(σημείωση: η εικόνα που συνοδεύει το άρθρο είναι αληθινή κι όχι ΑΙ. Aναρτήθηκε και ανατρίχιασε εκατομμύρια ευρωπαίους χθες στη σελίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο facebook)
Ενώ η Ελλάδα συγκλονίζεται από τη λαϊκή αντίδραση για το έγκλημα των Τεμπών, στην Ευρώπη το δράμα της λιτότητας μπαίνει σε μια νέα πιο τραγική φάση. Στη χώρα μας η λιτότητα ήταν και καταστροφική και αναίτια.
Σε δεκαπέντε χρόνια καταβαράθρωσε το ΑΕΠ σε επίπεδα πρωτόγνωρα για ανεπτυγμένη χώρα μετά τον πόλεμο, κατέστρεψε τα όνειρα τριών γενεών, οδήγησε σε μια ανήκουστη αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου από τα λαϊκά νοικοκυριά σε μια φούχτα ντόπιων ολιγαρχών που ελέγχουν την κυβέρνηση και την κοινωνία καθώς και στα ξένα funds.
Χαρισε τη δημόσια περιουσία σε δημόσιους οργανισμούς άλλων χωρών, ρύθμισε τις εργασιακές σχέσεις προς όφελος του κεφαλαίου, με αποτέλεσμα την εργασιακή επισφάλεια και την επιδείνωση των συνθηκών εργασίας, αύξησε τη φτώχεια, άφησε ανεξέλεγκτα ή δημιούργησε καρτέλ στους περισσότερους κλάδους της οικονομίας με αποτέλεσμα να καλπάζει η ακρίβεια στα τρόφιμα, στην ενέργεια, στις επικοινωνίες, στις μεταφορές.
Δημιούργησε μια κρίση στέγης που μείωσε την ιδιοκατοίκηση και αύξησε τις δαπάνες για στέγη στο 30-40% του διαθέσιμου εισοδήματος, αύξησε τους εμμέσους φόρους, ιδιωτικοποίησε την υγεία και την παιδεία και μείωσε το επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών τους αφήνοντας ξεκρέμαστους τους περισσότερους Έλληνες.
Η κυβέρνηση παίζει μόνη της στο γήπεδο με μια ανύπαρκτη αντιπολίτευση και δυσανάλογα μικρές κοινωνικές αντιστάσεις, ενώ η αυθαιρεσία, η διαφθορά, η αστυνομική καταστολή, η περιφρόνηση των θεσμών, η άλωση της δικαιοσύνης και η αυταρχικότητα, μαζί με έναν σχεδόν απόλυτο έλεγχο των ΜΜΕ έχουν δημιουργήσει μια ασφυκτική κατάσταση που μόνο πρόσφατα με το έγκλημα των Τεμπών φάνηκε να αμφισβητείται από το μαζικό κίνημα.
Εν τω μεταξύ στην Ευρώπη οι ιεράρχες της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, χοροστατούντων των Γερμανών, κουνάνε το δάχτυλο στους σπάταλους Έλληνες υποχρεώνοντάς τους σε άπειρες «μεταρρυθμίσεις» υπέρ του κεφαλαίου, ενώ με το άλλο χέρι λεηλατούν τον πλούτο της χώρας. «Ε! κάτι δεν πρέπει να δώσουμε και στους Ιταλούς;» ήταν η ιταμή δήλωση του εκπροσώπου της ΕΕ στην τρόικα Declan Costello, όταν υποχρέωνε την ελληνική κυβέρνηση να δώσει τα τρένα σε μια ιταλική χρεοκοπημένη δημόσια εταιρεία.
Τελικά τους δώσαμε και ανθρώπινες ζωές. Οι Ευρωπαίοι όμως ήταν ιδιαίτερα άτεγκτοι με την Ελλάδα διότι ήθελαν να την αναδείξουν και ως παράδειγμα σωφρονισμού και ήττας για τη δική τους εργατική τάξη που και αυτή έβλεπε την αναδιανομή του εθνικού εισοδήματος προς όφελος του κεφαλαίου, την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και το κλάδεμα του κράτους πρόνοιας. Με διάφορους τρόπους εφάρμοζαν δικά τους άρρητα μνημόνια στις οικονομίες τους, εν μέρει γιατί πίστευαν στη δική τους ρητορική, αλλά κυρίως γιατί δεν ήθελαν να αφήσουν μια καλή κρίση να πάει χαμένη και να αποκαταστήσουν την κυριαρχία του κεφαλαίου. Αυτό όμως δεν έγινε χωρίς κόστος.
Αποτυχία νεοφιλελευθερισμού
Από τη μία πλευρά, η αποτυχία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που χτύπησε ιδιαίτερα βαριά τις εργατικές τάξεις των ευρωπαϊκών λαών οδήγησε σε μία άνευ προηγουμένου άνοδο της άκρας δεξιάς, κυρίως στα λαϊκά στρώματα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και σε έναν αυξανόμενο ευρωσκεπτικισμό, εντελώς δικαιολογημένο αφού η πολιτική της ΕΕ είχε αποτύχει παταγωδώς, με στοιχεία εθνικισμού και με τους μετανάστες και κάθε είδους «ξένο» να αποτελεί τον αποδιοπομπαίο τράγο σε ένα κρεσέντο ξενοφοβίας, ρατσισμού και αντι-ισλαμικής προπαγάνδας. Η Αριστερά δεν ήταν παρούσα να εκπροσωπήσει τα λαϊκά συμφέροντα και την εργατική τάξη.
