Σε μια εποχή που η Μέση Ανατολή φλέγεται και η γενοκτονική βία στη Γάζα αναγκάζει την παγκόσμια κοινότητα να αναμετρηθεί με τις πιο σκοτεινές πτυχές του εθνικισμού, η αναζήτηση για εναλλακτικές πολιτικές και ηθικές οδούς γίνεται πιο επιτακτική από ποτέ. Ο σιωνισμός παρουσιάστηκε ως η μοναδική απάντηση στο υπαρξιακό ερώτημα της εβραϊκής επιβίωσης. Δεν ήταν όμως.
Η διακεκριμένη συγγραφέας, δημοσιογράφος και εικαστικός Molly Crabapple, μέσα από το τελευταίο της βιβλίο με τίτλο Here Where We Live Is Our Country: The Story of the Jewish Bund, έρχεται να ανατρέψει αυτό το αφήγημα, στρέφοντας το βλέμμα στο παρελθόν για να φωτίσει το μέλλον.
Το βιβλίο της αναβιώνει την ιστορία της Bund, του πανίσχυρου σοσιαλιστικού κινήματος που μεσουράνησε στην Ανατολική Ευρώπη στις αρχές του 20ού αιώνα. Κόντρα στην ιδέα της μετανάστευσης και της ίδρυσης ενός εθνικού κράτους, το Bund αντιπαρέταξε τη ριζοσπαστική αρχή του «Doykayt»: «Εδώ που ζούμε, εδώ είναι η πατρίδα μας». Ήταν ένας αγώνας για δικαιοσύνη, διεθνισμό και ισότητα εκεί ακριβώς όπου βρίσκονταν οι εβραϊκές κοινότητες, πλάι πλάι με την ευρύτερη εργατική τάξη.
Η Crabapple αναλύει πώς οι αξίες του Bund –η άρνηση του απαρτχάιντ, ο διεθνιστικός σοσιαλισμός και η υπεράσπιση των καταπιεσμένων– αναδεικνύονται σήμερα ως μια εξαιρετικά επίκαιρη και αναγκαία εναλλακτική απέναντι στα αδιέξοδα του σιωνισμού.
Παράλληλα, συνδέει αυτή την ιστορική κληρονομιά με το σύγχρονο πολιτικό τοπίο των ΗΠΑ, εντοπίζοντας μια βαθιά συγγένεια ανάμεσα στο Bund και την αλματώδη άνοδο των Δημοκρατών Σοσιαλιστών (DSA), οι οποίοι επαναφέρουν με ορμή την ταξική αλληλεγγύη και τον αντιπολεμικό αγώνα στο επίκεντρο της αμερικανικής κοινωνίας. Στο πλαίσιο της πρόσφατης επέλασής τους με 9/10 νίκες, ανάμεσα στους νικητές βλέπει κανείς τη Σεβαλιέρ που προέρχεται από την Αϊτή, τη χώρα των ανθρώπων που τρώνε γάτες και σκύλους, έχουν AIDS κι είναι εγκληματίες, σύμφωνα με τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, την 29χρονη Κίρος που προέρχεται από την Αιθιοπία και εκθρόνισε μια πολιτικό που βρισκόταν στο Κογκρέσο τριάντα χρόνια (μπήκε δηλαδή πριν γεννηθεί η αντίπαλός της), και κυρίως τον Εβραίο Λάντερ που αντιμετώπισε έναν άλλο Εβραίο και κέρδισε επειδή είναι αντισιωνιστής. Όλοι αυτοί απορρίπτουν την επεκτατική πολιτική του Ισραήλ, των λόμπι και των επιχειρηματιών που το στηρίζουν, καθώς και τον σιωνισμό γενικότερα. Κι ο αγώνας συνεχίζεται.
Μια συζήτηση για την ιστορία που θάφτηκε, τις ιδέες που επιμένουν να ζουν και την πιθανότητα ενός άλλου κόσμου, πέρα από τα σύνορα και τον εθνικισμό.
Κώστας Ψιούρης: Διαβάζοντας το βιβλίο σου, μελετώντας την ιστορία της Μπουντ (Bund) και ακούγοντας κάποιες από τις συνεντεύξεις σου, αναρωτήθηκα αρχικά τι χρειάστηκε να δώσεις για να ολοκληρώσεις αυτό το έργο. Πόσο καιρό εργάστηκες για αυτό;
Molly Crabapple: Αφιέρωσα επτά χρόνια για να το γράψω. Χρειάστηκε να μάθω γίντις, τη γλώσσα των Εβραίων της Ανατολικής Ευρώπης, και μετέφρασα αμέτρητα βιβλία. Έκανα πρωτογενή έρευνα στα γαλλικά, τα ισπανικά και τα γίντις, ενώ προσέλαβα μεταφραστές για τα ρωσικά και τα πολωνικά.
