Macro

Ναόμι Κλάιν – Άστρα Τέιλορ: Οι φασίστες της «συντέλειας του κόσμου» σχεδιάζουν την απόδρασή τους από τον πλανήτη μας. Η δική μας αποστολή είναι ξεκάθαρη

Όταν ο Τζεφ Μπέζος ανακοίνωσε τα σχέδιά του για έναν πολυτελή γάμο στη Βενετία στις αρχές του 2025, πολλοί ντόπιοι βρήκαν την ιδέα προσβλητική, ακόμη και προκλητική. Ένας διαρκώς αυξανόμενος αριθμός κατοίκων πάλευε να βρει ασφαλή και προσιτή στέγη σε μια πόλη πνιγμένη στους τουρίστες και στα Airbnb, κι ο δισεκατομμυριούχος σχεδίαζε, στην ουσία, να «νοικιάσει» τον δήμο για τρεις ημέρες, ξοδεύοντας περίπου 50 εκατομμύρια δολάρια για εορτασμούς που θα διέκοπταν την κυκλοφορία στα κεντρικά κανάλια και θα έκλειναν πολυσύχναστους δρόμους. Το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι, την ίδια περίοδο, οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα της Amazon εκτοξεύονταν εξαιτίας της τεχνητής νοημοσύνης και της επέκτασης των data centers —κάτι που αγγίζει προσωπικά τη Βενετία, όπου οι δρόμοι πλημμυρίζουν ήδη δεκάδες φορές τον χρόνο.

Η Μάρτα Σοτορίβα, 35χρονη καθηγήτρια λυκείου, μας είπε ότι έμαθε για πρώτη φορά τα σχέδια του γάμου την ίδια περίοδο που η Blue Origin, η εταιρεία πυραύλων του Μπέζος, μονοπωλούσε τα πρωτοσέλιδα. Ο Μπέζος είχε στείλει ένα «πλήρωμα» από γυναίκες influencer και διασημότητες —ανάμεσά τους η αρραβωνιαστικιά του, Λόρεν Σάντσεζ, και η ποπ τραγουδίστρια Κέιτι Πέρι— μέχρι τα όρια του διαστήματος, σε ένα διαφημιστικό κόλπο χωρίς κανένα ουσιαστικό νόημα. «Η ιδέα ότι είσαι τόσο πλούσιος και ισχυρός ώστε να μπορείς να χρησιμοποιείς το διάστημα για ένα δεκάλεπτο ταξίδι αναψυχής», θυμάται η Σοτορίβα, απλώς εντείνει «το αίσθημα ότι μας παίρνουν την πόλη από τα χέρια με αλαζονικό τρόπο». Η Φεντερίκα Τονινέλο, άλλη μια νεαρή ακτιβίστρια, συμφώνησε, λέγοντάς μας ότι ένιωσε πως τόσο το διάστημα όσο και η Βενετία υφίστανται μια μορφή «αποικιοκρατίας».

Η αποικιοποίηση του διαστήματος είναι ακριβώς αυτό που ελπίζει να πετύχει ο Μπέζος. Η Blue Origin, όπως υποστηρίζει ο ίδιος στον καλοστημένο διαφημιστικό του λόγο, θα διασφαλίσει την επιβίωση της ανθρωπότητας επιτρέποντας σε ένα τρισεκατομμύριο ανθρώπους να εξαπλωθούν κάποτε σε όλο το ηλιακό σύστημα. Και ποιος είναι, άραγε, ο αφόρητος τρόμος από τον οποίο φαντάζεται πως σώζει το ανθρώπινο είδος; Η απειλή αυτού που αποκαλεί «πολιτισμό της στασιμότητας» —με άλλα λόγια, το να αναμετρηθούμε επιτέλους με τα πραγματικά οικολογικά όρια και να βρούμε τρόπο να μοιραστούμε τους περιορισμένους πόρους του πλανήτη. Για να αποφύγει αυτόν τον λογαριασμό, ο Μπέζος οραματίζεται ένα μέλλον όπου «η Γη θα χαρακτηριστεί ζώνη κατοικίας και ελαφράς βιομηχανίας» και θα διατηρηθεί σαν ένα είδος καταφυγίου, απρόσιτου για τους περισσότερους από τους ίδιους τους κατοίκους της. Η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων θα κυνηγά το νεφελώδες όφελος της «εκθετικής ανάπτυξης» μέσα στο αφιλόξενο κενό του διαστήματος, παγιδευμένη στα διαστημόπλοια της Blue Origin. Ο Μπέζος, φαίνεται, θεωρεί την προοπτική να ζήσει η ανθρωπότητα με βιώσιμο και ειρηνικό τρόπο στο πολυτιμότερο και μοναδικό μας σπίτι εφιαλτική —μια πιθανότητα ανάξια της προσοχής του.

Όπως ήταν αναμενόμενο, αποδείχθηκε ότι οι περισσότεροι Βενετσιάνοι προτιμούν να παραμείνουν στη μαγευτική τους πόλη. Σε αντίθεση με τον Μπέζος, δεν ανησυχούν για μια υποθετική πολιτισμική στασιμότητα· ανησυχούν για την οικονομική στασιμότητα που προκαλεί η κρατική υποεπένδυση, για την έλλειψη θέσεων εργασίας και ευκαιριών, καθώς και για το ενδεχόμενο να αναγκαστούν να εγκαταλείψουν την πόλη και τη χώρα που αγαπούν. Οι νέοι Ιταλοί συχνά δεν έχουν άλλη επιλογή από το να μεταναστεύσουν για να βρουν δουλειά· την τελευταία δεκαετία, πάνω από ένα εκατομμύριο πολίτες έχουν φύγει στο εξωτερικό, το ένα τρίτο εκ των οποίων ηλικίας μεταξύ 25 και 34 ετών.

