Macro

Mάρκο Ρεβέλι: Πίσω από την επιδημία κρύβεται η νοσηρότητα του νεοφιλελευθερισμού

Τρέχοντας με την ταχύτητα του φωτός φτάσαμε σε ένα είδος ground zero. Η απόφαση της κυβέρνησης να μετατρέψει ολόκληρη τη χώρα σε μια ενιαία «κόκκινη ζώνη» -να σταματήσει την κοινωνική και την οικονομική ζωή για να σώσει τη βιολογική ζωή- αποτέλεσε το έμβλημα. Σε λιγότερο από μία εβδομάδα, ο συνηθισμένος κόσμος στον οποίο ζούσαμε αναποδογύρισε και γυρίσαμε πίσω, με ένα άλμα, σε ένα σημείο μηδέν όχι μόνο της δραστηριότητας -των κινήσεων, της εργασίας, της παραγωγικότητας- αλλά της σχετικότητας των σχέσεων. Θέλουμε, επίσης, να το πούμε; Του πολιτισμού.

Αυτό συμβαίνει όταν η πολιτική ξαφνικά αποκαλύπτεται ως βιο-πολιτική. Κι όταν περισσότερο από τους εξανθρωπισμένους κανόνες της «πόλης» ισχύουν οι στοιχειώδεις κανόνες της επιβίωσης, του «βίου». Το γεγονός ότι τα μέτρα που ανακοινώθηκαν φαίνονται την ίδια στιγμή τρομερά και λογικά -ένα οξύμωρο σχήμα- μας λέει πόσο βαθιά έφτασε στην πραγματικότητα το κακό για να αγγίξει «τα οστά και τη σάρκα» (για να χρησιμοποιήσουμε τις λέξεις με τις οποίες ο Σατανάς στρέφεται προς τον Θεό στο βιβλίο του Ιώβ), κάνοντας σκόνη ξαφνικά όλες τις καθιερωμένες συνήθειές μας. Κάθε προηγούμενη «σκέψη» προσανατολισμένη στην πολιτική συνύπαρξη σε ένα «κοινωνικό σύστημα» συμπαρασύρεται από τους νέους -προ-ανθρώπινους, απ-άνθρωπους- κανόνες των «ζωντανών συστημάτων».

«Ηθική των καταστροφών»

Το ντοκουμέντο που δημοσιεύτηκε πριν από λίγες ημέρες (στις 6 Μαρτίου) από την Εταιρεία Αναισθησιολόγων και Τεχνητής Αναπνοής (SIAARTI) με τον πολύ ενοχλητικό τίτλο «Συστάσεις κλινικής ηθικής για την εισαγωγή σε εντατικές θεραπείες και για τη διακοπή τους σε εξαιρετικές συνθήκες ανισορροπίας μεταξύ αναγκών και διαθέσιμων πόρων» είναι παραδειγματικό από αυτή την άποψη. Οι γιατροί που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του μετώπου μάς λένε, με λίγα λόγια, ότι «μπορεί να είναι απαραίτητο να ορίσουμε ένα όριο ηλικίας για την είσοδο στην εντατική φροντίδα». Σε περίπτωση ροής περισσοτέρων (ατόμων) από τις πιθανότητες νοσηλείας, η επιλογή μεταξύ τού ποιος θα σωθεί και ποιος όχι θα πραγματοποιηθεί με ηλικιακά και βιολογικά κριτήρια, παρά με βάση την καθαρή (και τυχαία) σειρά άφιξής του για περίθαλψη, όποιος ήρθε πρώτος εξυπηρετείται πρώτος («first come, first served»). «Δεν πρόκειται να κάνουμε απλώς επιλογές αξιολόγησης» -υπογραμμίζουν- «αλλά να διατηρήσουμε πόρους που θα μπορούσαν να είναι πολύτιμοι για εκείνους που πρωτίστως έχουν τη μεγαλύτερη πιθανότητα επιβίωσης και δευτερευόντως για όσους μπορούν να έχουν περισσότερα χρόνια ζωής εάν σωθούν, με σκοπό να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη για τον μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων».