Ταξίδεψα στην Πολωνία –μάλιστα δύο φορές– καθώς και στη Λετονία και τη Λιθουανία. Πήγα επίσης στην Ουκρανία το 2022, κατά τη διάρκεια της ρωσικής εισβολής. Παράλληλα, πήρα συνεντεύξεις από ηλικιωμένους συγγενείς μελών της Μπουντ, όπως τη σπουδαία λεσβία ποιήτρια Ιρένα Κλέπφις (Irena Klepfisz), της οποίας ο πατέρας, Μίχαλ Κλέπφις (Michał Klepfisz), κατασκεύαζε βόμβες για την οργάνωση στο Γκέτο της Βαρσοβίας.
Απέκτησα μεγάλη πρόσβαση σε ιδιωτικά αρχεία, απομνημονεύματα, μεταφρασμένη αλληλογραφία και διαβατήρια. Αφιέρωσα επίσης πολύ χρόνο στη μελέτη του Τύπου της εποχής· όχι μόνο των εφημερίδων της ίδιας της Μπουντ ή άλλων σοσιαλιστικών εντύπων, αλλά και όσων έγραφαν εναντίον τους οι εχθροί τους, είτε αυτοί ήταν μπολσεβίκοι είτε σιωνιστές.
Προκειμένου να αναπλάσω πιστά αυτά τα μέρη, έκανα τεράστια έρευνα για τη Νέα Υόρκη και τη Βαρσοβία, μελετώντας οδηγούς πόλεων, άτλαντες και χάρτες. Αρχικά νομίζω έγραψα περίπου 900 σελίδες, τις οποίες τελικά μείωσα περισσότερο από το μισό, αλλά μου πήρε τα πάντα. Με γονάτισε η συγγραφή αυτού του βιβλίου, και ιδιαίτερα το ότι έγραψα τόσο μεγάλο μέρος του ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η γενοκτονία στη Γάζα.
ΚΨ: Αυτό ισοδυναμεί με διδακτορικό. Αναφέρομαι στον όγκο του έργου και στην έρευνα που απαιτήθηκε.
MC: Ναι, πράγματι.
ΚΨ: Μελετώντας όλο αυτό το υλικό, κάνοντας έρευνα και συνομιλώντας με ανθρώπους… Είδα επίσης ότι έζησες την περίοδο και συμμετείχες στο κίνημα Occupy στη Νέα Υόρκη. Επιπλέον, έκτοτε επισκέπτεσαι κάθε είδους περιοχές που βρίσκονται σε αναταραχή. Και αυτή η ιστορία για την Μπουντ είναι, κατά βάση, μια ιστορία κρίσης και προβλημάτων. Διακρίνεις μια γραμμή, μια συσχέτιση ανάμεσα σε όλα αυτά;
MC: Πιστεύω ότι, παρόλο που τίποτα δεν είναι ολόιδιο, τα κινήματα και τα γεγονότα καμιά φορά παρουσιάζουν ομοιότητες, κάνουν «ομοιοκαταληξία». Μεγάλωσα σε ένα μαρξιστικό σπίτι. Ο πατέρας μου με είχε πάρει μαζί του σε ένα συνέδριο σοσιαλιστών ακαδημαϊκών όταν ήμουν μόλις πέντε χρονών· θυμάμαι να κυλιέμαι στο πάτωμα και να ουρλιάζω με όλη μου τη δύναμη ότι βαριέμαι.
Μεγάλωσα βλέποντας τον πατέρα μου να κάνει ταξίδια αλληλεγγύης στην Κούβα, και νομίζω ότι οι πρώτες διαδηλώσεις στις οποίες συμμετείχα ήταν εκείνες ενάντια στον πόλεμο του Ιράκ μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Αργότερα συμμετείχα στο Occupy Wall Street, ενώ είμαι μέλος των Δημοκρατών Σοσιαλιστών στη Νέα Υόρκη.
