Macro

Νίκος Μπελαβίλας: Ζητείται στρατηγική ισορροπίας

Η Αθήνα δέχεται ετησίως 5 με 7 εκατομμύρια διεθνείς τουρίστες, αριθμός που ξεπερνά ελαφρώς τον πληθυσμό της. Ωστόσο, η Βαρκελώνη υποδέχεται πολλαπλάσιους τουρίστες –δεκαπλάσιους ή εικοσαπλάσιους του πληθυσμού της, ανάλογα με τη χρονιά– ενώ το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στη Φλωρεντία. Σε ευρωπαϊκές μητροπόλεις όπως το Λονδίνο, το Παρίσι και η Κωνσταντινούπολη, οι αριθμοί είναι ακόμη πιο εντυπωσιακοί, φτάνοντας τα 20 ή και 30 εκατομμύρια επισκεπτών.

Αν εξετάσουμε τους αριθμούς, διαπιστώνουμε ότι η Αθήνα δεν ανήκει στις πόλεις με τις μεγαλύτερες τουριστικές πιέσεις. Βρίσκεται στη μέση της διεθνούς κατάταξης και χαμηλά σε σχέση με την ευρωπαϊκή. Αυτό αποτελεί επιχείρημα και της κυβέρνησης, η οποία δηλώνει ότι δεν αντιμετωπίζουμε φαινόμενο υπερτουρισμού. Πού βρίσκεται, λοιπόν, το πρόβλημα;

Όσοι έχουν ταξιδέψει αρκετά γνωρίζουν πως, αν απομακρυνθεί κανείς λίγα χιλιόμετρα από το κέντρο του Παρισιού, του Λονδίνου ή της Κωνσταντινούπολης, δύσκολα θα συναντήσει τουρίστες, ακόμα και αν τα μνημεία και τα μουσεία αυτών των πόλεων κατακλύζονται από πλήθη. Ο τουρισμός συγκεντρώνεται υπέρμετρα στο ιστορικό κέντρο, στις περιοχές με τα μουσεία, τα αξιοθέατα και τις εμπορικές ζώνες. Εκεί συναντάμε τη συντριπτική πλειονότητα των επισκεπτών, μαζί με τις σχετικές επιχειρήσεις: ξενοδοχεία, εστιατόρια, καφέ και καταστήματα προσανατολισμένα αποκλειστικά σε τουρίστες. Το φαινόμενο αυτό οδηγεί στην άνοδο των τιμών γης, στην εκδίωξη των κατοίκων και στην κυριαρχία της τουριστικής οικονομίας εις βάρος της καθημερινότητας της πόλης. Η περιοχή μετατρέπεται σε τουριστικό πάρκο και η οικονομία της εξαρτάται άμεσα από την εποχικότητα των αφίξεων. Αν η τουριστική ροή αυξηθεί, οι επιχειρήσεις ευημερούν· αν μειωθεί, ολόκληρη η περιοχή βυθίζεται σε κρίση.

Ένα πείραμα σκέψης το επιβεβαιώνει: είναι εξαιρετικά απίθανο να συναντήσει κανείς τουρίστες σε συνοικίες όπως το Αιγάλεω, το Κερατσίνι ή η Αργυρούπολη. Οι τουρίστες επικεντρώνονται στο κέντρο, στην παραλιακή για θέα στη θάλασσα και στο λιμάνι του Πειραιά, λόγω των μετακινήσεων προς τα νησιά και της κρουαζιέρας. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς ο αριθμός των τουριστών, αλλά η υπερσυγκέντρωσή τους σε συγκεκριμένες περιοχές, στραγγαλίζοντας τη λειτουργία της πόλης.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης είναι η Βενετία. Παρόλο που υποδέχεται περίπου 5 εκατομμύρια τουρίστες ετησίως –μικρός σχετικά αριθμός συγκριτικά με εκείνον της Αθήνας–, η πλειονότητα των επισκεπτών συγκεντρώνεται στο περιορισμένης έκτασης, ιστορικό νησιωτικό κέντρο της. Το αποτέλεσμα είναι ο απόλυτος κορεσμός, η πλήρης αλλοίωση της ζωής της πόλης, με τους μόνιμους κατοίκους να εγκαταλείπουν την παλαιά πόλη και να μετακινούνται στις εξωτερικές περιοχές, στην ενδοχώρα.