Το λένε ξεκάθαρα για να βοηθήσουν να διασωθούν οι συνειδήσεις αυτών που αντιμετωπίζουν μια ηθική απόγνωση από αυτή την επιλογή, αυτών που στο πεδίο της μάχης θα κληθούν να επιλέξουν ανάμεσα σε αυτούς «που θα βουλιάξουν κι αυτούς που θα σωθούν». Προκειμένου να μην τους κάνουν να αισθάνονται μόνοι τους μπροστά σε μια «απάνθρωπη – ανθρώπινη» ευθύνη. Το κάνουν επικαλούμενοι την «ηθική των καταστροφών» και, στην ουσία, τις αρχές της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, έχοντας στη συνείδησή τους τα σενάρια του παρελθόντος που και μόνο η αναφορά αυτής της σκέψης ήταν μέχρι σήμερα αδιανόητη για να μπορεί να κανείς να την επικαλεστεί (για τη γενιά μου είναι αναπόφευκτο να ξαναδεί κανείς στο φόντο της διαλογής των ασθενών την πλατφόρμα των τρένων του Άουσβιτς, όπου γινόταν η «Erste Auswahl», η αποτρόπαια «πρώτη επιλογή», με βάση την ηλικία και τη φυσική κατάσταση των νεοαφιχθέντων για να αποφασίσουν εάν θα τους στείλουν στους φούρνους ή για εργασία).

Ένα ανθρώπινο και απάνθρωπο ντοκουμέντο

Για όλους αυτούς τους λόγους, αυτό παραμένει ταυτόχρονα ένα πολύ ανθρώπινο και απάνθρωπο ντοκουμέντο. Που σε παγώνει (για τις τελικές συνέπειές του) και είναι κατανοητό για τους άμεσους λόγους του. Για την τρομερή «δύναμη των πραγμάτων» που το κινεί. Είναι η εφαρμογή μιας ανελέητης «οργανικής ορθολογικότητας» (εκείνης που απαιτεί να μεγιστοποιήσουμε τα αποτελέσματα με τους διαθέσιμους πόρους) σε μια πραγματικότητα που μειώνει το έλεος σε μια πολυτέλεια που δεν μπορούμε (πλέον) να το επιτρέψουμε. Αξίζει -θέλω να το υπογραμμίσω- τον απόλυτο σεβασμό για τα χαρακτηριστικά εκείνων που το συνέταξαν και για εκείνους στους οποίους απευθύνεται: τους ανθρώπους που εργάζονται επαγγελματικά στην πρώτη γραμμή, καθημερινά, με κίνδυνο, στο ακραίο μέτωπο της ζωής και του θανάτου. Οποιαδήποτε γνώμη και κρίση γι’ αυτούς θα ήταν άδικη.

Εάν επέτρεπα στον εαυτό μου να κάνει μια παρατήρηση, θα έλεγα ότι δεν αφορά τόσο αυτό που λέει το συγκεκριμένο ντοκουμέντο, αλλά αυτό που δεν λέει. Σε αυτό η «ανισορροπία μεταξύ αναγκών και διαθέσιμων πόρων» δίνεται ως πραγματική υπόθεση. Ένα είδος δεδομένων της φύσης, όπως στην ουσία ο ιός. Αλλά δεν είναι έτσι.

Εάν υπάρχουν ελάχιστες μονάδες εντατικής θεραπείας, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι κάποιοι (οι δημόσιοι λειτουργοί που παίρνουν τις αποφάσεις, οι κυβερνητικοί πολιτικοί, οι εθνικές και διεθνείς οικονομικές εξουσίες, οι opinion leaders, οι υπεύθυνοι της πληροφόρησης) το αποφάσισαν εδώ και χρόνια. Εάν στην Ιταλία έχουμε 5.000 μονάδες Εντατικής έναντι 28.000 που έχει η Γερμανία και λιγότερες από τις 20.000 που έχει η Γαλλία, είναι αποτέλεσμα των επιλογών που έκαναν: αυτών που οδήγησαν σε δέκα χρόνια να αρνηθούν 37 δισεκατομμύρια ευρώ από την Υγεία, να κόψουν 70.000 νοσοκομειακές κλίνες και να κλείσουν σχεδόν 800 νοσοκομειακά τμήματα.