Παράλληλα, ως δημοσιογράφος, έχω καλύψει προσφυγικούς καταυλισμούς στη Σάμο και πρόσφυγες στον Λίβανο. Έχω πάει στη Γάζα, έχω κάνει ρεπορτάζ στη Δυτική Όχθη και στην Ουκρανία. Έχω τρυπώσει κρυφά σε εργοτάξια στο Αμπού Ντάμπι και έχω βρεθεί στο Πουέρτο Ρίκο μετά τον τυφώνα «Μαρία». Και παρόλο που ο κόσμος πριν από εκατό χρόνια ήταν προφανώς τελείως διαφορετικός σε κοινωνικό, τεχνολογικό και υλικοτεχνικό επίπεδο σε σχέση με αυτόν που ζούμε σήμερα, θεωρώ ότι υπάρχουν ορισμένες αναλογίες.
Η άνοδος του εθνικισμού και του φασισμού, για παράδειγμα. Η εμπειρία μιας πολυ-κρίσης και της οικονομικής εξαθλίωσης που ωθεί τους ανθρώπους προς αυταρχικές λύσεις. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί η Αριστερά, είτε είναι αποτελεσματικές είτε όχι – νομίζω ότι ορισμένες παθογένειες παραμένουν ακριβώς οι ίδιες.
Ένα από τα πράγματα που με συγκλόνισαν πραγματικά ήταν όταν διάβαζα τα πρακτικά του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος, του κόμματος που τελικά διασπάστηκε στους Μενσεβίκους και τους Μπολσεβίκους. Σκέφτηκα: «Θεέ μου, κάνουν τις ίδιες βαρετές και γεμάτες εμπάθεια συνελεύσεις που έχω υποστεί κι εγώ η ίδια, με τους ίδιους ηλίθιους άντρες να εκτοξεύουν κακόπιστες κατηγορίες ο ένας στον άλλον απλώς επειδή μισιούνται, και να ισχυρίζονται ότι ένας μισεί τον άλλον επειδή είναι ιμπεριαλιστής και όχι επειδή πήγε με την κοπέλα του».
Οπότε νιώθω ότι οι άνθρωποι παραμένουν άνθρωποι, με όλα τα ελαττώματά τους, τις εσωτερικές τους διαμάχες, την ηλιθιότητα αλλά και τον ηρωισμό τους. Επίσης, κάτι που είναι εντελώς προφανές: η κύρια φρίκη της εποχής μας αυτή τη στιγμή είναι η γενοκτονία στη Γάζα. Όμως το κράτος του Ισραήλ, η «Νάκμπα» και όλες οι φρικαλεότητες που ακολούθησαν ήταν γεγονότα που πυροδοτήθηκαν από τα όσα ακριβώς περιγράφω στο βιβλίο μου.
ΚΨ: Έχεις την ικανότητα να τα κωδικοποιείς όλα αυτά. Θέλω να πω, σε κάθε διαφορετικό χώρο, βλέπεις τους ίδιους ανθρώπους να κάνουν τα ίδια πράγματα. Αλλάζουν μόνο τα πρόσωπα.
MC: Ακριβώς.
ΚΨ: Όσον αφορά τις εντάσεις και τις τάσεις, τι βλέπεις να επαναλαμβάνεται σε κάθε κρίση;
MC: Υπάρχει πάντα μια μόνιμη ένταση ανάμεσα στην προσπάθεια να παραμείνεις πιστός στις ηθικές σου αρχές και στην ανάγκη να προστατεύσεις αποτελεσματικά τους ανθρώπους σου από την εκάστοτε κρίση. Ένα από τα πιο τραγικά κομμάτια του βιβλίου μου είναι αυτό που συνέβη στη Μπουντ στην Ουκρανία. Μετά τη Μπολσεβίκικη Επανάσταση και τη διάλυση της Συντακτικής Συνέλευσης από τους μπολσεβίκους, η Ουκρανία διακήρυξε την ανεξαρτησία της. Αν και η Μπουντ αρχικά ήταν αντίθετη με την ουκρανική ανεξαρτησία, αποφάσισε τελικά να συμμετάσχει στο κυβερνητικό συμβούλιο, τη λεγόμενη Ράντα (Rada). Στην αρχή, η Ράντα διοικούνταν από σοσιαλιστές, διεθνιστές ανθρώπους.
Πολύ γρήγορα, όμως, η Ουκρανία μετατράπηκε σε ένα απέραντο σφαγείο. Και δεν ήταν μόνο οι Ουκρανοί εθνικιστές ή ο Λευκός Στρατός, αλλά και ο πολωνικός στρατός, ένοπλες ομάδες «Πράσινων» χωρικών, καθώς και τοπικοί πολέμαρχοι. Έγινε ουσιαστικά ένα εφιαλτικό, αποκαλυπτικό πεδίο μαχών. Μάλιστα, οι δυνάμεις που ελέγχονταν από την κεντρική κυβέρνηση της Ουκρανίας διέπραξαν μερικά από τα πιο φρικτά πογκρόμ κατά τη διάρκεια αυτών των αιματοβαμμένων χρόνων.