Μέχρι σήμερα, η αβεβαιότητα και η οργή που νιώθουν πολλοί Ιταλοί έχουν ευνοήσει ως επί το πλείστον τη νεοφασιστική δεξιά. Όμως με τον ίδιο τρόπο συσπείρωσαν επίσης τον κόσμο ενάντια στον Μπέζος, βοηθώντας στη διαμόρφωση ενός ανερχόμενου, συνειδητά αντιφασιστικού κινήματος.

Η δυναμική και ανατρεπτική καμπάνια «No Space for Bezos» (Όχι χώρο για τον Μπέζος / Όχι διάστημα για τον Μπέζος) αξιοποίησε το κύμα οργής ενάντια στους δισεκατομμυριούχους, την κλιματική κατάρρευση και την στρατοκρατία, δίνοντας παράλληλα στους διοργανωτές ένα βήμα για να προβάλουν ιδέες για διαφορετικούς, λιγότερο καταστροφικούς τρόπους συνύπαρξης. Οι ακτιβιστές τύπωσαν αφίσες και αυτοκόλλητα που απεικόνιζαν το κεφάλι του Μπέζος πάνω σε έναν πύραυλο να εκτοξεύεται στο διάστημα. Έφτιαξαν ένα ομοίωμα του Μπέζος να κρατά δεσμίδες ψεύτικων χαρτονομισμάτων, γαντζωμένο πάνω σε ένα τεράστιο πλωτό δέμα της Amazon, και το άφησαν να επιπλέει στα κανάλια. Κρέμασαν πανό σε εμβληματικά κτίρια, γέφυρες και πλατείες της Βενετίας με το σύνθημα: «Φορολογήστε τους πλούσιους για να τα επιστρέψετε στον πλανήτη». Φώναζαν επίσης συνθήματα πως τα χρήματα του γάμου θα έπρεπε να διατεθούν για την ανοικοδόμηση της Γάζας. Για μέρες προκάλεσαν ένα απολαυστικό χάος, διακωμωδώντας αδιάκοπα τον γαμπρό και τη γεμάτη διασημότητες λίστα καλεσμένων του, στην οποία περιλαμβάνονταν οι δισεκατομμυριούχοι γείτονές του στο καταφύγιό του, η Ιβάνκα Τραμπ και ο Τζάρεντ Κούσνερ, ο Σαμ Άλτμαν της OpenAI, καθώς και μια παρέα Καρντάσιαν.

Λίγο πριν από τον γάμο, οι αρχές ανακοίνωσαν ότι η εκδήλωση μεταφερόταν σε λιγότερο κεντρική τοποθεσία λόγω των διαμαρτυριών. Ακόμη και στα δύο γιοτ του Μπέζος, το Koru και το Abeona, απαγορεύτηκε η αγκυροβολία στην περιοχή. Οι διοργανωτές διακήρυξαν τη νίκη τους και τη γιόρτασαν. Ο διεθνής Τύπος αγκάλιασε με ενθουσιασμό τη σύγκρουση, γεμάτη όπως ήταν δυνατές εικόνες. Όσο για τη διαδικτυακή Δεξιά, δεν ήξερε ποιον να στηρίξει: τις ελίτ του Νταβός που έπαιζαν με τους αφρούς πάνω σε ένα σούπερ-γιοτ ή τον αριστερό «όχλο» που έκανε πολιτική προπαγάνδα;

Όπως η τεράστια αίθουσα χορού του Ντόναλντ Τραμπ, έτσι και ο εξωφρενικός γάμος του Μπέζος συμπύκνωνε τις προκλητικές υπερβολές της δικτυωμένης, χρυσής εποχής μας. Για τον ιδρυτή της Amazon δεν αρκούσε να είναι μέρος μιας από τις ομορφότερες πόλεις της Ευρώπης — έπρεπε να την καταβροχθίσει και να την καταπιεί ολόκληρη. Έναν χρόνο αργότερα θα έκανε το ίδιο με το Met Gala της Νέας Υόρκης, προκαλώντας ανάλογη κατακραυγή και ανάλογη δημιουργικότητα από τη βάση.

Οι διαμαρτυρίες της Βενετίας, εστιασμένες στα όνειρα του Μπέζος για το απώτερο διάστημα εις βάρος της Γης, ανέδειξαν κάτι θεμελιώδες για την εποχή του «φασισμού της συντέλειας» —μια έννοια που βρίσκεται στο επίκεντρο του νέου μας βιβλίου και αναφέρεται σε μια ανίερη συμμαχία που εργάζεται για ένα αποκαλυπτικό μέλλον, από το οποίο μόνο λίγοι εκλεκτοί θα βγουν αλώβητοι. Οι σημερινές γραμμές του μετώπου δεν βρίσκονται απλώς ανάμεσα σε όσους αγωνίζονται να επιβιώσουν υπό όλο και πιο υποβαθμισμένες και αβάσταχτες συνθήκες και σε μια τάξη ολιγαρχών που σκαρφίζεται όλο και πιο γελοίους τρόπους να σπαταλήσει τον πλούτο της. Είναι γραμμές πολύ πιο κοσμολογικές.