Εάν οι δικοί μας γιατροί στις Μονάδες Εντατικής αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν «θανατηφόρα διλήμματα», είναι γιατί άλλοι, πάνω από αυτούς ή γύρω από αυτούς, αποφάσισαν να υπάρχει αυτή η έλλειψη που υποχρεώνει και καθιστά ωμή αυτή την επιλογή. Αυτό θα έπρεπε να καταλήξει σε μια ορθολογική παρατήρηση που ανέβηκε πάνω από το «επαγγελματικό» πεδίο και θα κρινόταν με ένα «γενικό» ή, στην πραγματικότητα, «γενικά ανθρώπινο» βλέμμα.

Μετά από δύο δεκαετίες νεοφιλελευθερισμού

Κάτω από αυτό το πρίσμα, ακόμη και ο ιός πιθανότατα θα «εξανθρωπιζόταν». Όχι με την έννοια ότι θα γινόταν λιγότερο άγριος. Αλλά για να αποκαλύψει τη συγκεκριμένη αγριότητα που είναι τυπική για μας τους «τελευταίους ανθρώπους». Για να προσφέρει πραγματικά, όπως είχε διαισθανθεί η Σούζαν Σόνταγκ, την ασθένεια ως μια μεταφορική έννοια μιας ανθρώπινης και κοινωνικής κατάστασης. Κατά βάθος, η επιλεκτικά δαρβινική λογική που βασίζεται στις πιθανότητες επιβίωσης δεν είναι η ίδια που τουλάχιστον εδώ και δύο δεκαετίες νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας μας εμπότισε την αρχή της απόδοσης, ανακηρύσσοντας άχρηστους τους μη παραγωγικούς (τους «γέρους» in primis) και άξιους τους νικητές (τους «ισχυρούς»); Η απομόνωση που μας υποχρεώνουν, το σπάσιμο των δεσμών που επιβάλλουν ως αυτοάμυνα, δεν είναι μήπως το θατσερικό πρόγραμμα της ακύρωσης της κοινωνίας στο όνομα του ακραίου ατομισμού που μετατράπηκε σε γενετικό κώδικα;

«Κρατώντας τους άλλους σε απόσταση είναι η τελευταία ελπίδα» συνόψιζε ο Ελία Κανέτι ακριβώς στο εξαιρετικό κεφάλαιο με τον τίτλο «Επιδημίες» στο βιβλίο του «Μάζα και Εξουσία». Δεν είναι αυτό που προσπάθησαν να μας εμποτίσουν τα τελευταία χρόνια ως χρυσό κανόνα οι αναλυτικοί νοζικιανοί φιλόσοφοι και οι καθηγητές της Οικονομίας των Επιχειρήσεων του ιδιωτικού Οικονομικού Πανεπιστημίου «Μποκόνι»; Η ίδια η κατάρρευση των χρηματοπιστωτικών αγορών κάτω από την επίδραση του ιού και του φόβου δεν αποτελεί ένδειξη αυτής της δομικής ευθραυστότητας του «χρηματοοικονομικού καπιταλισμού» (για να χρησιμοποιήσω τον όρο του Λουτσιάνο Γκαλίνο), που καταγγέλθηκε στον καιρό του από τους λίγους «γραφικούς»;

In medio stat virus, στη μέση είναι ο ιός, μου έρχεται να πω. Με την έννοια ότι είναι αυτός ο μικροσκοπικός γεωμετρικός τόπος όπου πέφτουν μόνο σε ένα σημείο (και φαίνονται) όλες οι γραμμές της κρίσης της εποχής μας. Στο «νοσηρό» πλαίσιο της επιδημίας είναι σαν να συμπυκνώνεται η σκιά που κρυβόταν, αιωρούμενη, κάτω από την επιφάνεια της κανονικότητας.