Έτσι η Μπουντ, η οποία αντιτασσόταν στους μπολσεβίκους λόγω του αυταρχισμού τους –πολλοί από τους ηγέτες της έτρεφαν προσωπικό μίσος για τον Λένιν από την εποχή που ζούσαν μαζί του στην εξορία– βρέθηκε σε αδυναμία να προστατεύσει τις κοινότητές της από τη μαζική εξόντωση. Το γεγονός ότι συμμετείχαν στην κυβέρνηση της Ουκρανίας δεν τους προσέφερε καμία απολύτως φυσική προστασία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι περισσότεροι μπουντιστές στην Ουκρανία να αναγκαστούν να καταταγούν στον Κόκκινο Στρατό, καθώς ήταν ο μόνος στρατός που τους προσέφερε προστασία απέναντι σε αυτά τα ολέθρια πογκρόμ. Η σύμπραξη όμως με τον Κόκκινο Στρατό σήμαινε ταυτόχρονα και την καταστολή των πρώην συμμάχων τους. Στο βιβλίο γράφω για μια γυναίκα, τη Σάρα Φουκς (Sarah Fuchs), μια μπουντίστρια που αυτοκτόνησε μετά την ανάκρισή της από πρώην συντρόφους της.
Για μένα, όταν σκεφτόμουν τι με βασάνισε περισσότερο κατά τη συγγραφή αυτού του βιβλίου, το κεντρικό ερώτημα ήταν ακριβώς αυτό: Αυτό είναι όλο κι όλο που μας απομένει στο τέλος; Να πρέπει να λουφάζουμε δίπλα στα ισχυρά καθάρματα που τυχαίνει να είναι πιο κοντά στις δικές μας απόψεις; Αυτό είναι;
Μια άλλη δυναμική που έβλεπα να επαναλαμβάνεται διαρκώς ήταν η τάση ορισμένων ανθρώπων, και ιδιαίτερα των ίδιων των μπουντιστών, να εγκαταλείπουν το πεδίο της πολιτικής σύγκρουσης, το πεδίο όπου δίνεται η μάχη για την εξουσία, είτε για ζητήματα αρχής είτε επειδή δεν ήθελαν να συνεργαστούν με άτομα που θεωρούσαν ανήθικα. Παραχωρώντας όμως αυτό το έδαφος, ουσιαστικά προετοίμαζαν το σκηνικό για να πάρουν την εξουσία οι εχθροί τους. Γράφοντας το βιβλίο και αναλύοντας αυτές τις σκηνές ξανά και ξανά, πείστηκα βαθύτατα για την ανάγκη να παραμένεις και να μάχεσαι, ακόμα και μέσα σε χώρους ελαττωματικούς και συμβιβασμένους. Γιατί, διαφορετικά, το μόνο που καταφέρνεις είναι να αφήνεις ελεύθερο χώρο στους εχθρούς σου για να κυριαρχήσουν.
Πιστεύω επίσης ότι ο φραξιονισμός και οι εσωτερικές διασπάσεις είναι μάλλον σύμφυτες με την Αριστερά. Σήμερα συχνά κατηγορούμε τους εαυτούς μας γι’ αυτό, αλλά νομίζω ότι αποτελούσε πάντα πραγματικότητα για τον χώρο. Θυμάμαι, για παράδειγμα, ότι στο Γκέτο της Βαρσοβίας κάθε εβραϊκή πολιτική παράταξη, είτε αριστερή είτε δεξιά –αλλά κυρίως οι αριστερές– εξέδιδε παράνομες εφημερίδες, ρισκάροντας τη ζωή των μελών της για τη δημοσίευσή τους.
Και σε αυτές τις παράνομες εφημερίδες, ένα από τα πράγματα που έγραφαν ήταν να καταγγέλλουν άλλες εβραϊκές αριστερές ομάδες μέσα στο Γκέτο της Βαρσοβίας επειδή δήθεν δεν κατανοούσαν τον Μαρξ. Έχουμε πάντα αυτή την ψευδαίσθηση, ότι αν τα πράγματα σοβαρέψουν αρκετά τελικά θα ενωθούμε. Δεν ισχύει όμως, δεν ισχύει καθόλου. Τίποτα δεν πρόκειται να είναι ποτέ «αρκετά σοβαρό» για να μας ενώσει.
