Macro

Μαρία Καραμεσίνη: Όποιος-α επιθυμεί την ειρήνη, οφείλει να εργαστεί για την ειρήνη

Οι φετινές ευρωεκλογές συμπίπτουν με δύο ανοιχτά πολεμικά μέτωπα: Το πρώτο αφορά την σφαγή των Παλαιστινίων στην Γάζα, όπου συντελείται μια γενοκτονία, ένα έγκλημα πολέμου, για το οποίο η Νέα Αριστερά, της οποίας είμαι υποψήφια ευρωβουλεύτρια, έχει κρυστάλλινες θέσεις.
Ήμασταν εξαρχής υπέρ μιας δίκαιης ειρήνης, που σημαίνει την αναγνώριση ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους στα όρια του 1967, σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΟΗΕ, και έχουμε καλέσει την ελληνική κυβέρνηση να αναγνωρίσει το ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος, όπως πρόσφατα έκαναν η Ισπανία, η Ιρλανδία και η Νορβηγία. Το δεύτερο πολεμικό μέτωπο είναι ο πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας που διαρκεί πάνω από δύο χρόνια, με πάνω από μισό εκατομμύριο νεκρούς και επτά εκατομμύρια πρόσφυγες και κίνδυνο περαιτέρω κλιμάκωσης και εμπλοκής της Ευρώπης. Το ζητούμενο και στις δύο περιπτώσεις είναι η ειρήνη.
Η ευρωπαϊκή αριστερά έχει μακρά παράδοση στους αγώνες για την ειρήνη, ενώ από τους κόλπους της ξεπήδησε το όραμα της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης, μέσα στο ζόφο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1941, τέσσερεις ιταλοί αντιφασίστες εξόριστοι, οι Σπινέλι Ρόσι, Κολόρνι και Καλαμαντρέι, συγγράψανε το Μανιφέστο του Βεντοτένε, με τίτλο «Για μια Ευρώπη ελεύθερη και ενωμένη». Σ΄ αυτό περιέγραφαν το όραμα μιας σοσιαλιστικής ομόσπονδης Ευρώπης που θα έβαζε τέρμα στους ιμπεριαλισμούς και τους εθνικισμούς και θα απέτρεπε τους μελλοντικούς πολέμους μεταξύ κρατών.
Δεκαέξι χρόνια αργότερα, το 1957, ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, ο πρόδρομος της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο μεν του ψυχρού πολέμου, αλλά με σαφείς στοχεύσεις: αφενός να θέσει τέρμα στους εθνικούς ανταγωνισμούς εντός της Ευρώπης που οδήγησαν στους δύο παγκόσμιους πολέμους, αφετέρου να εξασφαλίσει την οικονομική και κοινωνική συνανάπτυξη των λαών της Δυτικής Ευρώπης. Το κεϋνσιανό μοντέλο της μικτής οικονομίας και οι μεταπολεμικές συμφωνίες του Μπρέτον Γουτζ για την παγκόσμια νομισματική και οικονομική τάξη βοήθησαν σε αυτό μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Μετα το 1990 και την Συνθήκη του Μάαστριχτ, η ευρωπαϊκή οικονομική και νομισματική ενοποίηση οικοδομήθηκε με βάση νεοφιλελεύθερες αρχές και θεσμούς. Στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, την οποία η Ε.Ε. δεν κατόρθωσε ποτέ να ξεπεράσει, η τελευταία – υπό την ηγεμονία της Γερμανίας – υπήρξε η ακραιφνέστερη υπερασπίστρια της λιτότητας, «πυροβολώντας» την αναπτυξιακή της προοπτική, την ευημερία και τα κοινωνικά δικαιώματα των λαών της και την εσωτερική της οικονομική και κοινωνική συνοχή και υποθάλποντας την άνοδο της άκρας δεξιάς.
Αναμφίβολα όμως, λόγω της ενοποίησής της στο πλαίσιο της ΕΟΚ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των συνεχών διευρύνσεών της με νέα κράτη μέλη, η Ευρώπη γνώρισε μεταπολεμικά την πιο μακρόχρονη περίοδο ειρήνης στην ιστορία της, με δύο εξαιρέσεις: τον πόλεμο στην Κύπρο το 1974 και αυτόν της Γιουγκοσλαβίας, μετά τη διάλυση του πρώην σοβιετικού μπλοκ.
Σήμερα, 80 χρόνια μετά τη λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, με τον πόλεμο στην Ουκρανία, η Ευρώπη έχει ξαναγίνει το θέατρο γεωπολιτικής σύγκρουσης ιμπεριαλιστικών υπερδυνάμεων, των ΗΠΑ και της Ρωσίας και, εμμέσως, της Κίνας, κάτι το οποίο συνεπάγεται τεράστιους κινδύνους για τους λαούς της.