Όπως σε κάθε οικονομικό τομέα, έτσι και στον τουρισμό, η απουσία ελέγχου και ρυθμίσεων οδηγεί σε ανεξέλεγκτες επιπτώσεις. Ο τουρισμός αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους οικονομικούς κλάδους των τελευταίων δεκαετιών και βασικό πυλώνα των οικονομιών των μεσογειακών και κεντροευρωπαϊκών χωρών. Παράλληλα, είναι μια δραστηριότητα προσβάσιμη σε όλο και περισσότερους πολίτες των αναπτυγμένων κοινωνιών. Η Ευρώπη του 20ού αιώνα κατέστησε τις διακοπές εφικτές για μεγάλα τμήματα των εργαζομένων, με αποτέλεσμα τη γιγάντωση του τουριστικού κλάδου. Αυτό υπήρξε μία κατάκτηση – όχι των εύπορων και των ευγενών, οι οποίοι ταξίδευαν όποτε ήθελαν από την εποχή των αυτοκρατοριών, αλλά των εργατικών αγώνων και του κοινωνικού κράτους που έφεραν αυτά τα ελάχιστα προνόμια για τον κόσμο της εργασίας. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν πρέπει να περιοριστεί ο τουρισμός, αλλά πώς μπορεί να ελεγχθεί ώστε να μην καταστρέφει τις πόλεις και τις κοινότητές τους.

Η καταστροφή δεν προέρχεται από τους επισκέπτες, αλλά από τις επιχειρηματικές πρακτικές που εκμεταλλεύονται ανεξέλεγκτα τη ροή τους, επιδιώκοντας να στραγγίσουν κάθε ευρώ από την τσέπη του επισκέπτη. Δεν είναι οι τουρίστες που ζητούν τη μαζική τους συγκέντρωση στην Ακρόπολη, την ανέγερση πολυώροφων ξενοδοχείων στο ιστορικό κέντρο ή την οικοδόμηση του θαλάσσιου μετώπου στο Ελληνικό, αλλά οι επιχειρηματίες που επιδιώκουν την ταχεία και μέγιστη κερδοφορία. Αυτά μπορούν να ελεγχθούν από μια σοβαρή κρατική πολιτική· ο αριθμός επισκεπτών, οι χρήσεις γης, η κρουαζιέρα. Δεν πρόκειται να σταματήσουν οι τουρίστες να έρχονται στην Αθήνα αν μπει φρένο στην κοσμοπλημμύρα των μνημείων, στην καταστροφή των ακτών από τη δόμηση, ή στο πάρτι του real estate. Όταν απουσιάζει μια στρατηγική ισορροπίας ή –ακόμα χειρότερα– εφαρμόζεται μια πολιτική ανεξέλεγκτης τουριστικής ανάπτυξης, τότε οι συνέπειες είναι αναπόφευκτες. Η αλόγιστη οικοδόμηση και η μαζική τουριστικοποίηση, όπως εκείνη που πραγματοποιήθηκε τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, διαμορφώνουν ένα αστικό περιβάλλον αποξενωμένο από τους μόνιμους κατοίκους του και από τις ανάγκες τους, αποκρουστικό ακόμη και για τους τουρίστες.

Η Αθήνα, ο Πειραιάς, το Αιγαίο, το Ιόνιο και η Κρήτη δεν κινδυνεύουν από τον τουρισμό καθαυτόν, αλλά από την ανεξέλεγκτη κερδοσκοπία που τον συνοδεύει. Όπως άλλοτε η οικοδομική φρενίτιδα κατέστρεψε το αστικό τοπίο, έτσι και σήμερα η τουριστική βιομηχανία, χωρίς σχεδιασμό και όρια, απειλεί να διαμορφώσει ένα περιβάλλον αφιλόξενο τόσο για τους κατοίκους όσο και για τους επισκέπτες.

Η ΕΠΟΧΗ