Macro

Ώρα Μηδέν |Δεκέμβρης 2008

Είναι σαφές πως ο μεγαλύτερος τζόγος για την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 δεν αφορά τα πραγματικά γεγονότα αλλά τις ερμηνείες που τους αποδόθηκαν εκείνο τον καιρό αλλά και αργότερα από πολιτικές δυνάμεις, πολίτες που συμμετείχαν, ΜΜΕ και άλλους. Μπορούμε να παραδεχτούμε πως ένα τεράστιο μπλοκ δυνάμεων, φορέων και κοινωνίας προσπαθεί -και έχει εν πολλοίς καταφέρει- να επικρατήσει στο δημόσιο λόγο που αναφέρεται σε εκείνες τις 20 περίπου ημέρες μια αφήγηση στρεβλή, τυραννισμένη από το βάσανο του φόβου ενάντια στη μη κανονικότητα.

Είναι εξαιρετικά απλό το αφήγημα αυτό. «Κάψατε, σπάσατε την Αθήνα για έναν 15χρονο που δολοφονήθηκε στα Εξάρχεια, μια γειτονιά που δεν τολμάνε να πατήσουν τα σώματα ασφαλείας, ένα Σάββατο βράδυ από αστυνομικό. Κακό πράγμα η δολοφονία του σίγουρα, όμως αυτό δε δικαιολογεί όσα ακολούθησαν». Από το ακραίο Κέντρο έως το ΚΚΕ και από το ΣΚΑΙ έως τη ΝΔ και τους δημοσιολόγους αρκετών εφημερίδων η γραμμή της αφήγησης, παρά τις διαφορές της, είναι περίπου αυτή. Πολλές φορές υπονοείται πως τα ήθελε ο κώλος του του μικρού Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και πως η οικογένειά του δεν τον πρόσεχε και -ακόμα ακόμα – πως για να πυροβολήσει ο αστυνομικός θα προκλήθηκε.

Από την άλλη μεριά δεν υπάρχει και είναι πολύ δύσκολο η αλήθεια είναι να υπάρξει κάτι ενιαίο. Η πυκνή δημόσια παρουσία δεκάδων χιλιάδων νέων στους δρόμους της Αθήνας και όλης της Ελλάδας,  αφήνει ένα ξεχωριστό ψυχολογικό και βιωματικό αποτύπωμα στους συμμετέχοντες. Όσο κι αν δοκιμάζουν φορείς και οργανώσεις της αριστεράς και της αναρχίας να αφηγηθούν τα γεγονότα με έναν τρόπο που θα δικαιώνει τις τότε και τις μετέπειτα κινήσεις τους, τα αιτήματα και τις πολιτικές τους δράσεις, δεν αποδίδει όσο θα ήθελαν.

Υπάρχουν όμως ψηφίδες που πρέπει να συνενωθούν αν θέλει κανείς να δει όλη την εικόνα και έτσι ίσως είναι πιθανόν να μπορεί να υπάρξει κάτι που να μοιάζει με «αντι-αφήγηση».

  • Το 2008 οι νέοι και οι νέες σε ηλικίες γύρω περίπου από τα 25 είχαν ήδη συγκροτήσει ένα μεγάλο φοιτητικό κίνημα το 2006-2007. Η παρακαταθήκη αυτής της καμπάνιας ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16 και ενάντια στο νέο νόμο-πλαίσιο για τα πανεπιστήμια νομιμοποίησε ριζοσπαστικές μορφές πάλης και πλαισιώσεις που δεν έμοιαζαν με εκείνες των κυριάρχων κομμάτων της αριστεράς. Η εμπλοκή πολλών χιλιάδων νέων σε αυτό το κίνημα τους έκανε να μάθουν πώς παράγεται πολιτική, με ποιόν τρόπο κάνουμε αντιπαράθεση με τον αντίπαλο και μεταξύ μας, ποιες είναι οι κύριες διαχωριστικές γραμμές των πολιτικών δυνάμεων, με ποιόν τρόπο πείθουμε φίλους και γνωστούς συμφοιτητές μας για το δίκαιο των σκοπών μας, τι θα πει κομματική οργάνωση, φοιτητικός σύλλογος, διαδήλωση, συγκρούσεις, νίκη και ήττα. Δεν είναι εύκολα μετρήσιμα όλα αυτά, όμως αυτό που συνοπτικά ονομάστηκε τότε από τον Αλαβάνο ως «η γενιά του άρθρου 16», συγκρότησε έναν δεσμό αλληλοαναγνώρισης της κοινής αγωνιστικής πορείας που ενεργοποιήθηκε και κατά τη διάρκεια του Δεκέμβρη.

 

  • Ακόμα πιο πριν, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, αλλάζει βαθμιαία η πολιτική κουλτούρα στις κινητοποιήσεις, αλλάζει το στυλ με το οποίο παράγεται η πολιτική ύλη των οργανωμένων. Το κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση φέρνει στην ελληνική κινηματική σκηνή τις πρόνοιες της συμπερίληψης, της ανοιχτότητας, της ενότητας, της άμεσης δράσης κλπ. Οι πτυχές εκείνου του κινήματος επενεργούν στις σχεδόν πάντα σεχταριστικές οργανώσεις της ελληνικής αριστεράς και αντιεξουσίας. Ο διεθνισμός, η ενότητα στη δράση, η εκλογική συμμαχία είναι κάποια από τα αποτελέσματα της περιόδου πριν το 2006 που επενέργησαν αργότερα.