Μιλάμε για ανθρώπους που μέσα στο Γκέτο της Βαρσοβίας τύπωναν κυριολεκτικά στο χέρι, με πολύγραφους, καταγγελίες στα γίντις ο ένας εναντίον του άλλου για ελλιπή κατανόηση του διαλεκτικού υλισμού, τις οποίες στη συνέχεια μετέφεραν λαθραία και μοίραζαν.
Πιστεύω επίσης ότι μία από τις ατυχείς τάσεις πολλών κινημάτων είναι ότι οι γυναίκες επωμίζονται όλη την πρακτική δουλειά, ενώ οι άντρες αναλαμβάνουν τις ομιλίες. Αυτό το έβλεπες ξεκάθαρα στη Μπουντ στην Πολώνια του Μεσοπολέμου. Στις πρώτες μέρες της οργάνωσης, όταν ήταν εντελώς παράνομη, υπήρχαν στην πραγματικότητα πολύ περισσότερες γυναίκες στην ηγεσία απ’ ό,τι αργότερα, όταν έγινε ημι-νόμιμη. Μια μπουντίστρια, η Άννα Ρόζενταλ (Anna Rosenthal), το είχε περιγράψει αυτό εξηγώντας ότι οι γυναίκες διέθεταν τεράστιο σωματικό σθένος και γενναιότητα. Έτσι, όσο η οργάνωση ήταν παράνομη, ανέβαινες στην ηγεσία χάρη στο θάρρος σου, επειδή μετέφερες λαθραία όπλα, διακινούσες φυλλάδια και έκανες επικίνδυνες, παράνομες δουλειές. Όταν όμως η οργάνωση νομιμοποιήθηκε και το παιχνίδι μεταφέρθηκε στο ποιος θα φωνάξει πιο δυνατά στα συνέδρια, οι άντρες βγήκαν αμέσως στο προσκήνιο.
Σκέψου επίσης πόσο μεγάλο μέρος της ιστορίας της Αριστεράς έχει καθοριστεί από τις πιο ανυπόφορα βαρετές συνελεύσεις του κόσμου. Είναι συναντήσεις που νιώθω ότι δεν μπορείς να τις καταλάβεις αν δεν τις έχεις υποστεί ο ίδιος στην πραγματική ζωή. Γι’ αυτό, όταν έγραψα γι’ αυτές τις συνελεύσεις στο βιβλίο μου, δεν τις παρουσίασα σαν κάτι ένδοξο ή ιερό, γιατί ξέρω από πρώτο χέρι πώς είναι: είναι σκέτη ταλαιπωρία.
Από την άλλη, όταν κοιτάζω τον σιωνισμό… Οι άνθρωποι αυτοί κινήθηκαν με έναν εντελώς μακιαβελικό τρόπο. Ήταν ανέκαθεν, από την πρώτη στιγμή, πρόθυμοι να συμμαχήσουν με τα χειρότερα καθάρματα και τους πιο στυγνούς τυράννους, αρκεί να προωθήσουν τον στόχο τους. Και αυτό προφανώς το βλέπουμε μπροστά μας σήμερα.
Όλα αυτά λοιπόν επαναλαμβάνονται, όπως και οι τεχνικές. Θυμάμαι να διαβάζω για την πολιτοφυλακή της Μπουντ στη Βαρσοβία και τον τρόπο με τον οποίο αντιστεκόταν στις εξώσεις. Όταν πήγαιναν να διώξουν μια οικογένεια και της πετούσαν τα πράγματα στον δρόμο, εμφανίζονταν μερικοί χειροδύναμοι μπουντιστές και ξαναέβαζαν τα έπιπλα μέσα στο διαμέρισμα. Αν ο ιδιοκτήτης τα ξαναπετούσε έξω, εκείνοι τα ξαναέβαζαν μέσα. Όταν το διάβασα αυτό, συνειδητοποίησα ότι είναι ακριβώς ο ίδιος τρόπος με τον οποίο αντιστεκόταν στις εξώσεις το κίνημα των Μαύρων Πανθήρων στο Σικάγο τη δεκαετία του 1970.
ΚΨ: Εξετάζοντας την ιστορία της Μπουντ, σκεφτόμουν ότι υπήρξε μια ιστορική καμπή, μια συγκεκριμένη στιγμή που τα καθάρματα νίκησαν. Και η Μπουντ στάθηκε απλώς πολύ άτυχη.
MC: Ναι, ήταν άτυχοι. Για να το θέσω κομψά, ναι.
