Macro

Μία λέξη και μία γυναίκα σώζεται, μία λέξη και μία γυναίκα χάνεται!

Η ένταση της κοινωνικής συμμόρφωσης στα πατριαρχικά κελεύσματα μιας ισχυρής και αυταρχικής πολιτικής παραφωνίας, μας δίνει δυστυχώς τη δυνατότητα να προβλέψουμε ότι ο κύκλος της βίας και του γυναικείου αίματος δεν θα κλείσει με το τέλος του έτους. Η προπαγάνδιση αντιλήψεων που θέλουν την ανθρώπινη φύση αντίθετη στην ιδέα μιας κοινωνίας χωρίς ανισότητες, τη γυναίκα σε ρόλο νοικοκυράς και τα παιδιά των λαϊκών συνοικιών ως εργάτες και ψυκτικούς, μυεί την κοινωνία στην κτηνωδία, στην ανομία και την αποσύνθεση.

Η συνήθης πρακτική

Η δύναμη του λόγου μπορεί να αποτελέσει εργαλείο συναίνεσης, αλλά και ακραίας αντιπαράθεσης. Ωστόσο, η προπαγάνδα αποτελεί ένα ισχυρό όπλο για την ιδεολογική ηγεμονία σε ανελεύθερες κοινωνίες. Τα ΜΜΕ αποτελούν ένα πολύτιμο εργαλείο στα χέρια της άρχουσας τάξης και αποτελούν μέρος της βιομηχανίας καλλιέργειας του φόβου, η οποία προωθεί μια σειρά αντιδραστικών αντιλήψεων στον πυρήνα του οποίου βρίσκεται το αστυνομικό κράτος. Έτσι, με μια καλύτερη ανάγνωση της επικαιρότητας της αστυνομικής τους θεματικής, στα δελτία ειδήσεων και στα προγράμματα κοινωνικού περιεχομένου, θα διαπιστώσει κανείς ότι σε κάθε έγκλημα που διαπράττεται, το τελευταίο διάστημα ιδίως, το ενδιαφέρον του συντάκτη επικεντρώνεται κάθε φορά στο πρόσωπο του δράστη. Με τον τρόπο αυτό παρουσιάζονται κάθε φορά παρόμοια εγκλήματα ως κάτι το διαφορετικό και μεμονωμένο, εξοβελίζοντας συγχρόνως από το δημόσιο διάλογο τον κοινωνικό προβληματισμό για το βαθμό συχνότητάς τους και από την κοινή γνώμη το ερέθισμα για αίτημα θεσμικών αλλαγών και αμφισβήτησης των κυρίαρχων αντιλήψεων. Η πρακτική αυτή βέβαια σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία καθώς όσοι χειρίζονται τα μέσα αυτά γνωρίζουν πολύ καλά την επιρροή που έχουν στη συνείδηση του κοινού. Ο φόβος του εγκλήματος, τον οποίο διασπείρουν στην κοινωνία, απομονώνει και αδρανοποιεί τους πολίτες στο στενό κλουβί της ατομικής τους ευθύνης προκειμένου, δήθεν, να παραμείνουν ασφαλείς και διευκολύνουν συγχρόνως την περιστολή των ατομικών δικαιωμάτων.
Με τον τρόπο αυτό αποτρέπεται η ενεργή συμμετοχή τους στην αντεγκληματική πολιτική, η οποία θα έφτανε αργά ή γρήγορα στο σημείο να αμφισβητήσει τις σχέσεις εξουσίας κάθε μορφής, στον πυρήνα των οποίων ευδοκιμούν εγκληματογόνες στερεοτυπικές αντιλήψεις. Έτσι, και παρά το γεγονός ότι μετράμε είδη τη 17η γυναικοκτονία για το 2021, κανένας προβληματισμός για τα κοινωνικά αίτια των εγκλημάτων αυτών δεν θα πέσει στο τραπέζι του δημόσιου διαλόγου από τα συστημικά ΜΜΕ, προκειμένου να μην τεθεί εν αμφιβόλω η κυρίαρχη πατριαρχική ιδεολογία, η οποία συντηρείται κι αναπαράγεται εμφατικά – λεκτικά και έμπρακτα – από τα πλέον επίσημα πολιτικά χείλη.

