Macro

Μάκης Σπαθής: Σκέψεις με αφορμή τις νομαρχιακές συνδιασκέψεις και τις προγραμματικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ

Στην παρούσα ιστορική στιγμή στην Ελλάδα, Ευρώπη και ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο δύο είναι τα μεγάλα προβλήματα: α) η υγειονομική κρίση λόγω της πανδημίας και β) η οικονομική κρίση λόγω της παρατεταμένης ύφεσης που ήρθε να προστεθεί στην υφέρπουσα ύφεση ή έστω την αναιμική ανάπτυξη της προηγούμενης περιόδου.

Οι άλλες κρίσεις, που σχολαστικά αναφέρονται στα κείμενα του ΣΥΡΙΖΑ, δηλ. οι κοινωνικές ανισότητες και η κλιματική  αλλαγή δεν είναι σημερινές: η μεν πρώτη είναι σύμφυτη και διαχρονική με το καπιταλιστικό σύστημα, η δε δεύτερη απασχολεί τον καπιταλισμό τουλάχιστον εδώ και δύο δεκαετίες, όπως προκύπτει από συνεχείς διεθνείς διασκέψεις. Οι δύο αυτές κρίσεις μπορεί να οξύνονται σήμερα αλλά συνδέονται με πιο δομικά στοιχεία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στη διάρκεια της ιστορικής του διαδρομής.

Όσον αφορά στα παραπάνω δύο προβλήματα, οι αστικές τάξεις διεθνώς ή τα κράτη ως συλλογικοί  καπιταλιστές ακολουθούν  νέο- κεϋνσιανές  πολιτικές αφενός μεν για να εξασφαλίσουν την αναγκαία κοινωνική συναίνεση μέσω του δημόσιου συστήματος υγείας και του εμβολιασμού. Αφετέρου προσπαθούν μέσω της παροχής εκτεταμένης ρευστότητας να μειώσουν τις υφεσιακές επιπτώσεις χωρίς όμως επιτυχία μέχρι στιγμής και στα δύο μέτωπα. Σε καμία όμως περίπτωση δεν ακολουθούν πολιτικές καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης με καταστροφή μη παραγωγικών μερίδων του κεφαλαίου, όπως θα κάνανε σε μία κλασική περίπτωση κρίσης υπερσυσσώρευσης και κερδοφορίας.

Στην Ελλάδα, πιο συγκεκριμένα, η στρατηγική της αστικής τάξης, όπως υλοποιείται από τη κυβέρνηση της ΝΔ, διακρίνεται από τα εξής χαρακτηριστικά:

α) στο επίπεδο της οικονομικής πολιτικής δεν έχει και πολλή δουλειά να κάνει. Βρήκε έτοιμη την κυρίαρχη συνταγή του νεοφιλελευθερισμού που συνίσταται στην επίθεση επί του κόσμου της εργασίας με την λιτότητα και την αποδιάρθρωση των εργασιακών κατακτήσεων αφενός, και την δημοσιονομική πειθαρχία αφετέρου. Αυτές είναι οι πολιτικές των μνημονίων των προηγούμενων κυβερνήσεων και του ΣΥΡΙΖΑ συμπεριλαμβανομένου παρά τις όποιες απόπειρες να μετριάσει τις επιπτώσεις τους στον κόσμο της εργασίας. Τα όσα θετικά επιχείρησε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ να υλοποιήσει  ξηλώνονται συστηματικά μέσω του ορυμαγδού νομοθετικών ρυθμίσεων που, σε συνθήκες υπολειτουργίας του κοινοβουλευτισμού, πραγματοποιούνται καθημερινά.

β) Η έμφαση των πολιτικών της κυβέρνησης επικεντρώνεται επίσης  στα ζητήματα της δημοκρατίας, πειθάρχησης και καταστολής, και βασίζεται στην αδιαμφισβήτητη συντηρητική στροφή της ελληνικής κοινωνίας λόγω των συμβιβασμών και των υποχωρήσεων,  στις οποίες αναγκάστηκε η κυβέρνηση της Αριστεράς, δημιουργώντας απογοήτευση λόγω των αυξημένων προσδοκιών που είχε δημιουργήσει στον κόσμο μέχρι το 2015.

