκαν και χρημάτισαν, διεκπεραιώνοντας τις αποστολές που τους ανέθεσαν οι χρυσοί χορηγοί τους.
 
Αν ξαφνικά ξεφύτρωνε ανάμεσά μας ένας Ελληνας του 1880 ή του 1890, φουστανελάς ή μη, θα τρελαινόταν από τα «αυτονόητα» και τα «κεκτημένα» μας, τα αυτοκίνητα, τα κινητά, τα κομπιούτερ μας. Τεχνολογικά, δεν μας χωρίζουν 13-14 δεκαετίες αλλά 13-14 αιώνες, και πάλι λίγα λέω, αν συνυπολογίσουμε τη νέα ευλογία-κατάρα: την τεχνητή νοημοσύνη. Ως προς την πολιτική ηθολογία, αντίθετα, ή την κομματική παθολογία, δεν απέχουμε από το 1880 παρά λίγα χρόνια.
 
Ο «ξένος» μας λοιπόν, ο όμαιμος ξένος, γρήγορα θα νιώσει άνετα, σχεδόν σαν σημερινός, αν τύχει να ξεφυτρώσει ανάμεσά μας μέρες εκλογών. Και η γλώσσα ίδια θα του φανεί, και στα ήθη θα βρει πολλά κοινά στοιχεία. Ιδίως αν στον καιρό του ήταν κι αυτός ένα Ελληνόπουλο ροϊδικού τύπου: «Υπό την στέγην της πατρικής του καλύβης περί ουδενός άλλου ακούει ο ελληνόπαις τους οικείους του συζητούντας, παρά περί της πιθανής εκβάσεως των εκλογών και των ωφελημάτων τα οποία δύνανται να καρπωθώσιν εκ της εξυπηρετήσεως τούτου ή εκείνου του υποψηφίου».
 
Ναι, δεν υπάρχουν καλύβες πια. Ως προς αυτό προκόψαμε· κάτι τσαντίρια των Τσιγγάνων μας μόνο, που μάθαμε να τους λέμε Ρομά, αλλά συνεχίζουμε να μην τους συμπεριλαμβάνουμε στο Ρωμαίικο. «Ωφελήματα» πάντως, εξατομικευμένα ή οικογενειακά, πάντα υπάρχουν. Και φενακισμός υπάρχει, μαζικός, επιστημονικός. Και εκμαυλισμός συνειδήσεων επίσης, με πολύ περισσότερα και ισχυρότερα μέσα (και Μέσα) στη διάθεση των μεσσιανικώς πολιτευομένων. Που χρησιμοποιούν σαν προσηλυτιστές τούς περιφερειακούς κομματάρχες τους, ειδικευμένους στη χρήση της παλαμικής «απόχης του ρουσφετιού». Αυτοί φέρνουν εις πέρας τη λερή δουλειά, τα ταξίματα και τους εκβιασμούς. Οι επιφανείς δεν μαγαρίζουν τα χέρια τους, και δεν χρειάζονται καν το νερό του Πιλάτου.
 
Οι «Χαλασοχώρηδες» δημοσιεύθηκαν το 1892 στην «Ακρόπολι» του Βλάση Γαβριηλίδη, σε συνέχειες. Τα αποκαλυπτήρια των ρουσφετολόγων υποψηφίων και των πρωτοπαλίκαρών τους καταλήγουν στην πλήρη ηθική απογύμνωσή τους. Ο Κωνσταντής ο Καλόβολος και ο Γιάννης της Χρυσάφους για να ωφεληθούν (κυρίως σε κρασί και κοψίδια) από την κατεστημένη ανηθικότητα των πολιτικάντηδων –που εξαγοράζουν ψήφους άνευ αιδούς και ενδοιασμών–, αλλά και για να την ξεμπροστιάσουν, βάζουν μπρος, με «εκλογική ορθοφροσύνη» και «πρακτική ηθική», την απλή κομπίνα τους: ο ένας θα δηλώνει πως είναι με τους «Χαλασοχώρηδες», ο άλλος με τους «Ανδρογυνοχωρίστρες»:
 
«Ενώ άλλοι φανατίζονται και “χαλνούν την ζαχαρένια τους”, αυτοί οι δύο, “ζευγαράκι ταιριαστό”, παράδειγμα υγιούς εκλογικής φιλοσοφίας εις όλον το χωρίον, ανήκοντες εις δύο αντίπαλα και μέχρι καταστροφής πολεμούντα άλληλα στρατόπεδα, περνούν με γέλια και με χαρές, τρώγοντες, πίνοντες, ευωχούμενοι εις υγείαν όλων των υποψηφίων, ευλόγως θέτοντες την φιλίαν των υπεράνω κομμάτων. Και με τοιούτον τρόπον “το έχουν δίπορτο”. Με όποιον κόμμα νικήσει θα είναι φίλοι, αφού θα είναι ο εις. “Οποιος γάιδαρος, κι αυτοί σαμάρι”». Ο ίδιος ο Γιάννης της Χρυσάφους συνοψίζει το τερψιλαρύγγιο δόγμα του παραπέμποντας σε άλλο τετράποδο: «Το καλό αρνί τρώει από δύο προβατίνες». Ανάλογη βιοποριστική φιλοσοφία υιοθετεί μια «πεντακέφαλος εύθυμος παρέα», που «επείθετο να ψηφοφορήση μονοκούκι υπέρ του ενός κόμματος ή υπέρ του άλλου αντί προκαταβολής 210 δραχμών εις μετρητά, ενός γιουβετσίου, δύο γαλονίων οίνου και ενός παγουρίου ρακής, ως και ζεύγους τσαρουχίων περιπλέον διά τον Κώσταν τον Αγγουρον».
 
Τους «ψηφοκαπήλους» χλευάζει ανελέητα ο Παπαδιαμάντης. Να, σαν τον «τετραπέρατο» Μανόλη τον Πολύχρονο, που «επήρε χίλιους εκατόν ψήφους και εξώδευσε χίλια διακόσια δεκάρικα, δώδεκα χιλιαδούλες σωστές. Του ήλθε σχεδόν από ένδεκα δραχμάς, κατ’ ακριβολογίαν από δέκα και ενενήντα εν λεπτά, παρά εν κλάσμα, η ψήφος». Δεν μπόρεσα να εξακριβώσω αν η λέξη «ψηφοκάπηλος», αριστοφανικής οξύτητας και διαύγειας, είναι δημιούργημα του Σκιαθίτη. Ο Στέφανος Κουμανούδης, στη «Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων», έχει τα λήμματα «ψηφοκαπηλία» και «ψηφοκάπηλος», παραπέμπει δε στις εφημερίδες «Παλιγγενεσία» και «Ωρα», δίχως χρονολογία όμως.
 
Δεν έχει σημασία η πατρότητα της λέξης «ψηφοκαπηλία», αλλά το ότι η μήτρα που γέννησε την τέχνη του ρουσφετολογιού παραμένει γόνιμη, παρότι τώρα την ονομάζουμε ουδέτερα, «πελατειακό κράτος». Φυσικά, η χρηματική συναλλαγή είναι πια ντεμοντέ. Υπάρχουν πια πολύ πιο σοφιστικέ τρόποι για να αποσπαστεί η ψηφοδότρια συναίνεση. Εχουμε προκόψει, το είπαμε.

Παντελής Μπουκάλας