Ιδιότυπη γοητεία

Τα πολιτικά κόμματα βρίσκονται συνεχώς σε μια διαδικασία διαλόγου με την κοινωνία, από την οποία πότε «αγοράζουν» αντιλήψεις ως πρώτη ύλη για τη διαμόρφωση της ιδεολογίας τους και πότε «πωλούν» σε αυτήν τη δική τους για το κοινωνικό γίγνεσθαι, ως την πλέον κυρίαρχη και πλειοψηφική. Είναι συνήθης πρακτική λοιπόν των ακραία συντηρητικών και νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων να αποφεύγουν με συνέπεια την επανεξέταση της ιδεολογικής τους ταυτότητας. Αντί αυτού, προωθούν στην κοινωνία αναποτελεσματικές συνταγές θεραπείας, όπως το δόγμα της μηδενικής ανοχής και η αυστηροποίηση των ποινικών κυρώσεων στο πεδίο της αντεγκληματικής πολιτικής, των οποίων η συνδρομή, ωστόσο, είναι αποδεδειγμένα μόνο επικοινωνιακή και συμβολική.
Τα ΜΜΕ κατέχουν πολύ καλά την τέχνη της κατασκευασμένης – matrix πραγματικότητας. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι η ένταση των συναισθημάτων δημιουργεί στα άτομα μια εκστατική βιωματική κατάσταση. Με βάση αυτό μπορεί κανείς να κατανοήσει καλύτερα γιατί το εγκληματικό φαινόμενο ασκεί μια ιδιότυπη γοητεία στο ευρύ κοινό, αφού ο φόβος αποτελεί ένα κυρίαρχο συναίσθημα στον κύκλο ζωής του ανθρώπου. Έτσι, δεν είναι τυχαίο που και ο κοινωνικός έλεγχος έχει βασιστεί επάνω σε αυτό. Οι ιστορίες μαγισσών και φαντασμάτων, τα μυθιστορήματα μυστηρίου και η θεατρική τους απόδοση τους, τα κινηματογραφικά φιλμ τρόμου κλπ, αποτελούν εργαλεία ικανοποίησης μιας τέτοιας ανάγκης σε ασφαλές περιβάλλον αλλά και εργαλεία αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας.
Έτσι, τα ΜΜΕ με τη χρήση υπερβολικών περιγραφών, σχολίων και fake news, προσδίδουν στην είδηση του εγκλήματος μυθιστορηματικά στοιχεία, κάνοντάς την λιγότερο αποκρουστική, προκειμένου να κρατήσουν ζωντανό το ενδιαφέρον του κοινού. Συχνά δε, επιχειρούν να προσδώσουν στο δράστη πότε στιγματιστικά χαρακτηριστικά (π.χ. ναρκομανής, ομοφυλόφιλος) για να δικαιολογήσουν την υπερβολική αντίδραση, κρατική ή μη, και πότε χαρακτηριστικά υψηλού κύρους. Η δεύτερη περίπτωση, ωστόσο, σε συνδυασμό με την αναπαραγωγή των επιχειρημάτων του θύτη στο πλαίσιο του αστυνομικού ρεπορτάζ, έχει ολέθριες συνέπειες, καθώς παρασύρει το πιο ακαλλιέργητο κοινωνικά, συναισθηματικά και νοητικά μέρος της κοινής γνώμης σε μια ιδιότυπη συμπάθεια προς τους δράστες, καθιστώντας αυτούς ως πρότυπο, με αποτέλεσμα την ενεργοποίηση μηχανισμών κοινωνικής μάθησης που θέτουν την επιθετικότητα ως αντικείμενο μίμησης. Το φαινόμενο αυτό είναι που εξηγεί το γεγονός της αυξημένης δημοφιλίας δραστών ακόμη και στυγερών εγκλημάτων από μερίδα της κοινής γνώμης, όταν σε αυτούς προσδίδονται χαρακτηριστικά κινηματογραφικών ηρώων. Μια τέτοια περίπτωση είναι σίγουρα και ο δράστης της πρόσφατης γυναικοκτονίας των Γλυκών Νερών, ο οποίος παρουσιάστηκε από ορισμένα ΜΜΕ με το υποκοριστικό του όνομα, ως νέος, ωραίος κι επιτυχημένος.

Από κοινωνικό σε ατομικό

Η επιλογή του στροβιλισμού γύρω από το πρόσωπο του δράστη, μετατρέπει το πρόβλημα από κοινωνικό σε ατομικό και μεταθέτει την ευθύνη από το συλλογικό, και άρα πολιτικό, σε ατομικό – ιδιωτικό. Αναμφίβολα, οι ιδεολογικές κατευθύνσεις προς την κοινωνία από κυρίαρχους πολιτικούς παραγόντες –οι οποίοι μονοπωλούν τα ΜΜΕ– σε συνδυασμό με τη διαχείριση του εγκληματικού φαινομένου από τα τελευταία, έχουν διαδραματίσει το δικό τους ρόλο σε πληθώρα εγκλημάτων έμφυλης βίας. Η ερευνητική δημοσιογραφία, η οποία απαιτεί γνώση πληθώρας επιστημονικών πεδίων, συνεργασία με φορείς και σαφές δεοντολογικό πλαίσιο, έχει εκλείψει ακριβώς για να μην αγγίξει τα κοινωνικά αίτια που θα την οδηγήσουν κατευθείαν στην πατριαρχία. Αντιθέτως, η υιοθέτηση αναχρονιστικής ορολογίας, όπως λ.χ. «καθ’ ομολογία δράστης», παραπέμπει στις αξίες ξεπερασμένων και αυταρχικών ποινικών συστημάτων, όπου η ομολογία θεωρούνταν η «βασίλισσα των αποδείξεων». Στα συστήματα όμως αυτά, η αντεγκληματική πολιτική τελεσφορούσε με την απόσπαση της ομολογίας και απουσίαζε παντελώς ο προβληματισμός για τα κοινωνικά αίτια.
Με μια λέξη, μια καταγγελία, και μια γυναίκα σώζεται: πατριαρχία!

Ο Πέτρος Γαλιατσάτος είναι κοινωνιολόγος.

Πηγή: Η Εποχή