γ) Η ιδεολογική αντεπίθεση στα οράματα και τις αξίες της Αριστεράς όχι μόνο  κατά τη Μεταπολίτευση, αλλά και ευρύτερα στην μετεμφυλιακή Ελλάδα, αποτελεί σημαντική στρατηγική  της σημερινής δεξιάς και ακροδεξιάς. Αναφέρω την κατάργηση του ασύλου, την πανεπιστημιακή αστυνομία, την απαγόρευση των διαδηλώσεων, την επαναπροώθηση των προσφύγων μέχρι την απεργία πείνας του Δ. Κουφοντίνα , που στόχο έχουν να ταυτίσουν  τη σημερινή Αριστερά με την “υπόθαλψη” στους κόλπους της απόψεων που εκπορεύονται από την  τρομοκρατία και της  ένοπλη πάλη ενάντια στον καπιταλισμό.

 

Η απάντηση του ΣΥΡΙΖΑ στη νέα αυτή κατάσταση: Ο ΣΥΡΙΖΑ προκειμένου να απαντήσει στη μεγάλη αυτή επίθεση που δέχεται η ελληνική κοινωνία έχει επικεντρώσει την πολιτική του γύρω από τους κάτωθι άξονες:

α) Τη διεύρυνση της εκλογικής του βάσης μέσω του σχήματος της Προοδευτικής Συμμαχίας.

β) Τη διατύπωση προγραμματικών θέσεων και ενός πολιτικού σχεδίου σοσιαλδημοκρατικής κοπής στον αντίποδα  του επιθετικού νεοφιλελεύθερου εθνικισμού της ΝΔ.

γ) Το μετασχηματισμό του κόμματος των στρατευμένων μελών στην πάλη για τον κοινωνικό μετασχηματισμό σε κόμμα νέου τύπου μελών, φίλων και οπαδών που θα συνδράμουν τα «έμπειρα και εκπαιδευμένα στελέχη της σύγχρονης τεχνοπολιτικής και το χαρισματικό ηγέτη» στις προσπάθειες που καταβάλλουν για την κυβερνητική εναλλαγή.

Για αναδειχθεί η πιθανή αποτελεσματικότητα αυτής της πολιτικής είναι απαραίτητη μια κριτική προσέγγιση στηριγμένη στα έως σήμερα αντικειμενικά δεδομένα.

Ο πρώτος άξονας μπήκε σε εφαρμογή  επί της ουσίας μετά τις εκλογές του 2019 αλλά μέχρι στιγμής έχει μηδενικά αποτελέσματα σύμφωνα με τις εμπειρικές έρευνες των δημοσκοπήσεων. Ενώ η ΝΔ μειώνει την εκλογική της απήχηση ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εισπράττει  τίποτα. Και αν αυτό αποδοθεί στην στοχευμένη και αναξιόπιστη  λειτουργία των εταιριών, αξίζει να επισημανθεί το αντικειμενικό γεγονός της σημαντικής μείωσης του ποσοστού των πολιτών που συμμετέχουν στις εκλογικές αναμετρήσεις μετά το 2015 σε σχέση με προηγούμενες. Ο αριθμός των πολιτών που εκπροσωπούνται  από την αποχή, το άκυρο και το λευκό αυξάνεται σημαντικά, κάτι που αναδεικνύει τη δυσανεξία στη πολιτική μεγάλου μέρους της κοινωνίας εξαιτίας της απογοήτευσης από την αριστερή διακυβέρνηση. Επειδή στο πρώτο άξονα περιλαμβάνεται και ο στόχος του ΣΥΡΙΖΑ για πολιτικές συμμαχίες με την Κεντροαριστερά, που φωτογραφίζεται στο ΚΙΝΑΛ, το αποτέλεσμα μέχρι στιγμής είναι επίσης απογοητευτικό. Τόσο η πολιτική της ηγεσίες του ΚΙΝΑΛ όσο και οι διαθέσεις του κόσμου που το ακολουθούν πλειοδοτούν στις πολιτικές του Μητσοτάκη στις έρευνες της κοινής γνώμης. Συνακόλουθα αν κάτι έχει να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ για να διευρύνει την εκλογική του απήχηση είναι να ανακτήσει την χαμένη αξιοπιστία του και να επαναφέρει τους απογοητευμένους στη σφαίρα της πολιτικής.Αν  κάτι αυτή τη στιγμή μπορεί να παράξει πολιτικά αποτελέσματα στην αναζήτηση  συμμαχιών είναι η στροφή προς τα κόμματα της Αριστεράς . Το παράδειγμα της κοινής συμπόρευσης στην επέτειο του Πολυτεχνείου μετά από πρόταση του ΚΚΕ και το σημερινό κάλεσμα  Βαρουφάκη  για κοινή συμπόρευση με ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ ενάντια στην καταστολή και την υπεράσπιση της Δημοκρατίας, με αφορμή τον άγριο ξυλοδαρμό των πολιτών στις πλατείες, δείχνουν το δρόμο  για την συγκρότηση  μετώπου ενάντια στο Ορμπανικό  καθεστώς που επιχειρεί να στήσει ο Μητσοτάκης.