Από τη μία πλευρά βρίσκονται όσοι από εμάς δεν έχουμε σχέδιο διαφυγής, ούτε καταφύγιο στον ουρανό ή υπογείως, και επομένως είμαστε δεσμευμένοι να μείνουμε εδώ, μέσα στην πολυπλοκότητα της γήινης πραγματικότητάς μας, ο ένας με τον άλλο. Ξέρουμε ότι πρέπει να κάνουμε ό,τι χρειάζεται για να γίνει το «εδώ» —αυτός ο πλανήτης, μαζί με όλα τα οικοσυστήματα και τις κοινότητές του— ασφαλέστερος για το πλήθος των όντων που βασίζονται σε αυτόν, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι αυτό είναι το ένα και μοναδικό μας σπίτι.

Από την άλλη πλευρά βρίσκονται εκείνοι με τα παραληρηματικά σχέδια να προστατεύσουν τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους από τις πολιτικές και οικολογικές φωτιές που κατακαίουν τον πλανήτη μας —είτε αυτά τα σχέδια παίρνουν τη μορφή μιας «ουράνιας ανάληψης», είτε γήινων καταφυγίων και οχυρωμένων κρατών, είτε φαντασιώσεων για την αποικιοποίηση του διαστήματος και τη συγχώνευση με τις μηχανές. Αντί να βελτιώσουν τις συνθήκες για τους πραγματικούς ανθρώπους στη Γη (ή έστω να σταματήσουν να ρίχνουν λάδι στη φωτιά), οι φασίστες της συντέλειας σχεδιάζουν την απόδρασή τους, αδιάφοροι και τυφλοί απέναντι σε όσα αξίζει να σωθούν.

Η απουσία δέους

Η εμμονή του Μπέζος με το διάστημα αγγίζει κάτι ακόμα που είναι βασικό για να κατανοήσουμε τον φασισμό της συντέλειας και την προσήλωσή του στα καταφύγια και στην εγκατάλειψη του κοινού μας κόσμου: την εμφανή ανικανότητα των ανθρώπων που κινούν αυτό το εγχείρημα να θαυμάσουν, ή έστω να παρατηρήσουν, τα θαύματα που τους περιβάλλουν.

Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα το 2021, όταν ο Μπέζος έστειλε ένα ακόμη πλήρωμα στο διάστημα. Αυτή τη φορά επέβαινε ο Γουίλιαμ Σάτνερ, ευρύτερα γνωστός ως Κάπτεν Κερκ του Star Trek (για να εκπληρώσει, φυσικά, ένα από τα παιδικά όνειρα του Μπέζος). «Διάστημα. Το τελευταίο σύνορο», έλεγε ο Σάτνερ στην αρχή κάθε επεισοδίου. Καθώς όμως ο πλέον 90χρονος ηθοποιός έβλεπε, μέσα από το παράθυρο, τον γαλαζοπράσινο πλανήτη μας να απομακρύνεται, κατακλύστηκε ξαφνικά από τρόμο. «Η αντίθεση ανάμεσα στο αδίστακτο κρύο του διαστήματος και τη ζεστή φροντίδα της Γης από κάτω με γέμισε με μια συντριπτική θλίψη», θυμήθηκε αργότερα, εξηγώντας ότι απέκτησε πολύ βαθύτερη εκτίμηση για τα υπέροχα και εύθραυστα δώρα του πλανήτη μας.

«Κάθε μέρα ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη γνώση της περαιτέρω καταστροφής της Γης από τα δικά μας χέρια: την εξαφάνιση ειδών ζώων, της χλωρίδας και της πανίδας… πραγμάτων που χρειάστηκαν πέντε δισεκατομμύρια χρόνια εξέλιξης, και ξαφνικά δεν θα τα ξαναδούμε ποτέ λόγω της ανθρώπινης παρέμβασης», έγραψε ο Σάτνερ. Έκανε το ταξίδι περιμένοντας να μαγευτεί από το σύμπαν, όμως αντ’ αυτού λαχτάρησε το σπίτι του από τη στιγμή που έφυγε: «Ανακάλυψα ότι η ομορφιά δεν είναι εκεί έξω, είναι εδώ κάτω, μαζί με όλους εμάς».

Ίσως η ενσυναίσθηση του Σάτνερ για τον πολύτιμο, απειλούμενο πλανήτη μας να βρίσκει απήχηση στον ιδρυτή της Amazon, όμως τα σχέδια του δισεκατομμυριούχου για τον αποικισμό του διαστήματος και η τεράστια, επέκταση των data center της εταιρείας του, εκπέμποντας άνθρακα, υποδηλώνουν το αντίθετο. Ανάμεσα στους τεχνο-ολιγάρχες, μάλιστα, ο Μπέζος είναι το πλέον αντιπροσωπευτικό παράδειγμα. Ο Πίτερ Θιλ, για παράδειγμα, αποκάλυψε κάποτε ότι οι τρεις καλύτερες ιδέες του για την επίτευξη της πραγματικής ελευθερίας είναι ο «κυβερνοχώρος», το «απώτερο διάστημα» και το «seasteading» (η ιδέα δημιουργίας νέων χωρών πάνω σε πλωτές πλατφόρμες πετρελαίου). Με άλλα λόγια, αυτός ο άνθρωπος —του οποίου ο τεράστιος πλούτος του προσφέρει πρόσβαση στα πιο εντυπωσιακά τοπία που έχει να προσφέρει ο πλανήτης μας— πιστεύει στ’ αλήθεια ότι αυτοί οι τρεις ψυχροί, νεκροί τόποι είναι ανώτεροι από τη Γη που έχουμε, που είναι καταπράσινη και ζωντανή.