 

  • Η ελληνική κοινωνία χρεώνεται ραγδαία όλο το προηγούμενο διάστημα. Η χρεοκρατική διάσταση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού παρατείνει χρονικά την επίπλαστη ευημερία και καθιστά πειθήνιους τους χρεωμένους σε σχέση με τις αρνητικές γι’ αυτούς οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Ταυτόχρονα, οι νέοι και οι νέες αντιλαμβάνονται πως το ανοδικό οικονομικό σπιράλ που υπάκουε στον κανόνα «θα ζήσουμε καλύτερα από τους γονείς μας», ήταν όνειρο απατηλό. Πως οι νέοι και οι νέες εκείνης της εποχής, παρά το ότι συνιστούσαν την πλέον μορφωμένη και προσοντούχα γενιά από καταβολής ελληνικού κράτους, δε θα μπορέσουν να πάρουν ποτέ πάνω από 700 ευρώ. Γνωρίζοντας πως αξίζουν πολύ παραπάνω από αυτά, έβραζαν στο ζουμί τους μέχρι που ένας μαλάκας μπάτσος δολοφόνησε ένα παιδί και το καπάκι πετάχτηκε ψηλά.

 

  • Τότε ακόμα το Ίντερνετ δεν χρησιμοποιούνταν πολύ και με τέτοια ευκολία όπως σήμερα. Η τηλεόραση και τα περιοδικά εν πολλοίς αναπαρήγαγαν πολιτισμικές σαβούρες και η αποφυγή τους ήταν δύσκολη. Ο Κωστόπουλος τάιζε χρόνια ολόκληρα ξεφτίλα και σεξισμό την ελληνική κοινωνία και ο Αντ1 μας ενημέρωνε στο τέλος του δελτίου του για τις καταστροφές σε κάποιο άλλο μέρος του κόσμου σα να επρόκειτο για θέαμα. Οι νέοι και οι νέες είχαν ήδη συγκροτήσει τις δικές τους αντικουλτούρες για να αποδράσουν από αυτά που προσέφεραν κανάλια και περιοδικά. Ο χορός, η μουσική, το θέατρο, οι πολεμικές τέχνες, το περπάτημα, το ελεύθερο κάμπινγκ και ένα σωρό άλλα που οι νέοι επεδίωκαν να έχουν στην ατζέντα τους, ήταν εκφάνσεις αυτής της άρνησης του κόσμου που φαινόταν από μακριά πως ήταν στημένος, πουλημένος, κακός.

 

  • Ο χώρος της αντιεξουσίας είχε δείξει, ιδιαίτερα από το 2003 και έπειτα, πως θέλει να είναι παρών. Χρησιμοποίησε, χωρίς μακρόπνοο σχεδιασμό έχω την εντύπωση, τα τοπικά ριζώματά του, πατώντας στην αδιαφορία της αριστεράς. Η περισσότερο ριζοσπαστική προοπτική των αντιεξουσιαστών (η κατάργηση του κράτους για παράδειγμα), η εντυπωσιακή όσο και οικεία παρουσία τους στο δρόμο, η ανιδιοτέλειά τους (δεν ζητάνε την ψήφο μας στις φοιτητικές ή τις εθνικές εκλογές) ήταν ποιότητες που αναγνωρίζονταν από τους νέους και τις νέες ως πολύ θετικές και, μολονότι δεν πύκνωσαν τις οργανώσεις και τους χώρους της αναρχίας, η «περιφέρεια» ανθρώπων που είχαν αναφορά στο χώρο, μεγάλωσε δυσανάλογα σε σχέση με όποια προηγούμενη εποχή της παρουσίας του στον ελλαδικό χώρο. Η έμφαση των αντιεξουσιαστών στο χώρο, τον τόπο, στις γειτονιές και όχι στο πεθαμένο πεδίο του συνδικαλισμού όπως επέμενε γαϊδουρινά η αριστερά, ήταν τακτική που νίκησε.

 

  • Αν δεν υπήρχε ο Δεκέμβρης του 2008 δε θα υπήρχε η εκτεταμένη λαϊκή αντίσταση στα πρώτα δύο μνημόνια. Αυτοί που επινοούν την αφήγηση στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως γνωρίζουν πως όσοι και όσες έχουν λάβει μέρος σε γεγονότα τόσο συγκλονιστικά, δεν είναι δυνατόν να τα ξεχάσουν ποτέ και πως θα μπορούσαν, όταν παραστεί ανάγκη, να είναι ξανά εκεί. Οι νέοι και οι νέες του 2006/7 και του Δεκέμβρη ήταν παρόντες και παρούσες στους αγώνες έως περίπου το 2013-2014. Η κινηματική αλυσίδα γεγονότων όχι απλώς δεν έσπασε, αλλά ισχυροποιήθηκε περαιτέρω.

 

Κάθε φορά που εμείς θα αναφερόμαστε στη σύγχρονη κινηματική ιστορία της Ελλάδας, οι κυρίαρχοι θα απαντούν πως όσα κάναμε ήταν χάος και βία. Κάθε φορά που θα προσπαθούμε να τα ξανακάνουμε, οι κυρίαρχοι θα απαντούν πως ό,τι και να κάνουμε θα είναι χάος και βία. Κάθε φορά που οι από πάνω θα απεραντολογούν για το πόσο κακοί υπήρξαν όσοι δημόσια αγωνίστηκαν τα προηγούμενα χρόνια, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι θα ξέρουν πως αυτό είναι χυδαιότητα που τους προσβάλει τόσο ώστε να θέλουν να τα ξανακάνουν.  Εκείνοι φοβούνται περισσότερο από όσο δείχνουν και εμείς τους υπολογίζουμε περισσότερο από όσο πρέπει.