Macro

Ορέστης Κολοκούρης: H Mercosur και η συνέχεια της παγκόσμιας απορρύθμισης

Η συμφωνία ελεύθερου εμπορίου ΕΕ–MERCOSUR παρουσιάζεται ως εμπορική πρόοδος, αλλά στην πράξη εξυπηρετεί κυρίως το βραζιλιάνικο αγροτοβιομηχανικό σύμπλεγμα και την ευρωπαϊκή χημική βιομηχανία, όπως επίσης και την αυτοκινητοβιομηχανία. Οι μεγάλες εξαγωγές σόγιας, βοδινού κρέατος και ζάχαρης αναμένεται να αυξηθούν από τη Λατινική Αμερική στην Ευρώπη, με σοβαρό τίμημα: ενίσχυση της αποψίλωσης των δασών, αύξηση των εκπομπών CO₂ και εκρηκτική χρήση φυτοφαρμάκων. Παράλληλα, η οικογενειακή και αγροοικολογική γεωργία αποδυναμώνεται, αναπαράγοντας ιστορικές ανισότητες Βορρά–Νότου και έναν νεοαποικιακό καταμερισμό εργασίας: εξαγωγή πρώτων υλών, εισαγωγή βιομηχανικών προϊόντων.

Η έρευνα της Βραζιλιάνας γεωγράφου Larissa Mies Bombardi αποκαλύπτει τη διάσταση που ονομάζει «χημική αποικιοκρατία» (Pesticides. Un colonialisme chimique ((Ed. Anacaona). Η Ευρώπη απαγορεύει εκατοντάδες επικίνδυνα φυτοφάρμακα εντός των συνόρων της, αλλά συνεχίζει να τα παράγει και να τα εξάγει μαζικά σε χώρες όπως η Βραζιλία, όπου η αγροτοβιομηχανία βασίζεται κυρίως σε μονοκαλλιέργειες μεταλλαγμένης σόγιας. Το αποτέλεσμα είναι περιβαλλοντική καταστροφή, μαζικές δηλητηριάσεις και σοβαρές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, με ιδιαίτερα θύματα τα παιδιά και τις γυναίκες στις αγροτικές περιοχές. Τα απαγορευμένα προϊόντα επιστρέφουν στην Ευρώπη μέσω των εισαγόμενων τροφίμων, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο καταστροφής.

Παρά τις πρωτοβουλίες της Κομισιόν, όπως η Chemicals Strategy for Sustainability (CSS) και η EU Deforestation Regulation (EUDR), η εφαρμογή τους στην πραγματικότητα υπονομεύεται από λόμπι και περιορίζεται σε τυπικά πλαίσια. Στην προκειμένη περίπτωση, οι διεθνείς συμφωνίες (όπως και οποιοδήποτε ρυθμιστικό πλαίσιο) πρέπει να αξιολογούνται όχι μόνο από τις προθέσεις των επιμέρους δρώντων, αλλά και από το συνολικό τους αποτύπωμα, όπως καταλήγουν μετά από τις παρεμβάσεις των ισχυρών οικονομικών ομίλων. Δεν είναι σπάνιο να καταλήγουμε σε περιορισμούς «στα χαρτιά» όπου δεν υπάρχει καμία δυνατότητα υλοποίησης, την ίδια στιγμή που ενισχύεται μια διατλαντική μεγέθυνση – πολύ συνηθισμένο φαινόμενο στις διεθνείς συμφωνίες όπου το εμπορικό σκέλος είναι δεσμευτικό και καπελώνει τις περιβαλλοντικές μέριμνες. Μέχρι σήμερα, φαίνεται ότι η φυτοφαρμακοβιομηχανία καταφέρνει να σαμποτάρει κάθε προσπάθεια περιορισμού των προϊόντων της (με τη βοήθεια της Ελλάδας, ανεξαρτήτως κυβέρνησης, δυστυχώς).

Η συμφωνία MERCOSUR μας θυμίζει ότι, αν δεν μιλήσουμε για δομικές αλλαγές στην εφοδιαστική αλυσίδα, την τοπικοποίηση της παραγωγής και την αναδιανομή της γης και των πόρων (για τις χώρες της Λατινικής Αμερικής κυρίως όπου κυριαρχεί η μεγαλοϊδιοκτησία γης), περιοριζόμαστε σε αφηγήματα «εθνικής διατροφικής ασφάλειας» ή ΠΟΠ που δεν αντιμετωπίζουν τις βασικές δομές της παγκόσμιας οικονομίας.