Κάτι παρόμοιο φαίνεται να συμβαίνει και με τον Ίλον Μασκ, έναν άνθρωπο που δείχνει να κοιτάζει τα θαύματα του νυχτερινού ουρανού και να βλέπει μόνο ευκαιρίες να τον γεμίσει με τα δικά του διαστημικά σκουπίδια. Η καταξιωμένη μυθιστοριογράφος Τζόις Κάρολ Όουτς υπογράμμισε αυτά τα εμφανή όριά του το φθινόπωρο του 2025, όταν τον αποδόμησε αμείλικτα στη δική του πλατφόρμα, το X. «Τόσο περίεργο», έγραψε, «που ένας τόσο πλούσιος άνθρωπος δεν δημοσιεύει ποτέ τίποτα που να δείχνει ότι απολαμβάνει, ή έστω αντιλαμβάνεται, όσα εκτιμούν σχεδόν όλοι — εικόνες από τη φύση, ένα κατοικίδιο σκύλο ή γάτα, τον έπαινο για μια ταινία, ένα τραγούδι, ένα βιβλίο (αν και αμφιβάλλω αν διαβάζει)· την υπερηφάνεια για το επίτευγμα ενός φίλου ή συγγενή· συλλυπητήρια για κάποιον που έφυγε· τη χαρά του αθλητισμού, τη στήριξη σε μια αγαπημένη ομάδα· αναφορές στην ιστορία. Στην πραγματικότητα μοιάζει τελείως ακαλλιέργητος, αμόρφωτος. Ακόμη και οι πιο φτωχοί άνθρωποι στο Twitter [X] μπορεί να έχουν πρόσβαση σε περισσότερη ομορφιά και νόημα στη ζωή τους απ’ ό,τι ο “πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο”».

Η παρατήρηση αυτή προφανώς ενόχλησε το διαβόητα εύθικτο εγώ του μεγιστάνα της τεχνολογίας: την αποκάλεσε «τεμπέλα ψεύτρα» και άρχισε να δημοσιεύει εγκωμιαστικά σχόλια για διάφορες ταινίες, προσπαθώντας να αποδείξει ότι η Όουτς έκανε λάθος. Ωστόσο, μέσα στην ευφορία της ημέρας που η αεροδιαστημική εταιρεία του, η SpaceX, μπήκε στο χρηματιστήριο, ο Μασκ δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια να κρύψει τη βαρεμάρα του για τον γαλάζιο πλανήτη μας και τις προκλήσεις του: «Θέλουμε να λύσουμε τα προβλήματα εδώ στη Γη, και πρέπει να τα λύσουμε. Αλλά πρέπει επίσης να υπάρχουν πράγματα που σε ενθουσιάζουν για το μέλλον, που σε κάνουν να χαίρεσαι που ξυπνάς το πρωί επειδή ανυπομονείς να δεις τι θα συμβεί στη συνέχεια». Φαίνεται πως μόνο η εγκατάλειψη της Γης του προσφέρει αυτή τη συγκίνηση.

Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να νιώθουν δέος, να μένουν άναυδοι μπροστά στη λαμπερή ομορφιά ενός ωδικού πουλιού, στην απόκοσμη αίσθηση της αναπνοής μιας φάλαινας ή στα περίτεχνα μοτίβα ενός αρχαίου ιερού χώρου. Τα παιδιά έχουν την ικανότητα για ατόφιο δέος· το ίδιο και οι 90χρονοι ηθοποιοί στα όρια του διαστήματος. Το να βιώνεις το δέος σημαίνει να διαλύεσαι μέσα στη δίνη του σύμπαντος, να νιώθεις μικρός με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αυτή η αίσθηση της σύνδεσης είναι κι ο λόγος που θρηνούμε όταν βλέπουμε αγνώστους να υποφέρουν και νιώθουμε τη βαθιά θλίψη της εξαφάνισης των ειδών. Το γεγονός ότι αυτή η ικανότητα φαίνεται να λείπει από τους ανθρώπους που κρατούν στα χέρια τους τη συλλογική μας μοίρα αποτελεί προσωπική απώλεια για τους ίδιους —και υπαρξιακή κρίση για όλους εμάς τους υπόλοιπους.

Μια επικίνδυνη πτυχή του εγχειρήματος των τεχνο-ολιγαρχών να εγκαταλείψουν τον κόσμο είναι ότι τα ίδια τα εργαλεία που κατασκευάζουν έχουν σχεδιαστεί για να μας αναπλάσουν κατ’ εικόνα και ομοίωση των δικών τους ελαττωμάτων. Δημοφιλείς πλατφόρμες και εφαρμογές μάς εκπαιδεύουν να μοιραζόμαστε το όνειρο της Σίλικον Βάλεϊ για μια «ασώματη» ελευθερία, σπρώχνοντάς μας διαρκώς να απαρνηθούμε τους πραγματικούς τόπους και τη δια ζώσης επαφή χάριν των προσομοιώσεων —και να βλέπουμε τη Γη, τα σώματά μας και τις σχέσεις μας σαν φυλακές που πρέπει να «χακάρουμε» για να δραπετεύσουμε. Ο Άλτμαν, για παράδειγμα, έχει καταστήσει σαφές ότι βλέπει «ορισμένα πλεονεκτήματα στο να είσαι μηχανή», ενώ έχει ισχυριστεί επανειλημμένα πως τα δικά του παιδιά δεν πρόκειται ποτέ να είναι εξυπνότερα από την τεχνητή νοημοσύνη —λες και η τεχνητή νοημοσύνη ανάγεται σε τίποτε παραπάνω από υπολογιστική ισχύ. Όπως και άλλες αντίστοιχες υπηρεσίες, το ChatGPT είναι εκπαιδευμένο να «λυμαίνεται» τους μηχανισμούς της ενσυναίσθησής μας, ωθώντας μας να ανυψώνουμε κι εμείς τις μηχανές, αποδίδοντάς τους μεγαλύτερη σημασία απ’ όση τους αναλογεί.

