Macro

Πάνος Λάμπρου: Τα Χριστούγεννα, οι «αόρατοι», εμείς…

Θα μπορούσε να είναι κινηματογραφική ταινία, αλλά δεν είναι. Μια θεατρική παράσταση για μικρούς και μεγάλους. Αλλά δεν είναι. Μια πραγματικότητα είναι, που τη βλέπουν όσοι και όσες έχουν ανοιχτά μάτια και κυρίως ανοιχτό μυαλό. Ίσως κάποιες ξεθωριασμένες φωτογραφίες…
 
Σκηνή πρώτη: Χριστουγεννιάτικο βράδυ, χιονίζει. Στολίδια και μουσικές, καμινάδες και μυρωδιές, ετοιμασίες για ρεβεγιόν. Γέλια…
 
Σκηνή δεύτερη: Κάπου πιο μακριά, λίγο πιο πέρα, σχεδόν δίπλα. Ένα μισογκρεμισμένο σπίτι. Δεν ακούγεται τίποτα, λες και τα Χριστούγεννα δεν κατάφεραν να φτάσουν. Κι όμως, μέσα στο χάλασμα υπάρχουν άνθρωποι…
 
Τα γέλια συνεχίζουν να ακούγονται και η σιωπή το ίδιο. Δύο παράλληλοι κόσμοι, απόμακροι, αντιθετικοί, ενίοτε συγκρουόμενοι.
 
Οι εικόνες εναλλάσσονται, η μία μετά την άλλη. Η χαρά και η λύπη, ο πλούτος και η φτώχεια, τα ψηλά κτίρια, τα χαμηλά, οι εντός και οι εκτός, οι ορατοί και οι αόρατοι, οι αποκλεισμένοι…
 
Φεύγουμε από το κέντρο της πόλης με ταχύτητα. Στον δρόμο μας συναντάμε άλλες εικόνες, που συγκρούονται σκληρά, αλλά ποιος δίνει σημασία; Θυμόμαστε την 8χρονη Όλγα, που βρήκε τραγικό θάνατο στην πύλη του εργοστασίου. Ένα γυφτάκι ήταν, ένα ζητιανάκι, από αυτά που κυκλοφορούν, υπάρχουν, αλλά είναι αόρατα, ακόμα και τη στιγμή του θανάτου. Αλλά και τα δύο μικρά παιδιά που κάηκαν ζωντανά στο σπίτι τους στο Καματερό. Όπου φτωχός… Αλλά ποιος δίνει σημασία;
 
Προχωράμε και αφήνουμε πίσω μας την ομορφιά της αμήχανα στολισμένης πόλης. Ανεβαίνουμε σε ένα λόφο, άγονο, μουντό, γεμάτο σκουπίδια. Φτάνουμε στον Σοφό του Ασπροπύργου, εκεί που ζούσε ο 18χρονος Νίκος Σαμπάνης. Μακριά από την πόλη, μακριά από τα φώτα. Κι όμως, διακρίνεις στολισμένα χριστουγεννιάτικα δέντρα. Και ιαχές παιδιών, που χάνονται μέσα στις λάσπες και τη λύσσα του αέρα. Σκοτάδι. Ο ηλεκτρισμός δεν έχει φτάσει εκεί. Ούτε το νερό, άλλωστε…
 
Οι εικόνες εμφανίζονται επιθετικές, εναλλάσσονται σαν κακόγουστο αστείο. Αλλά δεν είναι αστείο.
 
Τώρα είμαστε σε προσφυγικό καταυλισμό και λίγο πιο πέρα, σε νησί της Ελλάδας. Μια βάρκα έρχεται. Τη διακρίνουμε από το πορτοκαλί που φωσφορίζει. Την ακούμε από τον τρόμο που εκπέμπει.
 
Φτάνουμε στα σύνορα με τον τεράστιο φράκτη. Προστασία από τις ορδές των απελπισμένων. Ο πολιτισμός και η χριστιανική Ευρώπη παίρνουν τα μέτρα τους. Ευτυχώς που υπάρχει και ο πάπας Φραγκίσκος.
 
Πίσω στην πόλη, τα χρώματα πληθαίνουν, η ομορφιά αγγίζει την τελειότητα. Οι άνθρωποι γιορτάζουν τη γέννηση του θεανθρώπου. Η αγάπη θριαμβεύει. Έτσι λένε. Αλλά δεν θριαμβεύει… Η κτηνωδία είναι παρούσα.
 
