Macro

Μπιουνγκ – Τσουλ Χαν: Το black mirror[1] είναι ήδη εδώ

Ένας 64χρονος καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ντερ Κούνστε του Βερολίνου, νοτιοκορεάτης, πρώην μεταλλουργός, χωρίς ακριβή ημερομηνία γέννησης, γερμανοαναθρεμένος μορφωτικά στη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία και τη θεολογία. Δεν έχει social media, δίνει σπανιότατα συνεντεύξεις, στο youtube έχει μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού βιντεοσκοπήσεις ομιλιών του, δεν κάνει εύκολα διαλέξεις, έχει ένα mail που δεν το χρησιμοποιεί ιδιαίτερα. Με διδακτορικό από το 1994 στον Χάιντεγκερ, έχει γράψει 20 δοκίμια κι έχει μεταφραστεί σε περίπου 20 γλώσσες. Ο Μπιουνγκ – Τσουλ Χαν είναι ένας από το πιο καίριους όσο και διάσημους πολέμιους του ύστερου, νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους στοχαστές. Και υπάρχει λόγος ή, μάλλον, αρκετοί λόγοι.
 
Ο Χαν γράφει εξαιρετικά κοφτά. Τα βιβλία του είναι μικρά και μπορούν να διαβαστούν εύκολα. Η (υπερ)επικοινωνία, οι ψυχικές ασθένειες, ο πόνος, η βία, η κόπωση, η εξουσία, ο έρωτας, η ομορφιά, η ψηφιακότητα, η θρησκεία, οι τελετουργίες, η (αναγκαστική) ευτυχία, η διαφάνεια, η ηθική, η θρησκεία είναι κάποιες από τις θεματικές που συνήθως μπλέκει μαζί, προσπαθώντας για γενεαλογίες και ταξινομήσεις τους. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν έξι βιβλία του, κυρίως από τις εκδόσεις opera/cogito[2]. Εύκολα διαπιστώνει κανείς πως έχει επηρεαστεί από ένα παλίμψηστο θεωρητικών∙ στις ετεροαναφορές παρελαύνουν συχνότερα ο Νίτσε, ο Χέγκελ αλλά και ο Μαρξ, ο Φουκό, ο Μποντριγιάρ κι ο Ντελέζ, ο Αντόρνο, ο Αριστοτέλης, ο Χάιντεγκερ, ο Σμιτ κι ο Μπένγιαμν, ο Φρόιντ, ο Αγκάμπεν, η Έρενραϊχ, η Μουφ, η Ιλούζ, η Άρεντ κ.ά.
 
 
Υποκείμενα ύστερου καπιταλισμού
 
Η γενική ιδέα, η βάση γύρω από την οποία χτίζεται η κύρια θεματική των βιβλίων του Χαν, είναι περίπου αυτή: Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός σχηματίζει υποκειμενικότητες που αντιλαμβάνονται τη ζωή ως (ολοένα και μεγαλύτερη) προσπάθεια για επίδοση σε όλα τα πεδία του επιστητού. Αυτή η στάση προκύπτει μιας και οι άνθρωποι πλέον, σε αυτή τη μετα-συγκρουσιακή εποχή, στερούνται αφηγήσεων και νοημάτων, προσωπικών και συλλογικών. Εξ αυτού, αφενός στρέφονται εντός τους, αφετέρου διατίθενται να αξιοδοτούν θετικά όσα τους προσφέρουν οι κυρίαρχοι: την επιτήρηση / έκθεση ως διαφάνεια, την εκμετάλλευσή τους από τους αλγόριθμους ή τις επιχειρήσεις ως ελευθερία, ευτυχία, δυνατότητα. Θέλουν να ζουν σε μια εποχή μετα-πόνου, πάσχουν από αλγοφοβία και συγκροτούν ναρκισσιστικές προσωπικότητες, αυτοαναφορικές, «κολάσεις του Ίδιου». Εφόσον οι διαδικασίες αναγνώρισης και επιβράβευσης από τον Άλλο (Θεό, κόμμα, πατρίδα, σχέσεις κ.ο.κ.) έχουν διαταραχθεί εκ της ναρκισσιστικής πτύχωσης, αισθάνονται την ανάγκη να αυξάνουν διαρκώς τις επιδόσεις τους, να αυτό-εκμεταλλεύονται, να αυτο-ανταγωνίζονται τους εαυτούς τους.
 