Σήμερα, οι συνθήκες έχουν πλέον αλλάξει σημαντικά: από τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση του μονοπολικού κόσμου και της Παγκόσμιας Τράπεζας στα τέλη της δεκαετίας του 1990, περάσαμε στις διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες μεταξύ των βασικών εταίρων (ΗΠΑ–ΕΕ, ΕΕ–Κίνα, κοκ.) και σήμερα στις ζώνες επιρροής με εμπορικούς ανταγωνισμούς και πολέμους. Γι’ αυτόν το λόγο, ορισμένοι «πατριώτες Ευρωπαίοι» παρουσιάζουν ως πιο «καλές» τις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου της ΕΕ (επειδή ενισχύουν τη ζώνη εμπορικής επιρροής της και –υποτίθεται– θέτουν πιο αυστηρά πρότυπα από ΗΠΑ και BRICS), αλλά αυτό δεν αναιρεί τις δομικές ανισότητες και τις επιπτώσεις τους. Στην πραγματικότητα, η πορεία του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού δείχνει ότι παρόλες τις αλλαγές στους διεθνείς παίκτες, η μεγέθυνση, η μαζικοποίηση και το συνολικό οικολογικό αποτύπωμα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας αυξάνεται ακατάπαυστα και εκθετικά.

Επομένως, η συζήτηση για τις εμπορικές συμφωνίες –είτε πρόκειται για τη ΜΕRCOSUR είτε για οποιαδήποτε άλλη– δεν μπορεί να μείνει αποσυνδεδεμένη από το ζήτημα της καθημερινής κατανάλωσης και των υλικών όρων αναπαραγωγής της. Η τοπικοποίηση της παραγωγής, τα καλάθια παραγωγών, οι αγορές χωρίς μεσάζοντες, η επανασύνδεση πόλης-υπαίθρου και η αλλαγή των καταναλωτικών προτύπων δεν αποτελούν «εναλλακτικά lifestyle» ή ηθικές επιλογές των ευαισθητοποιημένων καταναλωτών, αλλά αναγκαία πολιτικά εργαλεία για τη συγκράτηση της βιομηχανοποίησης της διατροφής και της συνολικής κατανάλωσης. Χωρίς τέτοιες παρεμβάσεις, ακόμη και η απουσία συμφωνιών τύπου MERCOSUR δεν θα ανέκοπτε τη γενικευμένη τάση προς όλο και πιο επεξεργασμένα τρόφιμα, όλο και μεγαλύτερη εξάρτηση από εφοδιαστικές αλυσίδες μεγάλων αποστάσεων, την πλήρη εμπορευματοποίηση της καθημερινότητας και την «ντελιβεροποίηση» ακόμη και των πιο στοιχειωδών αναγκών.

Με άλλα λόγια, χωρίς δομικές αλλαγές στον τρόπο που παράγουμε, διακινούμε και καταναλώνουμε τροφή, η παγκόσμια οικονομία –με ή χωρίς συγκεκριμένες εμπορικές συμφωνίες– θα συνεχίσει να κινείται από το κακό στο χειρότερο: μεγαλύτερη ενεργειακή ένταση, μεγαλύτερη εξάρτηση από τη χημική βιομηχανία, μεγαλύτερη αποξένωση από τις κοινωνικές και οικολογικές συνέπειες της κατανάλωσης. Η Πολιτική Οικολογία οφείλει να επαναφέρει αυτόν το σύνδεσμο ανάμεσα στις μακρο-δομές και στις καθημερινές πρακτικές, όχι για να μετακυλήσει ευθύνες στους καταναλωτές, αλλά για να καταδείξει ότι χωρίς τοπικά συστήματα τροφής, συλλογικές μορφές διάθεσης και κοινωνικό έλεγχο της παραγωγής καμία πολιτική πρόταση (είτε εθνικού προστατευτισμού είτε ρύθμισης της παγκοσμιοποίησης) δεν μπορεί να ανακόψει την επιταχυνόμενη πορεία της καταστροφικής μεγέθυνσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάλυση των εμπορικών συμφωνιών δεν μπορεί να περιορίζεται στη δεδομένη αντίθεσή μας στις συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου. Η πραγματική πρόκληση είναι να συνδεθούν οι τοπικοί αγώνες με τις στρατηγικές δομικών ανασυνθέσεων της εφοδιαστικής αλυσίδας και της διατροφής, τοπικά και παγκόσμια, ώστε η οικολογική πολιτική και η κοινωνική δικαιοσύνη να αποτελέσουν τη βασική αντιπρόταση στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, όπως έκαναν οι οικολογικές οργανώσεις και τα κινήματα τις δεκαετίες του 1990 και 2000, όταν πρωτοαναδείχθηκε το ζήτημα του μαζικού και παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, αλλά και για να δούμε κάποια στιγμή μετρήσιμα αποτελέσματα στην αντιστροφή των τάσεων της καταστροφικής μεγέθυνσης των δραστηριοτήτων στον πλανήτη μας.

Η ΕΠΟΧΗ