ΚΨ: Θέλω να πω, θα μπορούσαν να μην είχαν βρεθεί στην Πολωνία, να μην είχαν πέσει πάνω στον Χίτλερ. Τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά. Πολύ διαφορετικά. Από την άλλη πλευρά, νομίζω ότι η τύχη δεν φέρθηκε ιδιαίτερα καλά ούτε στους σιωνιστές.
MC: Όχι, καθόλου.
ΚΨ: Αυτό που έχουν φτιάξει είναι πολύ προβληματικό κράτος. Αύριο ο πόλεμος θα τελειώσει· τι είδους ιστορία θα διδάξουν στα παιδιά τους; Αυτό θα είναι ένα ασήκωτο βάρος για τις επόμενες γενιές. Υπάρχει, λοιπόν, κάτι από την κληρονομιά της Μπουντ που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για να δημιουργηθεί κάτι καινούργιο;
MC: Για μένα, ο πραγματικός λόγος που έπαθα τέτοια εμμονή με τη Μπουντ ήταν η φιλοσοφία τους για την «εντοπιότητα» (το «doikayt» ή «εδώ-τητα») και η απαίτησή τους για αλληλεγγύη μέσα από τη διαφορετικότητα. Δεν ζητούσαν να γίνουν όλοι ίδιοι, να αφομοιωθούν, να μιλούν την ίδια γλώσσα ή να έχουν την ίδια κουλτούρα για να δικαιούνται πολιτικά δικαιώματα ή το δικαίωμα στη ζωή. Πρέσβευαν ότι οι άνθρωποι μπορούν να παραμείνουν ακριβώς αυτοί που είναι –με τη γλώσσα, τα έθιμα και τον πολιτισμό τους– και παρ’ όλα αυτά να αγωνιστούν μαζί γι’ αυτό που οι Εβραίοι σοσιαλιστές αποκαλούσαν «έναν καλύτερο και ομορφότερο κόσμο».
Επίσης, η Μπουντ απέρριπτε κατηγορηματικά την ιδέα ότι πρέπει να έχεις ένα δικό σου, ξεχωριστό έθνος-κράτος για να είσαι ασφαλής. Ήταν ένα κίνημα που γεννήθηκε μέσα στις απέραντες πολυπολιτισμικές αυτοκρατορίες –εκείνες που κατέρρευσαν με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο– και εναντιώθηκε στον εθνικισμό της εποχής του, ο οποίος ήθελε να τεμαχίσει τον κόσμο σε μικρά, εθνοτικά ομοιογενή κρατίδια που θα προχωρούσαν σε αμοιβαίες εθνοκαθάρσεις. Η δική τους απάντηση ήταν: «Όχι, μπορούμε στην πραγματικότητα να ζήσουμε μαζί· να μείνει ο καθένας ακριβώς εκεί που βρίσκεται και να παλέψουμε πλάι πλάι».
Αυτή η διεκδίκηση ποδοπατήθηκε βάναυσα από τον 20ό αιώνα. Η ιστορία της Ελλάδας, άλλωστε, είναι γεμάτη από περιπτώσεις όπου υπήρξε είτε θύμα είτε θύτης εθνοκαθάρσεων. Όλα τα κράτη της Ανατολικής, Κεντρικής και Νότιας Ευρώπης είναι χώρες που υπέστησαν εθνοκαθάρσεις και οι οποίες, με τη σειρά τους, ξερίζωσαν τις δικές τους μειονότητες, τυφλωμένες από αυτή την ηλίθια ιδέα, αυτό το πνευματικό παράσιτο που κυριάρχησε στον 20ό αιώνα.
Θεωρώ ότι ο δρόμος της Μπουντ ήταν ο μόνος σωστός: η παραδοχή ότι πρέπει να ζήσουμε μαζί. Θυμάμαι ένα γκραφίτι στην Αθήνα, νομίζω από το 2017 ή το 2018, που έλεγε: «Έλληνες και ξένοι, ζούμε μαζί, δουλεύουμε μαζί, τσακίζουμε τους ναζί μαζί». Το λάτρεψα. Σκέφτηκα ότι αυτό ακριβώς είναι το πνεύμα της Μπουντ. Δεν σου ζητάει να γίνεις σώνει και ντε Έλληνας και να αλλάξεις το όνομά σου σε Σταύρος αν σε λένε Μοχάμεντ. Δεν χρειάζεται να γίνουμε όλοι ίδιοι για να αγωνιστούμε και να παλέψουμε μαζί.
Είναι ακριβώς η ίδια φιλοσοφία που κρύβεται πίσω από το Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ στις αρχές Ιουλίου. Γι’ αυτό έχω κολλήσει τόσο μαζί του και, για να είμαι ειλικρινής, γι’ αυτό έχω τέτοια αγάπη για την Αθήνα.