«Μαχαγκόνι» και «Οράν»

Εξάλλου γι’ αυτή την «αποκαλυπτική ικανότητα για τις καταστροφές» -ας την αποκαλέσουμε έτσι- μας είχε μιλήσει κάπως ξεκάθαρα, από καιρό, περισσότερο η λογοτεχνία παρά η συγγραφή κριτικών δοκιμίων. Αυτές τις μέρες μού ήρθε στο μυαλό ο αλληγορικός και δηκτικός Μπέρτολτ Μπρεχτ στο «Άνοδος και πτώση της πόλης του Μαχαγκόνι». Το Μαχαγκόνι, πόλη του βίτσιου και της μπίζνας. Πόλη του χρήματος, όπου «τα πάντα πωλούνται» και «δεν υπάρχει τίποτα που δεν αγοράζεται», που γεννήθηκε για την αναψυχή και την ανταμοιβή των προσπαθειών των χρυσωρύχων με τον έρωτα επί πληρωμή και τα τυχερά παιχνίδια, που τη στιγμή της πτώσης της, από έναν κυκλώνα, έναν τυφώνα, έναν σεισμό ή μια πυρκαγιά, δεν έχει σημασία, από μια «καταστροφή» τέλος πάντων, αποκαλύπτεται, σαν ένα σώμα χωρίς έντερα από το οποίο πετάχτηκαν έξω τα σπλάχνα, η δική του οικεία και εσωτερική φύση μπερδεμένη με πομπές – πορείες που αλληλεπικαλύπτονται στην πλατεία της και στα πλακάτ που σηκώνουν: «Για την ελευθερία των πλουσίων» – «Για το θάρρος εναντίον των ανήμπορων» – «Για την τιμή των δολοφόνων» – «Για τη μεγαλοσύνη των σκουπιδιών» – «Για την άφθαρτη αηδία» – «Για να διαρκέσει η χρυσή εποχή».

Οι ιδρυτές της πόλης έφτασαν τελικά και να το τραγουδούν το τέλος της: «Δεν χρειαζόμαστε έναν τυφώνα / δεν χρειαζόμαστε έναν κυκλώνα / τις καταστροφές που μπορεί να προκαλέσει / ξέρουμε πώς να τις κάνουμε μόνοι μας». Για να κλείνουμε τέλος πάντων με το crescendo με την τελευταία άγρια ομολογία που φώναξαν «όλες οι πορείες» ως μια χορωδία: «Ούτε σε εμάς, ούτε σε εσάς, ούτε σε κανέναν δεν μπορούμε να δώσουμε βοήθεια».

Ο Μπρεχτ συνέθεσε αυτή την όπερα στο λυκόφως της Βαϊμάρης, όταν η δημοκρατική Δημοκρατία, που γεννήθηκε από τη μη τελετουργική θυσία των Σπαρτακιστών, που σφαγιάστηκαν από τα Freikorps του Νόσκε, αποκάλυπτε όλα αυτά τα βίτσια που λίγο αργότερα θα χτύπαγε η τρομερή μόλυνση της μαύρης πανώλης του Χίτλερ. Ο ίδιος την έγραψε πεπεισμένος ότι «το γλυκό τραγούδι» θα μπορούσε να αναλάβει «ολοένα και περισσότερο τον χαρακτήρα της διδασκαλίας εις βάρος του γαστρονομικού χαρακτήρα» (όρος με τον οποίο εννοούσε τη διασκέδαση του καλλιτεχνικού έργου).

Αλλά η Μαχαγκόνι του δεν είναι, στην πραγματικότητα, πολύ διαφορετική από το Οράν του Καμύ, την παραμονή της πανώλης, η οποία ήταν και αυτή μια πόλη με αποξηραμένη καρδιά πριν ο ιός χτυπήσει τα σώματά της. Μια πόλη, θα μπορούσε να πει κανείς, ήδη χαμένη, «της οποίας η εμφάνιση, της οποίας η ζωή και οι απολαύσεις φαινόταν να υπαγορεύονται από τις ανάγκες των επιχειρήσεων», στην οποία «ένας ασθενής αισθάνεται πραγματικά μόνος».