Ο δεύτερος άξονας διαπερνά καθολικά τις προγραμματικές θέσεις και παραπέμπει σαφώς στις πολιτικές που υλοποιούσε η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία την χρυσή εποχή του Κράτους Κοινωνικής  Πρόνοιας και Δικαίου χωρίς όμως να είναι δεδομένα σήμερα τα οικονομικά μεγέθη και η  καπιταλιστική μεγέθυνση που επέτρεπε την άσκηση τέτοιων πολιτικών. Αντίθετα μάλιστα οι οικονομικές εξελίξεις είναι δυσμενέστερες για τον καπιταλισμό που επέβαλε το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα από τη δεκαετία του εβδομήντα και ενσωμάτωσε την σοσιαλδημοκρατία στην διαχείριση του. Από που λοιπόν εκπορεύεται μια αισιοδοξία ότι μπορεί να επανέλθουμε σήμερα στην ηγεμονία της πολιτικής έναντι της οικονομίας  δια της κρατικής διαχείρισης, αν ξαναγίνουμε κυβέρνηση, για να βελτιώσουμε έστω τη θέση της εργασίας έναντι του κεφαλαίου στο κοινωνικό ανταγωνισμό που διεξάγεται αδυσώπητα; Η μόνη ελπίδα που διαφαίνεται στον ορίζοντα είναι η αναστολή προσωρινά του ευρωπαϊκού Συμφώνου Σταθερότητας λόγω πανδημίας , αλλά αυτό μένει να αποδειχθεί. Εάν όμως στηρίζεις τη πολιτική σου στις διαθέσεις της καπιταλιστικής Ευρώπης δύσκολα ανακτάς τη χαμένη σου αξιοπιστία  στον απογοητευμένο  κόσμο.