Η αδυναμία εκτίμησης αυτού του πλανήτη και του θαυμαστού συνόλου των πλασμάτων του βοηθά να εξηγηθεί γιατί είναι τόσο πρόθυμοι να τον θυσιάσουν. Πράγματι, η προθυμία της τεχνολογικής Δεξιάς να εξαλείψει την εργασία που συντηρεί τη ζωή μας, αντικαθιστώντας τις ανθρώπινες σχέσεις με συνθετικές, δεν μπορεί να διαχωριστεί από την αδιαφορία της για ό,τι λίγο απομένει από τη ραγδαία εξαφανιζόμενη πανίδα και χλωρίδα του πλανήτη. Δεν φαίνεται να ξέρουν πώς να αγαπούν αυτόν τον τόπο, πώς να απολαμβάνουν τη συντροφιά των άλλων ανθρώπων ή να θαυμάζουν τα μυστήρια που κρύβουν τα υπόλοιπα είδη.

Εν κατακλείδι, βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιδεολογία που έχει παραιτηθεί όχι μόνο από την παραδοχή και την υπόσχεση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, αλλά και από τη βιωσιμότητα του κοινού μας κόσμου —από την ομορφιά του, τους ανθρώπους του, τα παιδιά μας, τα άλλα είδη. Υπάρχει κάτι το προδοτικό σε αυτό. Προδοτικό όχι απέναντι σε μια αφαίρεση όπως μια σημαία ή ένα έθνος, αφού δεν είμαστε εθνικιστές. Προδοτικό, όμως, απέναντι στην άγραφη συμφωνία που έχουμε συνάψει με το πλέγμα της ζωής που μας συντηρεί.

Είναι προδότες της δημιουργίας, των θαυμάτων του «εδώ».

Απέναντι στον φασισμό

Δεν υπάρχει έτοιμη συνταγή για την καταπολέμηση του φασισμού της συντέλειας. Είτε πρόκειται για τους Βενετσιάνους που τα βάζουν με τον Τζεφ Μπέζος, είτε για τους Αλβανούς που διαμηνύουν στον Τζάρεντ και την Ιβάνκα Τραμπ ότι η χώρα τους δεν είναι προς πώληση, είτε για μια μικρή πόλη στο Κεντάκι που οργανώνεται ενάντια σε ένα τεράστιο data center, κάθε μέτωπο αυτού του αγώνα παίρνει τον χαρακτήρα και το χρώμα του τόπου του. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένες κατευθυντήριες αρχές που αρχίζουν να αναδύονται από διάφορες περιοχές, και η εκστρατεία του Ζοχράν Μαμντάνι για τη δημαρχία της Νέας Υόρκης —καθώς και η προσέγγισή του στη διακυβέρνηση από τη στιγμή της εκλογής του— ενσαρκώνουν πολλές από αυτές. Ξεκίνα από την αγάπη για τον τόπο· στη συνέχεια οραματίσου ένα ριζικά συμπεριληπτικό μέλλον, όπου όλοι θα μπορούν να ζήσουν μια αξιοπρεπή ζωή· αγκάλιασε κοινούς στόχους παραμερίζοντας τις διαφορές· βγες έξω και οργανώσου εκτός διαδικτύου, δια ζώσης· αντιμετώπισε τους ισχυρούς με χαρά· άντλησε έμπνευση από την ιστορία· και μη φοβάσαι να συγκινήσεις τις ψυχές των ανθρώπων.

Ο Μαμντάνι επέμεινε σθεναρά στις βασικές του πολιτικές θέσεις για να κάνει την πόλη πιο προσιτή οικονομικά, και έχει ήδη υλοποιήσει πολλές από αυτές τις υποσχέσεις, δουλεύοντας λ.χ. για τη μείωση των ενοικίων και την επέκταση της καθολικής παιδικής φροντίδας. Όμως έκανε και κάτι ακόμη πιο σπουδαίο: εστίασε στις ζωντανές, γοητευτικές γωνιές της πόλης, οι οποίες είναι κι ο λόγος που τόσοι πολλοί άνθρωποι επιλέγουν να υπομένουν τις πιέσεις που τους ωθούν να φύγουν.

