Ψώνιο δεν είναι, σαρδάμ δεν κάνει, ρητορικό ταλέντο έχει. Παρόλα αυτά, από τότε που έγινε καγκελάριος (Μάιος του 2025) ο Φρίντριχ Μερτς υποπίπτει συχνά σε φραστικά ατοπήματα. Όπως τον περασμένο Ιούνιο , όταν δικαιολόγησε τη γενοκτονία στη Γάζα με τη φράση: «Οι Ισραηλινοί κάνουν τη βρώμικη δουλειά για μας». Ή, κατά την πρωτοχρονιάτικη ομιλία του, όταν ζήτησε από τους συμπατριώτες του να πάψουν να στήνουν αυτί στους «παραγωγούς φόβου» – ενώ, την ίδια ώρα, επίσειε τον «ρωσικό κίνδυνο». Ή, ακόμα πιο πρόσφατα, στις 6 Ιανουαρίου, όταν μετά το πέρας της συνόδου για το Ουκρανικό στις Βρυξέλλες, ζήτησε να τεθεί τέρμα στην «απόδραση» της ουκρανικής νεολαίας στο εξωτερικό. Κι αυτό σε μια στιγμή που τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βοούσαν με κείμενα και βίντεο για τα «σαφάρι» της ουκρανικής αστυνομίας σε πόλεις και χωριά με στόχο τη βίαιη σύλληψη των «λιποτακτών» και την αποστολή τους στο μέτωπο – κάτι που κατά τεκμήριο ισοδυναμεί με θάνατο ή βαρύ τραυματισμό.
Έλλειψη ενσυναίσθησης; Όχι μόνο. Ο Μερτς πνίγεται προφανώς στις αντιφάσεις του. Οι απόψεις του είναι συχνά διαμετρικά αντίθετες προς τις πράξεις του. Παράδειγμα, η οικονομική του πολιτική. Αν και παθιασμένος μονεταριστής (Ordnungs-Liberaler: οπαδός του σταθερού νομίσματος και πολέμιος των κρατικών ελλειμάτων), το πρώτο πράγμα που έκανε αναλαμβάνοντας την καγκελαρία ήταν η άρση της συνταγματικής επιταγής του «φρένου χρέους» και η σύναψη των μεγαλύτερων πολεμικών δανείων στην μεταπολεμική ιστορία της χώρας. Τέτοιες πολιτικές «στραβές» προκαλούν και λεκτικές γκάφες. Στο ίντερνετ κυκλοφορούν εκατοντάδες από αυτές – ο Μερτς κινδυνεύει να γίνει το συνώνυμο του λεκτικού γκαφαδόρου.
Μαξιμαλιστική στρατηγική
Το στρεβλό αυτό προφίλ οφείλεται βέβαια και στη μεγαλοστομία του. Ο Μερτς διογκώνει υπέρμετρα τους στρατιωτικούς κινδύνους για τη Γερμανία, ιδίως τον «ρωσικό» (ενώ είναι τοις πάσι γνωστό ότι στο στρατιωτικό πεδίο η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει το πάνω χέρι έναντι της Ρωσίας), και παράλληλα ζητά πράγματα φύσει ακατόρθωτα, όπως τη νίκη των ουκρανικών στρατευμάτων επί των ρωσικών. Αυτή η μαξιμαλιστική στρατηγική υπαγόρευσε και τη στάση του στη «σύνοδο των προθύμων» στις 6 Ιανουαρίου στις Βρυξέλλες: Η σύναψη ανακωχής στο ρωσοουκρανικό μέτωπο που πρότεινε, παίρνει μεν υπόψη την τρέχουσα ρωσική υπεροχή έναντι της Ουκρανίας, επιδιώκει όμως την ενίσχυση της τελευταίας μέσω της εγκατάστασης ισχυρών στρατιωτικών δυνάμεων των «προθύμων» (ενδεχομένως και των ΗΠΑ) στο έδαφος της και πέριξ αυτού, κάτι που προοπτικά θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανατροπή του συσχετισμού των δυνάμεων εις βάρος της Ρωσίας.
Αυτή η κατά βάθος επιθετική στάση δεν είναι χωρίς προηγούμενο στα μεταπολεμικά γερμανικά χρονικά. Ήδη κατά τον βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας από το ΝΑΤΟ το 1999 η γερμανική κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατών-Πράσινων υπό τον σοσιαλδημοκράτη καγκελάριο Γκέρχαρτ Σρέντερ παραβίασε το γερμανικό σύνταγμα (Grundgesetz), που επιτάσσει με εννέα συναφή εδάφια τη μη εμπλοκή της χώρας σε επιθετικούς πολέμους. Όμως η παραβίαση αυτή, που έγινε με επίκληση «ανθρωπιστικών λόγων», θεωρήθηκε «στιγμιαία» και δεν οδήγησε στη μόνιμη αλλαγή του τότε όντως φιλειρηνικού στρατιωτικού δόγματος.