Ο τρίτος άξονας, που αναφέρεται στον τύπο του κόμματος, το μετασχηματισμό του και την διεύρυνση με νέα μέλη είναι ίσως ο πιο σημαντικός, διότι  εκτός από τις δυσκολίες και τα πιθανά λάθη εμπεριέχει και μη αναστρέψιμους κινδύνους. Κανείς δεν διαφωνεί με την ανάγκη διεύρυνσης του κόμματος με νέα μέλη και την κοινωνική του γείωση στα συνδικάτα, τους χώρους δουλειάς, τις γειτονιές και συμμετοχή σε κάθε συλλογική κοινωνική αντίσταση που συγκροτείται. Όμως αυτό δεν απαντά ευθύγραμμα στη σχέση του κόμματος με τα μέλη του και το ρόλο τους στην εσωκομματική ζωή για την διαμόρφωση της πολιτικής του. Στην παραδοσιακή Αριστερά τα μέλη του κόμματος συνίσταντο από στρατευμένους εθελοντές που ασπάζονταν το ιδεολογικό του πλαίσιο, συμμετείχαν στη διαμόρφωση της πολιτικής του και την υπηρετούσαν ανιδιοτελώς. Αν αυτό στη μετανεωτερική εποχή δεν θεωρείται αναγκαίο στοιχείο για την ένταξη σε πολιτικές οντότητες που διεκδικούν κυβερνητικές πλειοψηφίες και απλώς αντιπαραθέτουν το πολιτικό τους σχέδιο ως καλύτερο εμπορικό προϊόν έναντι των ανταγωνιστικών τους κομμάτων,  τότε δεν χρειάζονται παρά μόνο οπαδούς- πωλητές ή διακινητές του προγράμματος τους στις προεκλογικές περιόδους. Σε αυτήν την περίπτωση βαδίζουμε ολοταχώς προς τα κόμματα τύπου καρτέλ, κόμματα δηλ. που έχουν παραιτηθεί από τη διεκδίκηση μεγάλων κοινωνικών μετασχηματισμών, αποδεχθεί την αναπαραγωγή του καπιταλισμού και συγκροτούνται από τεχνοκράτες για τη διαχείριση των κρατικών υποθέσεων ενώ δεν εκπροσωπούν κοινωνικές κατηγορίες και αιτήματα αλλά εταιρικά σχήματα τύπου Coca Cola. που πλασάρουν το πολιτικό τους προϊόν διαφημίζοντας τις καλύτερες αποχρώσεις του έναντι της αντιπάλου Pepsi  Cola. Αυτό όμως είναι ένα επικίνδυνο μονοπάτι που εάν δεν το προσέξουμε το τέλους του ΣΥΡΙΖΑ ως κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς θα είναι αναπόφευκτο.

Μερικές  παρατηρήσεις  επί  των προγραμματικών θέσεων:

1)  Το κείμενο αυτό φαίνεται ότι θα αποσπάσει τη συνολική αναγνώριση και θα αποτελέσει ως εκ τούτου το τρίτο σημαντικότερο συλλογικό κείμενο μετά από τον απολογισμό και την προγραμματική διακήρυξη.  Συνακόλουθα πιστεύω ότι το κείμενο αυτό μαζί με τα άλλα δύο , αποτελούν το πιο σημαντικό υλικό από το οποίο μπορεί κανείς να συναγάγει διαβάζοντας τα προσεκτικά, σημαντικά στοιχεία για τα χαρακτηριστικά του ΣΥΡΙΖΑ, του τρόπου με τον οποίον ασκεί πολιτική στη συγκυρία, και των προοπτικών που διαφαίνονται μπροστά του τόσο ως προς τον στόχο της επανόδου στην κυβέρνηση, αλλά και ως προς τον ρόλο πού θα παίξει ευρύτερα στην ελληνική αριστερά της νέας εποχής.

2) Είναι βαθύτατα πολιτικό, ανεξάρτητα από τυχόν συμφωνίες ή διαφωνίες, διότι διατυπώνει μία ανάγνωση, περιγραφή και ερμηνεία της εξέλιξης του καπιταλισμού διεθνώς και στην Ελλάδα, όχι ως ένα στερεότυπο, που τα κείμενα της Αριστεράς περιλαμβάνουν παραδοσιακά, αλλά ως την βάση και τις προϋποθέσεις  για τα πολιτικά επίδικα και το τι μπορεί να προκύψει ως διαχείριση από τη μελλοντική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