Καθώς η δημοτικότητα του Μαμντάνι ανέβαινε, οι φασίστες και οι νεοφασίστες σε όλη τη χώρα και σε όλο τον κόσμο έκαναν αυτό που ξέρουν να κάνουν καλύτερα. Διαχώριζαν και απομόνωναν, κατέτασσαν σε κατηγορίες και απέκλειαν. Έσπειραν σύγχυση και διχόνοια ισχυριζόμενοι ότι ο Μαμντάνι δεν ήταν «πραγματικός Αμερικανός» και κατηγόρησαν την Αριστερά για κάθε κοινωνικό πρόβλημα και παράπονο. Προέβαλαν την πολυπολιτισμική Νέα Υόρκη ως ένα υποτιθέμενα τρομακτικό παράδειγμα του τι συμβαίνει όταν επιτυγχάνεται η «μεγάλη αντικατάσταση». Ο Τζέι Ντι Βανς υπερασπίστηκε το δικαίωμα των ανθρώπων να μη θέλουν να ζουν δίπλα σε άτομα από μια «τελείως διαφορετική κουλτούρα», ενώ ο Στίβεν Μίλερ ξέσπασε στο X: «Η Νέα Υόρκη είναι η σαφέστερη προειδοποίηση μέχρι σήμερα για το τι συμβαίνει σε μια κοινωνία όταν αποτυγχάνει να ελέγξει τη μετανάστευση».

Η Νέα Υόρκη είναι μια πόλη ανθρώπων που κουβαλούν αμέτρητες καταγωγές και διατηρούν ζωντανές αναρίθμητες πολιτισμικές παραδόσεις. Όπως όμως το έθεσε ο Μαμντάνι: «Ό,τι κι αν τρως, όποια γλώσσα κι αν μιλάς, όπως κι αν προσεύχεσαι ή από όπου κι αν προέρχεσαι, οι λέξεις που μας καθορίζουν περισσότερο είναι αυτές που μοιραζόμαστε όλοι: Νεοϋορκέζοι».

Έτσι, ο Μαμντάνι εξήγησε τις πολυπλοκότητες της ψηφοφορίας στις προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών χρησιμοποιώντας ως οπτικό βοήθημα μια σειρά από μάνγκο λάσι. Έκανε προεκλογική εκστρατεία σε κουήρ κλαμπ, αναφέρθηκε με ενθουσιασμό στην ιστορία της επανάστασης της Αϊτής στη μαζική συναυλία Bayo, μοιράστηκε την αγαπημένη του παραγγελία για μπέιγκελ και έσπασε τη νηστεία του Ραμαζανιού τρώγοντας μπιριάνι στο Μπρονξ. Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του, μετέτρεψε επίσης τη θρυλική πορεία των Knicks στα πλέι-οφ και το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026 σε ένα καλοκαιρινό πάρτι που λίγοι θα ξεχάσουν. Με αυτούς και άλλους τρόπους, ο Μαμντάνι ανανέωσε τη μαγεία μιας πόλης που αντιμετώπιζε ανελέητη συκοφαντία από την Ουάσινγκτον, ως δήθεν επικίνδυνη, βρώμικη και δυσλειτουργική.

Ήταν η απόλυτη ενσάρκωση της «εντοπιότητας» (hereness / doikayt) —μιας ιδέας που ανέπτυξε η Εβραϊκή Εργατική Ένωση (Bund), μια εβραϊκή σοσιαλιστική οργάνωση που ιδρύθηκε τον 19ο αιώνα και βασιζόταν στη σθεναρή αφοσίωση στον τόπο και στην κοινότητα, ανεξάρτητα από δεσμούς αίματος. Η Μόλι Κράμπαπλ, υπερήφανη Νεοϋορκέζα και καλλιτέχνης, που δημοσίευσε πρόσφατα μια ιστορία του Bund η οποία έγινε μπεστ σέλερ, έκανε τη σύνδεση σε άρθρο της στον Guardian. «Όπως η ίδια η Νέα Υόρκη, η εκστρατεία του Μαμντάνι ήταν πολυπολιτισμική, πολυφυλετική, πολύγλωσση», έγραψε. «Όταν ο Άντριου Κουόμο προσπάθησε να τον παγιδεύσει ως “μη Αμερικανό”, εκείνος κυκλοφόρησε διαφημίσεις στα ισπανικά, στα μπενγκάλι, στα χίντι και στα αραβικά. Διεξήγαγε μια εκστρατεία αφοσιωμένη σε μια ταξική πολιτική που επεδίωκε να μιλήσει σε όλους στη δική τους γλώσσα, χωρίς ποτέ να ζητήσει συγγνώμη για το ποιος ήταν».

Μέσα σε όλη αυτή τη γιορτή της διαφορετικότητας, η εκστρατεία του Μαμντάνι έδωσε επίσης έμφαση στα είδη των καθημερινών εμπειριών και ανησυχιών που είναι κοινές και ενωτικές για σχεδόν όλους τους Νεοϋορκέζους, στεκόμενη σε συνηθισμένους χώρους που συχνά παραβλέπονται ή υποτιμώνται. Ο Μαμντάνι συνωστίστηκε με τους επιβάτες στα γεμάτα βαγόνια του μετρό, απέτισε φόρο τιμής στις ομορφιές του φέρι του Στάτεν Άιλαντ και επισκέφθηκε αμέτρητα τοπικά παντοπωλεία, πλησιάζοντας τους αγνώστους που συναντούσε με ανεπιφύλακτη περιέργεια και ένα χαμόγελο τόσο πλατύ που έγινε ακόμη κι αστείο στο τηλεοπτικό σόου Saturday Night Live.