Αρκετά νωρίς υιοθέτησε την ΤΙΝΑ, ενώ η Θάτσερ καμάρωνε ότι η μεγαλύτερη της επιτυχία ήταν ότι κατάφερε να κάνει τους αντιπάλους της να υιοθετήσουν την επιχειρηματολογία τους. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στη Γερμανία και στο Ηνωμένο Βασίλειο μεταμορφώθηκαν σε νεοφιλελεύθερα μορφώματα, με τους Πράσινους να ακολουθούν στη Γερμανία, ενώ στην Γαλλία και στην Ιταλία – και βεβαίως στην Ελλάδα – σχεδόν εξαφανίστηκαν. Η τελευταία μεγάλη ελπίδα της Αριστεράς ιδιαίτερα μετά την κρίση του 2008 – ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα – έβαλε ταφόπλακα σε μια αριστερή προοπτική στην Ευρώπη και μια λαϊκή αντίσταση στον νεοφιλελευθερισμό και τη λιτότητα μετά τη συνθηκολόγηση άνευ όρων τον Ιούλιο του 2015.
Από την άλλη πλευρά, δεκαετίες νεοφιλελεύθερων πολιτικών με την καταπίεση της εσωτερικής ενεργού ζήτησης σε Ενωσιακό επίπεδο έκανε τις ευρωπαϊκές οικονομίες να είναι ολοένα και περισσότερο εξαρτημένες από τις εξαγωγές – ιδίως με τις ΗΠΑ – και να περάσουν από μία επενδυτική αποχή που καταδίκασε τις οικονομίες της Ευρώπης να σέρνονται ανταγωνιστικά απέναντι στις ΗΠΑ και στην Κίνα με ένα επενδυτικό έλλειμμα, κυρίως στις τεχνολογίες αιχμής, που είναι πλέον αδύνατο να αντιστραφεί.
Διάφορα μεγαλεπήβολα σχέδια – όπως η Πράσινη Ανάπτυξη – έφαγαν τα μούτρα τους αφού η ΕΕ ήθελε και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο, αρνούμενη να δημιουργήσει θεσμούς όπως ένα ευρωπαϊκό fiscus, η ένα Ευρωομόλογο και να υιοθετήσει μια πανευρωπαϊκή πολιτική δημοσιονομικής επέκτασης την οποία ολοένα και απέκλειε υιοθετώντας συνταγματικούς μάλιστα περιορισμούς στη δυνατότητα εφαρμογής της. Μόνο κατά τη διάρκεια της πανδημίας έλαβε μέτρα – και αυτά μισά – προς μια κατεύθυνση ενός Ευρωπαϊκού Ταμείου, αλλά εντελώς ειδικού σκοπού, επισημαίνοντας ότι αυτό αποτελεί την εξαίρεση.
Εξωτερική πολιτική
Στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής η ΕΕ υιοθέτησε την απόλυτη δουλικότητα στον υπερατλαντικό παράγοντα και την πολιτική των Αμερικανών νεοσυντηρητικών (neocons). Στην περίπτωση της Ουκρανίας – μέσα από μια εξαιρετικά πολεμοχαρή πολιτική που τη στήριζαν με θέρμη οι πρώην χώρες του ανατολικού μπλοκ – κονδύλια που τα χρειάζονταν οι υφεσιακές τους οικονομίες έφυγαν για να στηρίξουν έναν πόλεμο που ήταν αδύνατον να κερδηθεί και χωρίς να κάνουν καμία προσπάθεια για μία διπλωματική λύση. Στην περίπτωση της Γάζας στήριξαν ολόθερμα τη γενοκτονική πολιτική του ακροδεξιού ρατσιστή Νετανιάχου, με τη Γερμανία να πρωτοστατεί καταστέλλοντας με βία κάθε φιλοπαλαιστινιακή φωνή, απολύοντας δημόσιους υπαλλήλους που εξέφραζαν τη γνώμη τους, κατηγορώντας για αντισημιτισμό τους πάντες, ακόμα και θρησκευόμενους Εβραίους, και αποκλείοντας την είσοδο στη χώρα σε άτομα όπως ο Βαρουφάκης και ο πρύτανης του Πανεπιστημίου της Γλασκόβης που στήριζαν τον αγώνα του Παλαιστινιακού λαού για ανεξαρτησία, δικαιοσύνη και το δικαίωμα στη ζωή.