Η αλλαγή αυτή επήλθε μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022. Υπό την επωνυμία «Αλλαγή Εποχής» (Zeitenwende) άλλαξαν όλα – η Γερμανία «επανιδρύθηκε» δια νυχτός σε μιλιταριστική δύναμη. Όμως ο τότε σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Όλαφ Σολτς διατηρούσε, για ιστορικούς λόγους, ορισμένους ενδοιασμούς έναντι της Ρωσίας – μια ένδειξη γι’ αυτό ήταν ότι προμήθευε την Ουκρανία μόνο με «αμυντικά» όπλα. Με τον Μερτς στην καγκελαρία οι ενδοιασμοί αυτοί παραμερίστηκαν πλήρως. Τα όπλα δίνονται τώρα «φουλ» στην Ουκρανία ανεξάρτητα από τον «αμυντικό» ή «επιθετικό» χαρακτήρας τους.
Ο Μερτς άλλαξε, όμως, και τον ίδιο τον Μερτς. Στις αρχές της καγκελαρίας του πρέσβευε ότι μια εγκατάσταση συμμαχικών στρατευμάτων στην Ουκρανία θα μπορούσε να εξετασθεί από τη Γερμανία μόνο ύστερα από την αποσαφήνιση των όρων ανακωχής. Στις 6 Ιανουαρίου προέτρεξε εαυτού και δήλωσε ότι το Βερολίνο τάσσεται πλέον και χωρίς τέτοια αποσαφήνιση υπέρ της γερμανικής συμμετοχής, αν και τα στρατεύματά της, όπως διευκρίνισε, δεν θα εγκατασταθούν επί ουκρανικού εδάφους, όπως προτίθενται να κάνουν οι Άγγλοι και οι Γάλλοι, αλλά επί πολωνικού. Ταυτόχρονα, ωστόσο, δεν απέκλεισε την κατευθείαν εγκατάστασή τους στην Ουκρανία στο επόμενο χρονικό διάστημα.
Η στάση της αντιπολίτευσης
Επιστροφή των απογόνων των θυτών στον τόπο του εγκλήματος; Η Ουκρανία ήταν, ως γνωστόν, η περιοχή που υπέφερε περισσότερο από κάθε άλλη στη Σοβιετική Ένωση από τη ναζιστική εισβολή. «Αμφιβάλλω, αν η γερμανική Βουλή θα εγκρίνει την αποστολή γερμανών στρατιωτών στην Ουκρανία», δήλωσε ο σοσιαλδημοκράτης βουλευτής Ραλφ Στέγκνερ. Παρόμοιες φωνές ακούγονται και από τους Πράσινους. Ακόμα πιο έντονο είναι το «όχι» της Linke (Αριστεράς). H αποστολή γερμανών στρατιωτών στην Ουκρανία εμπεριέχει «θανάσιμο κίνδυνο» δήλωσε στην εφημερίδα Junge Welt ο συμπρόεδρος της Linke Γιαν βαν Άκεν. «Σε περίπτωση ρωσικής επίθεσης θα είμαστε κι εμείς στον πόλεμο». Το κόμμα του, πρόσθεσε, δεν θα εγκρίνει ποτέ μια απόφαση, που θα εξουσιοδοτεί νατοϊκά στρατεύματα να επιχειρήσουν κατά της Ρωσίας.
Η τέλεια «γκαντεμιά»: Ό,τι και να κάνει, ό,τι και να λέει ο Μερτς, του βγαίνει τελικά ανάποδα. «Φως» βλέπει μόνο στον εξοπλιστικό τομέα – οι εταιρείες παραγωγής όπλων σημειώνουν κέρδη-ρεκόρ. Αυτό τονώνει και την απασχόληση. Το ποσοστό των απασχολούμενων στη βιομηχανία εξοπλιστικών αγαθών αυξήθηκε πέρυσι κατά 30% – αν και αυτό πάλι δεν είναι πολύ, δεδομένου ότι βιομηχανία αυτή απασχολούσε το 2024 μόλις 70.000 άτομα. Επιπλέον, η «επιτυχία» αυτή είναι οικονομικά προβληματική. «Οι στρατιωτικές δαπάνες δεν είναι επενδύσεις με διαρκή απόδοση», διαπιστώνει o οικονομολόγος Ντιρκ Χίρσελ. Η συμβολή τους στην υπόλοιπη οικονομία ξεθυμαίνει αμέσως, είτε επειδή δεν μπαίνουν καθόλου στον ευρύτερο επενδυτικό κύκλο, είτε επειδή κατευθύνονται προς την αμερικανική εξοπλιστική βιομηχανία. Με αποτέλεσμα να αποτελούν ανενεργό, «νεκρό κεφάλαιο».
Τζίφος, λοιπόν, και ο πολεμικός κεϋνσιανισμός. Άκλαυτος νεκρός, όπως και πολλά από τα αποφθέγματα του Φρίντριχ Μερτς.