Η εκστρατεία, όμως, δεν ήταν μόνο αντιφασιστική· με τους αμέτρητους τρόπους με τους οποίους γιόρταζε την ατίθαση φύση που κάνει τη Νέα Υόρκη αγαπητή, ήταν επίσης το ακριβές αντίθετο του φασισμού. Πέρα από μια απόρριψη του μίσους, ήταν μια πρόσκληση προς την καλοσύνη, προς έναν κόσμο στον οποίο δεν στρέφουμε αλλού το βλέμμα μας από κανέναν. Αυτό σήμαινε την ανάδειξη και την τιμή ακριβώς των ανθρώπων που οι φασίστες ανυπομονούν να διώξουν και να σπρώξουν στο περιθώριο: το μεταναστευτικό, εργατικό δυναμικό που κρατά την πόλη σε λειτουργία. Η εκστρατεία έριξε φως στους διανομείς που πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης από πλατφόρμες όπως η DoorDash, στους εργαζόμενους στις αποθήκες της Amazon που παλεύουν για την αναγνώριση των σωματείων τους, και στους οδηγούς ταξί στην ουρά του αεροδρομίου LaGuardia —ένα κομμάτι του νυχτερινού εργατικού δυναμικού που κάνει εφικτό για τη Νέα Υόρκη να καυχιέται πως είναι η πόλη που δεν κοιμάται ποτέ.

Αντιμέτωποι με την προοπτική μιας πιο δίκαιης πόλης, χρηματοδοτούμενης από οριακά υψηλότερους φόρους, ορισμένοι προφήτευσαν μια έξοδο των δισεκατομμυριούχων. Ο διαχειριστής αμοιβαίων κεφαλαίων Bill Ackman απείλησε να φύγει μαζί με άλλους πλούσιους, ενώ το Fox προέβλεπε μια «Μετανάστευση λόγω Μαμντάνι». Μεσιτικά γραφεία πολυτελών ακινήτων ανέφεραν πως κατακλύζονταν από τηλεφωνήματα πελατών που ήθελαν να πουλήσουν τα ρετιρέ τους και να μετακομίσουν στο Palm Beach.

Οι απειλές αποχώρησης απλώς υπογράμμισαν την αμοιβαία ενισχυτική φύση των δύο βασικών θεμάτων της εκστρατείας του Μαμντάνι: την αληθινή, γεμάτη χαρά αγάπη για το «εδώ», ακόμη κι αν αυτό το «εδώ» είναι σε κάποιο βαθμό ρημαγμένο, και τα συγκεκριμένα σχέδια για την επισκευή και τη βελτίωσή του. Γιατί όσο πιο αφοσιωμένος είσαι σε έναν τόπο, τόσο πιο εύκολο είναι να διαθέσεις τους πόρους και την ενέργεια που χρειάζονται για να τον βελτιώσεις. Πρόκειται για μια πολιτική που δεν στηρίζεται στην επιθυμία απόδρασης από αυτό το γήινο βασίλειο —είτε πρόκειται για τις πόλεις μας είτε για τα ίδια μας τα σώματα— αλλά σε μια βαθιά επιθυμία να μείνουμε και να προστατεύσουμε όλα όσα είναι αναντικατάστατα, ανθρώπινα και ζωντανά.

Αυτό είναι το ίδιο πνεύμα που βλέπουμε να παρακινεί τους ανθρώπους να προστατεύσουν τον αέρα και το νερό τους από τα γιγαντιαία data centers και να υπερασπιστούν τους αλλοδαπούς γείτονές τους από την ICE (Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων των ΗΠΑ). Καλύπτοντας την εβδομαδιαία εξέγερση στη Μινεάπολη, ο δημοσιογράφος Adam Serwer περιέγραψε εύστοχα την κατευθυντήρια ιδεολογία της αντίστασης ως «γειτονισμό» —δηλαδή τη «δέσμευση για την προστασία των ανθρώπων γύρω σου, ανεξάρτητα από το ποιοι είναι ή από πού προέρχονται». Ήταν μια ανοιχτόκαρδη, φιλόξενη ηθική που ένωσε τεράστιους αριθμούς συνηθισμένων ανθρώπων γύρω από κάτι φαινομενικά απλό: να προστατεύσουν τα πιο ευάλωτα μέλη της κοινότητάς τους από κάτι που έμοιαζε πολύ με στρατό εισβολής. Αυτό σήμαινε τα πάντα, από το να αψηφούν τις σφαίρες μέχρι να μαγειρεύουν βραδινό φαγητό και να ανοίγουν τα δωμάτια που τους περίσσευαν σε οικογένειες που δεν ήταν πια ασφαλείς στα ίδια τους τα σπίτια.

Με αυτούς και αμέτρητους άλλους τρόπους, οι κάτοικοι της Μινεσότα ξεσηκώθηκαν για να επιμείνουν ότι οι γείτονές τους βρίσκονταν ήδη εκεί που τους άξιζε να είναι —είτε είχαν γεννηθεί, όπως το έθεσε ο Serwer, στη Μινεάπολη είτε στο Μογκαντίσου.

Τα ανθρώπινα δίκτυα που χτίζουν οι γείτονες, τετράγωνο προς τετράγωνο, ομαδική συνομιλία προς ομαδική συνομιλία, δεν είναι απλώς μια άρνηση. Στην εποχή μας, με τα διαδοχικά σοκ και τις διασταυρούμενες κρίσεις, αποτελούν επίσης τη βάση για ένα διαφορετικό είδος επιβίωσης. Ενώ όμως οι διάφορες τάσεις των φασιστών χτίζουν καταφύγια για τους λίγους, τα δικά μας είναι δίκτυα επιβίωσης θεμελιωμένα στην αρχή ότι καθένας μας, χωρίς καμία εξαίρεση, αξίζει να ζει και να ευημερεί. Ενώνονται επίσης από την πίστη ότι το να κρατάμε ο ένας τον άλλον ασφαλή όταν έρθουν τα αναπόφευκτα σοκ είναι ιερό καθήκον. Μέρος αυτού είναι το να λέμε νέες ιστορίες —ιστορίες αληθινές, και αρκετά εμπνευσμένες ώστε να βοηθήσουν τους εξαντλημένους συνανθρώπους μας να ερωτευτούν ξανά το ένα και μοναδικό μας σπίτι, και να δεσμευτούν με πείσμα να το υπερασπιστούν με όλες τους τις δυνάμεις.