«Σκεφτείτε λοιπόν -σημειώνει ο Καμύ- εκείνον που πρόκειται να πεθάνει, παγιδευμένο ανάμεσα σε εκατοντάδες τοίχους που τρίζουν από τη ζέστη, ενώ ταυτόχρονα, στο τηλέφωνο ή στα καφέ, ένας ολόκληρος πληθυσμός μιλά για συναλλαγματικές, συμβόλαια φορτωτικών και εκπτώσεις. Θα καταλάβετε τι μπορεί να είναι δυσάρεστο στον θάνατο, ακόμη και τον σύγχρονο, όταν φτάνει σε ένα ξερό μέρος»… Υπάρχει, λοιπόν, στις πόλεις που πλήττονται ένα είδος μηνύματος που δεν είναι τόσο μυστικό, το οποίο μιλά για τα κακά, τις δίκες, τις ενοχές και τις ελλείψεις, τα πιο μεγάλα και γενικότερα «κενά» – του απλού κλειστού χώρου της ορατής καταστροφής. Θα ήταν σοβαρό λάθος να μην το ακούσουμε.

Τελευταία προειδοποίηση

Όλο αυτό θα τελειώσει αργά ή γρήγορα. Και ίσως ο ιός που δρα σήμερα να αποδειχθεί λιγότερο άγριος απ’ ό,τι φαίνεται, περιορίζοντας το τίμημά του σε ανθρώπινες ζωές και ανθρώπινα βάσανα, ακόμη πιο «φιλικός» για να μας στείλει το σήμα του συναγερμού με μια μορφή, ας το πούμε, ακόμα πιο «εξασθενημένη», δείχνοντας μόνο ένα περιορισμένο τμήμα της θανατερής δύναμής του.

Αυτό που ένας θρησκευόμενος μπορεί να θεωρήσει «σημάδι από τον ουρανό». Ή την τελευταία προειδοποίηση. Όπως και να είναι, για έναν κοσμικό θα αποτελούσε έγκλημα να μην καταλάβει αυτό το απειλητικό μήνυμα. Για να διορθωθούμε όσο έχουμε ακόμη καιρό.

Όταν όλα αυτά τελειώσουν, θα πρέπει να ξανασκεφτούμε ολόκληρο τον κόσμο, το σύμπαν των εννοιών μας, ξεκινώντας από τη μη βιωσιμότητα της μηχανής που ηγεμόνευε και που φαινόταν αθάνατη μέχρι χθες. Από την τρισάθλια πλάνη των δογμάτων της: την υπεροχή της δράσης πάνω από τη σκέψη, την επιβολή του ιδιωτικού στο δημόσιο, την επιβολή της οικονομίας στην κοινωνικότητα ή καλύτερα σε όλα τα υπόλοιπα, της κατανάλωσης στη διατήρηση, της λογικής της υπεροχής σε αυτή της μοιρασιάς, της δύναμης της ανταγωνιστικότητας εναντίον της συνεργασίας… Μιας «οπτικής για τον κόσμο» που πρέπει να ανατρέψουμε. Για να το κάνουμε, χρειαζόμαστε και εμείς μια αλλαγή, ριζοσπαστική, στην όψη και στο βλέμμα, στη γλώσσα που χρησιμοποιούμε, στις κατηγορίες που χρησιμοποιούμε και στο σχέδιό μας.

 

* Ο Μάρκο Ρεβέλι είναι πανεπιστημιακός και διανοούμενος της Αριστεράς. Το κείμενό του δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο Volerelaluna στις 11 Μαρτίου 2020.

 

Απόδοση – μετάφραση: Αργύρης Παναγόπουλος

 

Πηγή: Η Αυγή