ΚΨ: Αυτό που λες για την Μπουντ συνδέεται με κάτι ακόμα, που δεν ξέρω αν έχει γίνει ήδη ρεύμα, αλλά ελπίζω να γίνεται. Ακούω πολλούς να λένε ότι η Μπουντ αρχίζει να αποτελεί πλέον τάση. Πρόσφατα άκουσα και μια συζήτηση ανάμεσα στον Ματ Μπερνστάιν (Matt Bernstein) και τη Ναόμι Κλάιν (Naomi Klein). Κάποια στιγμή προς το τέλος, εκείνη αναφέρει τη λέξη «συμπόνοια», λέει «να δείξουμε λίγη συμπόνοια». Ζούμε στο τέλος του νεοφιλελευθερισμού, όπου το απόλυτο μότο ήταν η ανταγωνιστικότητα και όλα τα σχετικά. Και το να ακούω τη Ναόμι Κλάιν να μιλάει για συμπόνοια, σε συνδυασμό με όσα λες εσύ για την Μπουντ και την προσπάθεια που πρέπει να καταβάλουμε για να συμβιώσουμε, νομίζω ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό.
Το διακρίνεις εσύ αυτό; Σε βλέπω να παρακολουθείς στενά τα όσα συμβαίνουν στη Νέα Υόρκη αυτή την προεκλογική περίοδο και την ισχυρή δυναμική που έχουν αναπτύξει οι Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές.
MC: Ναι, πράγματι.
ΚΨ: Πιστεύεις ότι αυτό λειτουργεί πλέον ως μια μορφή ραχοκοκαλιάς, ή έστω ως κάτι που οι άνθρωποι έχουν στην άκρη του μυαλού τους; Το βλέπεις να αντικαθιστά την ανταγωνιστικότητα ως τρόπο λειτουργίας;
MC: Αυτό που έχουν καταφέρει οι Δημοκράτες Σοσιαλιστές (DSA) στη Νέα Υόρκη είναι πραγματικά αξιοσημείωτο, σχεδόν αδιανόητο. Γράφτηκα στην οργάνωση πριν από δέκα χρόνια και βήμα βήμα, με όλα τα λάθη, τις ανοησίες και τις λανθασμένες εκκινήσεις που είναι αναπόφευκτες σε κάθε κίνημα, καταφέραμε να εκλέξουμε δήμαρχο στη Νέα Υόρκη, έτσι δεν είναι; Εμείς το χτίσαμε αυτό.
Και τώρα, μία από τις πραγματικές δοκιμασίες για το κίνημά μας στη Νέα Υόρκη είναι οι προκριματικές εκλογές της ερχόμενης Τρίτης. Οι Δημοκράτες Σοσιαλιστές κατεβάζουν δέκα υποψηφίους, εκ των οποίων οι δύο είναι μέλη του Κογκρέσου, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούν να επηρεάσουν στην πράξη την εξωτερική πολιτική και αυτούς τους ατέρμονους πολέμους που διεξάγει η Αμερική.
Θεωρώ ότι το αποτέλεσμα αυτής της αναμέτρησης θα δείξει αν το «θαύμα του Ζόραν» οφειλόταν αποκλειστικά στην ευφυία και στο χάρισμα του Ζόραν Μαμντάνι, ο οποίος είναι ένας εξαιρετικός πολιτικός. Θυμάμαι την πρώτη φορά που τον άκουσα να μιλάει στις κινητοποιήσεις των οδηγών ταξί και είχα εντυπωσιαστεί από τη ρητορική του δεινότητα. Είναι αναμφίβολα μια σπουδαία προσωπικότητα, όμως αυτές οι εκλογές θα δείξουν αν το αποτέλεσμα οφείλεται στις δικές του ικανότητες ή στο κίνημα που έχουμε οικοδομήσει.
Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι ο δημοκρατικός σοσιαλισμός κερδίζει έδαφος σε πολλές σημαντικές αμερικανικές πόλεις. Σύντομα η Ουάσινγκτον θα έχει δημοκράτη σοσιαλιστή δήμαρχο, όπως έχει ήδη το Σιάτλ, ενώ είναι πολύ πιθανό να συμβεί το ίδιο και στο Πρόβιντενς. Για έναν πολιτικό χώρο που πριν από μια δεκαετία ήταν σχεδόν ανύπαρκτος, αυτό αποτελεί τεράστιο επίτευγμα, αν αναλογιστεί κανείς τον πληθυσμό που αντιπροσωπεύουν αυτές οι πόλεις.
Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι αποτελούμε την κυρίαρχη τάση στις ΗΠΑ. Η Αμερική είναι αχανής και απίστευτα ποικιλόμορφη. Μερικές φορές διστάζω να μιλήσω συνολικά για τη χώρα, επειδή έχω ζήσει περισσότερο στην Ευρώπη παρά στην Αμερική, εκτός της Νέας Υόρκης. Κατά κάποιον τρόπο, νιώθω ότι δεν γνωρίζω τεράστια κομμάτια της ίδιας της πατρίδας μου.
Ωστόσο, το σίγουρο είναι ότι προσφέρουμε μια εναλλακτική. Πολλοί Αμερικανοί στράφηκαν ανόητα προς τον Τραμπ στις προηγούμενες εκλογές, πιστεύοντας τα ψέματά του, ότι θα έδινε λύση στην ακρίβεια, στο στεγαστικό πρόβλημα και στη δυσκολία των νέων να κάνουν οικογένεια. Μέσα στην απελπισία τους, εμπιστεύτηκαν έναν γελοίο φασίστα, ο οποίος όμως τώρα έχει απομυθοποιηθεί και απομονωθεί πλήρως. Μιλάμε για έναν άνθρωπο που αυτή τη στιγμή αναλώνει την ενέργειά του στέλνοντας αστυνομικές δυνάμεις στην Ουάσινγκτον για να συλλάβουν όποιον πλησιάζει το Reflecting Pool, αυτό το γεμάτο άλγη μνημείο μας. Η συμπεριφορά του θυμίζει τον Νέρωνα. Έχω την αίσθηση ότι πάσχει από Αλτσχάιμερ και τον κρατάνε όρθιο με κοκαΐνη· η κατάσταση είναι εντελώς αξιοθρήνητη.
Γι’ αυτό πιστεύω ότι υπάρχει ένα παράθυρο ευκαιρίας για τους σοσιαλιστές να προτείνουν μια πραγματική διέξοδο. Για να το πετύχουν όμως, πρέπει να μιλήσουν μια γλώσσα που να καταλαβαίνει ο απλός κόσμος. Πρέπει να αφήσουν στην άκρη τις εσωτερικές διαμάχες και την ξύλινη ορολογία που πληγώνουν το κίνημά μας εδώ και χρόνια. Οφείλουμε να αδράξουμε αυτή τη στιγμή, γιατί πρόκειται για ένα ιστορικό ρήγμα στην πόρτα της εξουσίας. Περιμένω με μεγάλη αγωνία να δούμε τι καταφέραμε.
ΚΨ: Ναι, βλέπω όλη αυτή την επιτυχία του Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ (Abdul El-Sayed).
MC: Ναι, είναι φανταστικό, πραγματικά υπέροχο.
ΚΨ: Μου φαίνεται κάπως άδικο για τον Μαμντάνι με τόσες πολιτικές ικανότητες και δυνατότητες να μην μπορεί να θέσει υποψηφιότητα για την προεδρία. Από την άλλη, ο Μαμντάνι δεν έχει γεννηθεί στην Αμερική… οπότε τι να κάνεις;
MC: Ακριβώς, δεν έχει δικαίωμα να βάλει υποψηφιότητα για Πρόεδρος. Επιπλέον, ο Μαμντάνι είναι γέννημα θρέμμα της Νέας Υόρκης. Αυτός είναι και ένας από τους βασικούς λόγους που έχει τόσο μεγάλη απήχηση στα λαϊκά στρώματα και την εργατική τάξη της πόλης· είναι ο αρχετυπικός Νεοϋορκέζος.
Αυτό όμως διαφέρει πολύ από το να είσαι ο αρχετυπικός κάτοικος του Τέξας, της Λουιζιάνα ή οποιουδήποτε άλλου μέρους. Πιστεύω ότι ο σοσιαλισμός και ο λαϊκισμός στην Αμερική δεν πρόκειται να έχουν την ίδια μορφή παντού, ακριβώς επειδή η χώρα παρουσιάζει τεράστια ποικιλομορφία. Σε ορισμένες περιοχές το κίνημα μπορεί να έχει επικεφαλής μια μαύρη γυναίκα, όπως στην Ουάσινγκτον, όπου η νέα δήμαρχος είναι μαύρη και σοσιαλίστρια. Σε άλλες περιοχές μπορεί να εκφράζεται μέσα από πρόσωπα όπως ο Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ (Abdul El-Sayed).
Κώστας Ψιούρης