Κάποιοι κόσμοι πρέπει να τελειώσουν

Αυτές οι ιστορίες δεν μπορούν να αφορούν την επιστροφή σε αυτό που ονομαζόταν «κανονικότητα» —σε ό,τι θεωρούνταν ηρεμία πριν από το Brexit, τον Τραμπ και την αυταρχική στροφή της Σίλικον Βάλεϊ. Εκείνα ήταν τα χρόνια κατά τα οποία αφέθηκαν πάρα πολλά προβλήματα να διογκωθούν και να κακοφορμίσουν: ο φασισμός είναι πάντα μια στρεβλή αντίδραση σε πραγματικές κρίσεις. Και ο φασισμός της συντέλειας είναι μια αντίδραση σε πραγματικές κρίσεις πλανητικής κλίμακας, ανάμεσά τους τα όλο και αυξανόμενα επίπεδα άνθρακα στην ατμόσφαιρα και πλούτου στα χέρια των υπερπλουσίων. Οι απαντήσεις που προτείνει —μαζικές θυσίες ανθρώπων και μη ανθρώπινων όντων εξίσου— είναι τέρατα που πρέπει να ξεριζωθούν από ανάμεσά μας.

Για να το πετύχουμε αυτό, θα πρέπει να βρούμε τρόπο να αντιμετωπίσουμε τις υποκείμενες κρίσεις από τις οποίες τρέφεται ο σύγχρονος φασισμός. Γιατί τα όρια παραβιάζονται. Τα όρια ξεπερνιούνται. Προσκρούουμε πάνω σε τοίχους. Οι φασίστες θέλουν να πιστέψουμε πως αυτό που προσκρούει στον τοίχο είναι η ίδια η ανθρώπινη ιστορία: ότι έχει τελειώσει, οπότε φρόντισε να είσαι ανάμεσα στους εκλεκτούς που θα περάσουν στον επόμενο κόσμο. Προσευχήσου στον Θεό σου για σωτηρία. Εμφύτευσε το τσιπ, συγχωνεύσου με τις μηχανές. Στρατικοποίησε και οχύρωσε το έθνος σου. Οπλίσου μέχρι τα δόντια και κρύψου πίσω από την περιουσία σου. Μην ανησυχείς για τους ανθρώπους, τα ζώα, τα δέντρα, τα ποτάμια και τους κοραλλιογενείς υφάλους που δεν θα τα καταφέρουν.

Κάνουν όμως λάθος. Δεν είναι η ανθρώπινη ιστορία που προσκρούει στον τοίχο. Είναι, αντίθετα, η ιστορία μέσα στην οποία έχουμε παγιδευτεί: η ιστορία για το πώς η απληστία πρέπει να είναι η κινητήρια δύναμη του πολιτισμού· για το πώς η ανάπτυξη μπορεί να συνεχίζεται για πάντα· για το πώς υπάρχουν πάντα περισσότερες αποδόσεις να βρεθούν, περισσότεροι εργαζόμενοι προς ορθολογικοποίηση, περισσότεροι πόροι προς θυσία, περισσότεροι άνθρωποι, τόποι και πλανήτες προς αποικιοποίηση. Αυτοί οι μύθοι προσκρούουν στον τοίχο της πραγματικότητας, και γι’ αυτό πολλά πρέπει να αλλάξουν.

Οι λογικές που πρέπει να εγκαταλειφθούν είναι πλέον σαφείς. Ανεξέλεγκτη βία. Ανεμπόδιστη εκμετάλλευση. Άπληστος πλούτος. Ανεξέλεγκτη κυριαρχία. Αυτές είναι οι τάσεις που κάνουν τη συνύπαρξη αδύνατη. Κοιτάζοντας μπροστά, δύο δρόμοι μάς καλούν. Μπορούμε να εγκαταλείψουμε και να προδώσουμε αυτόν τον κόσμο, ή μπορούμε να σπάσουμε τους δεσμούς με τον καπιταλισμό και να χτίσουμε νέα οικονομικά και πολιτικά συστήματα που τιμούν τη ζωή και βάζουν στο κέντρο τη φροντίδα και την αποκατάσταση.

Ευτυχώς, δεν ξεκινάμε από το μηδέν. Οι πρόγονοι των κινημάτων μας μάς έχουν αφήσει χάρτες για γήινες Σιών όπου όλοι είναι ευπρόσδεκτοι, για συμπεριληπτικά μέλλοντα όπου η ειρήνη και η ασφάλεια αποτελούν θεμελιώδεις αρχές. Όχι το μετα-ανθρώπινο μέλλον που επιθυμούν οι φασίστες της συντέλειας, αλλά ένα μετα-καπιταλιστικό μέλλον, υπέρ της (κάθε) ζωής. Βαθιά δημοκρατικό, σοσιαλιστικό, φεμινιστικό, πολυφυλετικό, πολυειδικό, διεθνιστικό, γενναιόδωρο, θαρραλέο και ζωντανό. Ενσαρκωμένο και αισθητηριακό, υπερήφανα γήινο.

THE GUARDIAN