Τώρα βέβαια, με την αλλαγή της Αμερικανικής εξωτερικής και οικονομικής πολιτικής – που οδήγησε τα πράγματα στη λογική τους συνέπεια – οι Ευρωπαίοι αντέδρασαν σαν βρεγμένες γάτες. Κατάλαβαν ότι δεν είχαν κανέναν ρόλο να παίξουν πουθενά: ούτε στη διεθνή πολιτική, ούτε στη διεθνή οικονομία. Και αποφάσισαν να αντιδράσουν. Στη Γερμανία έγινε κάτι κοσμοϊστορικό: ο επόμενος καγκελάριος Μερτς σε αγαστή συνεργασία με τον απερχόμενο Σολτς συμφώνησαν να σπάσουν το φράγμα του χρέους. Θέλουν μάλιστα, για να πετύχουν τα αναγκαία 2/3 της Βουλής για συνταγματική αναθεώρηση να το ψηφίσουν στην παρούσα Βουλή ώστε να μη χρειαστούν οι ψήφοι των «άκρων», δηλαδή του AfD και του Die Linke, ενώ οι Πράσινοι θα το ψηφίσουν γνωρίζοντας ότι θα βρίσκονται εκτός νυμφώνος στον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης.
Πολεμική Ευρώπη
Αυτή βέβαια η δημοσιονομική επέκταση που θα καταργήσει το φρένο του χρέους είναι ειδικής μορφής: θα αφορά την υπέρβαση του 1% του γερμανικού ΑΕΠ σε πολεμικές δαπάνες με πιθανότητα να επεκταθεί ίσως και σε άλλες υποδομές. Φυσικά, μετά από αυτή την απόφαση της Γερμανίας σχόλασε και ο γάμος του δημοσιονομικού φρένου και για τις υπόλοιπες χώρες μέλη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση με την καημένη την Ούρσουλα νομίζει μάλιστα ότι βρήκε τη λύση για το οικονομικό πρόβλημα της: θα μετατρέψει την Ευρώπη σε μια ένωση πολεμικής βιομηχανίας δεσμεύοντας τα 800 δισεκατομμύρια ευρώ που συνιστούσε ο Ντράγκι για επενδύσεις στην προώθηση της πολεμικής βιομηχανίας.
Αποφασίστηκε μάλιστα το ReArm Europe Plan από τους 27 ερήμην των ευρωπαϊκών λαών. Ακόμα και αυτά τα χρήματα δεν θα προέρχονται από ευρωπαϊκά ταμεία. Απλά θα επιτρέψει στις χώρες-μέλη «ευελιξία» να κάνουν τις αντίστοιχες δαπάνες καταστρέφοντας τις οικονομίες τους χωρίς να έχουν επιπτώσεις επειδή καταστρατήγησαν τους δημοσιονομικούς κανόνες ενεργοποιώντας την εθνική ρήτρα διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Θα περιλαμβάνει και ένα σχήμα δανεισμού 150 δις ευρώ ώστε τα κράτη-μέλη να επενδύσουν σε κρίσιμες στρατιωτικές δυνατότητες μαζί με κίνητρα στους πολεμοκάπηλους. Τα κράτη θα μπορούν μάλιστα να κατευθύνουν δαπάνες για πολιτικές συνοχής στην πολεμική βιομηχανία. Για τις χώρες-μέλη, όπως η Ελλάδα, που δεν έχουν αξιόλογες «αμυντικές», γράφε πολεμικές, βιομηχανίες τα πράγματα θα είναι ακόμα πιο σκούρα αφού τα κονδύλια θα πάνε στις εταιρείες των ΗΠΑ, της Γερμανίας, της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου.
Ήδη οι εταιρείες αυτές κάνουν πάρτι. Η τιμή της μετοχής της Rheinmetall αυξήθηκε κατά 130% το τελευταίο εξάμηνο. Το ερώτημα είναι «τι τα θέλουνε τα όπλα, τα κανόνια, τα σπαθιά» αν δεν κάνουν πόλεμο; Πιθανόν να χρειαστεί να τον κάνουν για να τονώσουν τη ζήτηση και να πουληθεί το εμπόρευμα. Αλλά μέσα από ποιες διαδικασίες θα αποφασίσουν να το κάνουν; Ας πούμε ότι ενισχύεται ο ευρωπαϊκός πυλώνας του ΝΑΤΟ. Σε μια Ευρώπη που δεν έχει κοινή εξωτερική πολιτική, με τη Γαλλία τη μόνη πυρηνική δύναμη, τώρα που έφυγε το Ηνωμένο Βασίλειο, ποιοι είναι αυτοί που θα αποφασίσουν πως θα γίνει η χρήση των προϊόντων της πολεμικής βιομηχανίας; Το χειρότερο όμως είναι ότι μια Ευρώπη που παρακμάζει με γοργούς ρυθμούς, που έχει ανάγκη από δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, με ένα ξεχαρβαλωμένο κοινωνικό κράτος, η λύση που δίνεται είναι ο πόλεμος.
Παλαιότερα η Αριστερά ήλπιζε σε μια Ευρώπη των λαών και όχι των μονοπωλίων. Αυτή η ονειροφαντασιά έχει πλέον εκμετρήσει το ζην. Η Ευρώπη όπως την ξέραμε έχει τελειώσει. Το πακέτο της έχει ημερομηνία λήξεως. Όσο πιο γρήγορα, τόσο καλύτερα.