Αυτή η συνθήκη τους κάνει να αυξάνουν την παραγωγικότητά τους, υπηρετώντας τις επιταγές του σύγχρονου καπιταλισμού, και, ταυτόχρονα, κενώνει περαιτέρω τους ψυχισμούς τους. Τα χάμστερ – επιδοσιακά υποκείμενα, χωρίς να νιώθουν τη συστημική βία που τους ασκείται από την τοξική θετικότητα της εποχής μας, δεν μπορούν να περαιώσουν τα έργα τους, επιταχύνουν χωρίς στόχο, είναι ανίκανα για ισχυρές δεσμεύσεις, καταλήγουν κουρασμένα και, κυρίως, ματαιωμένα. Οι κύριες ψυχικές ασθένειες των καιρών μας (το σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής/ υπερκινητικότητας, το burn-out και, κυρίως, η κατάθλιψη) προκύπτουν από την προϊούσα αποδόμηση της αρνητικότητας και την ανοριακότητα. Το κύριο ρήμα της εποχής μας δεν είναι το «πρέπει», είναι το «μπορώ». Αυτή η αδυνατότητα της από παντού εκκωφαντικά φωνασκούσας δυνατότητας, το «δεν μπορώ να μπορώ» ενώ όλα λένε ότι «μπορείς να μπορείς», είναι ο ψυχισμός που επικρατεί στους σύγχρονους ανθρώπους.
 
Δομισμός και μεταμοντερνισμός και η πανταχού παρούσα σκέψη του Νίτσε μπερδεύονται οργανικά και ανατέμνουν με κρουστικότητα τις τροπικότητες του κόσμου μας. Ο Χαν αντιλαμβάνεται ευφυώς πως οι σύγχρονες ανάγκες του κεφαλαίου για νέα πεδία ολοένα επιταχυνόμενης συσσώρευσης σμίγουν με τη συναίνεση της απολίτικης πολιτικής της μεταδημοκρατίας, την πολιτισμική δημιουργία και τον ψηφιακό κόσμο, αναδιαμορφώνοντας τους ψυχισμούς κατά τρόπο ευνοϊκό γι’ αυτές, αλλά όχι για εμάς. Αναλύει συχνά τη χρονική ευθυγράμμιση των παραπάνω πεδίων με το βλέμμα του στραμμένο σε πρότερες και τωρινές επεξεργασίες ίδιας τάξης. Ο Λας έχει αναλύσει από τη δεκαετία του 1980 τον ναρκισσισμό ως την κουλτούρα της εποχής μας, ο Μποντριγιάρ ήδη από το 1970 μίλησε εύστοχα για την κούραση, Οι Χάρβεϊ και Τζέιμσον ξεχωριστά στα τέλη του 1980 θεωρητικοποίησαν τη σύμφυση μεταμοντέρνας συνθήκης και νεοφιλελευθερισμού, η Ιλούζ πρόσφατα όριζε την ευτυχιοκρατία και τον συναισθηματικό καπιταλισμό ως ορίζοντα της εποχής μας και ο Λιποβερτσκί μας μίλησε για την εποχή του κενού[3].
 
«Ο ολοκληρωτισμός του κεφαλαίου, ο οποίος φαίνεται πως τώρα αφομοιώνει τα πάντα, συνιστά μια βία της συναίνεσης»[4]
 