Γι’ αυτό και η ειρήνη επανέρχεται ως κορυφαίο αίτημα και ως κορυφαίο επίδικο ζήτημα στην πολιτική αντιπαράθεση της ευρωπαϊκής Αριστεράς με τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις στην ΕΕ και τις κυβερνήσεις στις χώρες μέλη της. Κι αυτό για δύο κυρίως λόγους:
Πρώτον, η ειρήνη αποτελεί το ύψιστο αγαθό για την ανθρωπότητα. Χωρίς ειρήνη στο σύνολο της Ευρώπης δεν μπορεί να υπάρξει ευημερία για τους λαούς της. Δεύτερον, η ΕΕ κινδυνεύει να εμπλακεί, με πρωτοβουλία εθνικών κυβερνήσεων στο εσωτερικό της, σε έναν δεύτερο ψυχρό πόλεμο στο πλευρό των ΗΠΑ, και στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, απέναντι στην Ρωσία και την Κίνα, που πρόσφατα συνυπέγραψαν ένα σύμφωνο συνεργασίας-μαμούθ, μια στρατηγική συμμαχία, σε όλους τους τομείς και τα πεδία πολιτικής. Το στρατηγικό πλεονέκτημα της πολύπλευρης πολιτικής της ΕΕ έχει ήδη απωλεσθεί.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται χωρίς διέξοδο. Ο Μακρόν συζητά αποστολή χερσαίων δυνάμεων για να βοηθήσουν τον Ουκρανικό στρατό, ενώ οι ΗΠΑ και η ΕΕ συζητούν τη συνέχιση του εξοπλισμού του Ουκρανικού στρατού με χρηματοδότηση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης, που προτείνεται να μετατραπεί τα επόμενα χρόνια σε ταμείο χρηματοδότησης της αύξησης των εξοπλιστικών δαπανών των κρατών μελών της Ε.Ε. και της ενίσχυσης της αμυντικής της βιομηχανίας. Με ποιο τελικά στόχο; Το σχέδιο πτώσης του Πούτιν ή της αποδυνάμωσης της ρωσικής οικονομίας απέτυχε. Η Ουκρανία ξεμένει από προσωπικό και εξοπλισμό και η Δύση ενδιαφέρεται μόνο για την μακροχρόνια φθορά της Ρωσίας.
Το μόνο που είναι σίγουρο είναι ότι η Ε.Ε., με τον χειρισμό του πολέμου της Ουκρανίας, σύρθηκε από τις ΗΠΑ μέσω του ΝΑΤΟ σε επιλογές που έβλαψαν την οικονομία και τους λαούς της. Η ενεργειακή κρίση και η κρίση του κόστους ζωής που φτώχυνε τους εργαζόμενους και τις λαϊκές τάξεις και εκτίναξε τα κέρδη μέσω του πληθωρισμού απληστίας. Οι οικονομικές κυρώσεις στη Ρωσία οδήγησαν σε εκτροχιασμό το ευρωπαϊκό αναπτυξιακό μοντέλο, βραχυκυκλώνοντας την ατμομηχανή του, τη γερμανική οικονομία. Σήμερα η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται σε στασιμότητα και αδιέξοδο, όπως είπε πριν δύο μέρες η Κριστίν Λαγκάρντ.
Ως Νέα Αριστερά έχουμε σαφείς θέσεις. Λέμε ότι η Ε.Ε. πρέπει να καταστεί δύναμη ειρήνης και σταθερότητας στην ήπειρο και διεθνώς και να αποκτήσει στρατηγική αυτονομία έναντι των προτεραιοτήτων της πολιτικής των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Για την υλοποίηση της παραπάνω κατεύθυνσης η ΕΕ δεν θα πρέπει να εμπλακεί σε περαιτέρω κλιμάκωση του πολέμου στην Ουκρανία, όπως επιδιώκουν οι φιλοπόλεμες και φιλοατλαντικές δυνάμεις στο εσωτερικό της. Αντίθετα θα πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλία για τον άμεσο τερματισμό και την άμεση έναρξη ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο μιας διεθνούς συνδιάσκεψης. Ανεξαρτήτως των αρχικών στοχεύσεων της επιτιθέμενης Ρωσίας και της δικαιολογημένης αντίστασης της αμυνόμενης Ουκρανίας, κανένα από τα δύο μέρη δεν μπορεί σήμερα να επιτύχει στο ακέραιο τους στόχους του. Τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή να αναλάβει η ΕΕ τις ευθύνες της για μια δίκαιη επίλυση και μια βιώσιμη ειρήνη.
Μια συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, θα πρέπει να εξασφαλιστεί με μια διεθνή διάσκεψη για την ειρήνη και την ασφάλεια στην Ευρώπη, με τη συμμετοχή της Ρωσίας, τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, τον τρόπο αποκλιμάκωσης των συγκρούσεων, τον περιορισμό της περαιτέρω εξάπλωσης των πυρηνικών όπλων και μια συμφωνία για τους πυραύλους μέσου βεληνεκούς που είναι εγκατεστημένοι σε ολόκληρη την Ευρώπη και τη Ρωσία.
Θεωρούμε ότι η προετοιμασία της ΕΕ για πόλεμο, με διαρκή αύξηση των εξοπλιστικών δαπανών θα είναι ολέθρια για την ευημερία των λαών. Γιατί θα αφαιρέσει πόρους που απαιτούνται για επενδύσεις στην ενίσχυση της έρευνας και της τεχνολογίας και του κοινωνικού κράτους, για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης και την αποκατάσταση της φύσης, για τη δίκαιη ψηφιακή και πράσινη μετάβαση. Για να οικοδομηθεί μια Κοινωνικά Δίκαιη και Συμπεριληπτική, Οικολογική και Βιώσιμη Ευρώπη των λαών της.
Όσον αφορά ειδικότερα την ειρήνη στα Βαλκάνια, απαιτούμε από την κυβέρνηση την τήρηση και πλήρη εφαρμογή της Συμφωνίας των Πρεσπών, που είναι η πρώτη συμφωνία που έσπασε το έλλειμμα εμπιστοσύνης και τους αλυτρωτισμούς στα Βαλκάνια μετά τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας και υπερασπιζόμαστε την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην Ε.Ε.
Όποιος-α επιθυμεί την ειρήνη, οφείλει να εργαστεί για την ειρήνη. Εμείς, ως Νέα Αριστερά θα εργαστούμε γι’ αυτό και στην Ελλάδα και μέσα από το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο.
Η Μαρία Καραμεσίνη είναι καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου, πρώην πρόεδρος και διοικήτρια ΟΑΕΔ, υποψήφια ευρωβουλεύτρια της Νέας Αριστεράς.
TVXS