Πίσω από κλειστή πόρτα, μια γυναίκα χάνεται, δολοφονείται από τον άντρα αφέντη. Πίσω από κλειστές πόρτες, γυναίκες βιώνουν τον τρόμο, τον εκβιασμό, μια διαρκή τιμωρία, μόνο και μόνο γιατί είναι γυναίκες.
 
Κάπου στο Μεξικό –θα μπορούσε να είναι και οπουδήποτε αλλού– μια τρανς γυναίκα βρέθηκε άγρια δολοφονημένη στις όχθες ενός ποταμού. Και η εικόνα του δολοφονημένου Ζακ είναι μπροστά μας, όπως και του Βαγγέλη Γιακουμάκη. Στην Θεσσαλονίκη δύο μαθήτριες αντάλλαξαν τις σημαίες της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας. Ικανή αφορμή για την απογείωση της ομοφοβίας.
 
Αλλά ο δρόμος μας είναι μακρύς. Οι γιορτές, που όλοι μας θέλουμε να γευτούμε κάτι από τη λάμψη τους, αδυνατούν να κρύψουν τις διαχωριστικές γραμμές. Ίσως οι λαμπερές ακτίνες τους να τις φωτίζουν, να τις κάνουν ορατές, διακριτές. Είναι οι ζώνες του κοινωνικού αποκλεισμού, είναι η φτώχεια, το άδειο ψυγείο, η έλλειψη θέρμανσης, το κομμένο ηλεκτρικό, η ακρίβεια, η ανεργία, οι κοινωνικές διακρίσεις, η εγκατάλειψη, ο αυταρχισμός. Γιατί ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός προσφέρει τα «αγαθά» του εκεί που θέλει και επιχειρεί να εξαφανίσει αυτούς και αυτές που δεν θέλει.
 
Και πάμε ξανά στους μεγάλους δρόμους. Και μπαίνουμε νοερά σε σπίτια. Εκεί που η μοναξιά είναι κυρίαρχη. Εκεί που η φτώχεια ξεχειλίζει. Εκεί που η ανέχεια δεν επιτρέπει την γιορτή, το γέλιο, τη χαρά, την απόλαυση μιας συντροφιάς. Εκεί που η πόλη, διόλου τυχαία, διόλου ουδέτερα, θέτει συνεχή εμπόδια στον άνθρωπο με αναπηρία ή στον ηλικιωμένο ή σε αυτόν, που πρόσκαιρα έστω, αδυνατεί να διασχίσει την κανονικότητά τους.
 
Και τώρα βρισκόμαστε πίσω από τα κάγκελα, τους απροσπέλαστους τοίχους, μέσα στη φυλακή. Εκεί που η αρχιτεκτονική του εγκλεισμού επιχειρεί –και σε μεγάλο βαθμό το καταφέρνει– να εξαφανίσει όχι την παραβατικότητα, αλλά τις αιτίες που τη δημιουργούν. Φτωχοδιάβολοι, ένας αόρατος κόσμος, βγαλμένος στη συντριπτική του πλειοψηφία από τα χαμηλότερα ράφια μιας μεροληπτικά ταξικής κοινωνίας.
 
Και βγαίνουμε από εκεί μέσα από τις ρωγμές του συστήματος, μέσα από τις τρύπες, που αφήνουν οι κραυγές. Και προχωράμε στο χριστουγεννιάτικο φόντο.
 
Οι άνθρωποι είναι στους δρόμους, στα κέντρα διασκέδασης, στα χαρωπά σπίτια ή στα χαμόσπιτα. Αλλά δεν είναι όλοι και όλες. 20.000 συνάνθρωποι μας λείπουν. 20.000 άνθρωποι χάθηκαν από υπερβολική δόση νεοφιλελευθερισμού, απαξίωσης του ΕΣΥ, από ταξική μεροληψία, από προχειρότητα, από αναλγησία.
 
20.000 άνθρωποι, πολλοί από αυτούς θα μπορούσαν να ζουν, να ήταν μαζί μας, αν είχαν ενισχυθεί τα νοσοκομεία, αν υπήρχαν περισσότερες ΜΕΘ, γιατροί, νοσηλευτικό προσωπικό. Αν η επικοινωνιακή πολιτική δεν είχε νικήσει την επιστήμη και τον ορθό λόγο.
 
Σκηνή τελευταία: Ας τη φανταστούμε… Οι δρόμοι είναι γεμάτοι. Οι άνθρωποι έχουν ξεσηκωθεί, οι σημαίες ανεμίζουν, δεν τους σταματά τίποτα.
 

Πάνος Λάμπρου

Πηγή: Η Εποχή