 
Θεωρία συνδυασμένη με γήινες αγωνίες
 
Η διαφορά του Χαν έγκειται στο γεγονός πως ενώ σαφώς γράφει στην υψηλή γλώσσα της θεωρίας, την συνδυάζει με τις εντελώς γήινες αγωνίες των ανθρώπων. Ο «πόνος», η «κούραση», ο «έρωτας» -αληθινές αλήθειες για όλους μας- συνιστούν τις αφορμές, ακόμα και τις μετωνυμίες άλλων εννοιών για εμβριθή ανάλυση μέσω επιλεγμένων εκδοχών της φιλοσοφίας και της κοινωνιολογίας. Η κριτική σκοπιά του ενάντια σε όσα κυριαρχούν, που θα μπορούσε να τον πολιτογραφήσει στη θεωρητική παράδοση της Σχολής της Φρανκφούρτης, έχει την πρόνοια μιας κεντρομόλου ιδέας γύρω από την οποία περιστρέφεται η γραφή του, την «ψυχο-πολιτική»[5]. Στον Χαν η διάσταση αυτή, ο σχεσιακός σχηματισμός της υποκειμενικότητας, δεν είναι παρεμπίπτον καταστάλαγμα μιας ανάλυσης που αφορά άλλα πράγματα, αλλά το κουβάρι γύρω από το οποίο ξετυλίγεται ο λόγος.
 
Η αναγκαστικά ελλειμματική, λόγω χώρου, παρουσίαση του μεταφρασμένου στα ελληνικά έργου του Χαν, μας βάζει να σκεφτούμε από διαφορετική σκοπιά τους λόγους κατίσχυσης των συντηρητικών, νεοφιλελεύθερων και alt-right ιδεών, καθώς και τον τρόπο ενσωμάτωσής τους από όλους μας. Ο Χαν δεν επιλύει κάτι, δεν προτείνει σαν οργανικός διανοούμενος της αριστεράς, παρά περισσότερο φανερώνει. Χτυπάει στεντόρεια την καμπάνα για να μη γίνει αναπόδραστη μια άλλη, αυτή τη φορά ψυχική, ΤΙΝΑ.
 
 
Σημειώσεις
 
1. To Black Mirror ήταν σειρά που προβλήθηκε στο Channel 4 και το Netflix. Φιλμογραφεί δυστοπίες του κοντινού μέλλοντος που προκύπτουν από τις τεχνολογικές αλλαγές που επιβάλλουν οι κυρίαρχοι, σχολιάζοντας έτσι τα σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα.
 
2. «Η Κοινωνία της Κόπωσης» (2015), «Η Κοινωνία της Διαφάνειας» (2015), «Η Αγωνία του Έρωτα» (2019), «Η Κοινωνία της Παρηγοριάς. Ο πόνος σήμερα» (2021), «Τοπολογία της Βίας» (2021) από τις εκδόσεις Opera σε μεταφράσεις των Βασίλη Τσάλη, Ανδρέα Κράουζε, Αλεξάνδρας Γκολφινοπούλου και το «Σαντζάι: η αποδόμηση στην Κίνα» (2018) από τις εκδόσεις Τοποβόρος σε μετάφραση του Γιάννη – Ορέστη Παπαδημητρίου.
 
3. Κ. Λας (2008), «Η κουλτούρα του ναρκισσισμού», Θεσσαλονίκη: Νησίδες,
 
Ζ. Μπωντρυγιάρ (2005), «Η καταναλωτική κοινωνία: οι μύθοι της, οι δομές της», Θεσσαλονίκη: Νησίδες,
 
Ντ. Χάρβεϊ (2009) «Η κατάσταση της μετανεωτερικότητας. Διερεύνηση των απαρχών της πολιτισμικής μεταβολής», Αθήνα: Μεταίχμιο,
 
Φρ. Τζέημσον (1999), «Το μεταμοντέρνο ή η πολιτισμική μεταβολή του ύστερου καπιταλισμού», Αθήνα: Νεφέλη,
 
Ε. Ιλούζ (2020), «Ευτυχιοκρατία: Πώς η βιομηχανία της ευτυχίας κυβερνά τη ζωή μας», Αθήνα: Πόλις,
 
Ζ. Λιποβετσκί (2003), «Η εποχή του κενού. Δοκίμια για τον σύγχρονο ατομικισμό», Θεσσαλονίκη: Νησίδες.
 
4. «Τοπολογία της Βίας», ο.π. σελ. 67
 
5. Μπ.-Τσ. Χαν (2017), «Psychopolitics: Neoliberalism and New Technologies of Power», Λονδίνο: Verso.
 
Βασίλης Ρόγγας