3) Η διαπίστωση ότι  ο καπιταλισμός τα τελευταία 10-15 χρόνια έχει εισέλθει σε παρατεταμένη ύφεση ή έστω αναιμική ανάπτυξη κατά περιόδους και σε επιμέρους περιοχές είναι γενικώς αποδεκτή όπως και η διαπίστωση ότι το κυρίαρχο υπόδειγμα διαχείρισης αυτής της κατάστασης δεν είναι αποτελεσματικό, και ιδιαίτερα λόγω της πανδημίας. Όμως υπάρχουν σοβαρές επιφυλάξεις για τις κυρίαρχες αιτίες αυτής της εξέλιξης, που αποσιωπώνται ή υποτιμώνται. Παράδειγμα, η υποτίμηση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που έχει αναλάβει το ρόλο της αντιμετώπισης του ηθικού και πολιτικού κινδύνου σε κάθε χώρα και ο ρυθμιστικός παράγοντας αντιμετώπισης των κρίσεων μέσω της τιμολόγησης του κινδύνου αλλά που είναι δυνατόν να παίξει καθοριστικό ρόλο στις οποίες εξελίξεις σε κάθε εθνικό καπιταλισμό.

4) Το επιχείρημα ότι στην Ελλάδα, για παράδειγμα, παρουσιάζεται ως βασική αιτία η  εσωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας και η αδυναμία της να ανταπεξέλθει στον εξωτερικό ανταγωνισμό ως εξέλιξη της κακοδαιμονίες της από το 2008 είναι έωλο. Δεν εξηγείται ότι η επιλογή της να εισέλθει στην Ζώνη του Ευρώ αποτέλεσε το βασικό μοχλό έκθεσης στο διεθνή ανταγωνισμό και την οδήγησε σε μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης σχετικά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες μέχρι την εμφάνιση της κρίσης. Τα τεράστια κρατικά ελλείμματα και το δημόσιο χρέος που προέκυψε κυρίως από την μεταφορά του ιδιωτικού σε αυτό, σε συνδυασμό με την άρνηση της ευρωζώνης να το αναλάβει, έπαιξαν πολύ καθοριστικό ρόλο στις μνημονιακές  εξελίξεις. Όμως το κείμενο υπαινίσσεται ότι τα δημόσια μεγάλα έργα υποδομής και οι Ολυμπιακοί Αγώνες μαζί με την εσωστρεφή ελληνική Βιομηχανία (που παραπέμπει στο πανάρχαιο σχήμα της στρεβλής και εξαρτημένης ανάπτυξης) ήταν οι αιτίες της κρίσης του ελληνικού παραδείγματος, σε συνδυασμό πάντα με τις ανισορροπίες της ευρωζώνης και την ΟΝΕ.

5) Αυτή η εκδοχή του της κρίσης του ελληνικού παραδείγματος τολμάω να πω ότι δεν είναι καθόλου αθώα στην ανάπτυξη του υπόλοιπου σχεδίου, διότι  υποκρύπτει τη μόνιμη ευκολία που διαπερνά όλες τις εκδοχές της ελληνικής Αριστεράς να καταφεύγουν ως απάντηση στην αναζήτηση της “Νέας Παραγωγικής Ανασυγκρότησης” και τη θεοποίηση του Κράτους.

Ιδιαίτερα σήμερα η κλιματική αλλαγή και η διεθνής στροφή στις ΑΠΕ οδηγούν την Αριστερά γενικώς, και το κείμενο το υπηρετεί εκτεταμένα, να επιλέξει ως σανίδα σωτηρίας το νέο παραγωγικό μοντέλο στη βάση των ενεργειακών κοινοτήτων των νοικοκυριών και των μικρών επιχειρήσεων γύρω από τις ΑΠΕ. Υπόσχεται μάλιστα το 50% της ενέργειας που θα παράγεται από τις ΑΠΕ  να ανήκει στα νοικοκυριά και τις μικρές επιχειρήσεις, από την παραγωγή μέχρι την μεταφορά και την διαχείριση, για μία δίκαιη διανομή της νέας παραγόμενης αξίας στους από κάτω, έναντι του υπολοίπου 50% που θα το διαχειριστεί το κεφάλαιο και οι μεγάλες επιχειρήσεις. Ένα τέτοιο σχέδιο όμως απαιτεί μεγάλη φαντασία και υπερβολική δόση αισιοδοξίας ώστε να μπορεί το μικρό νοικοκυριό να ανταγωνιστεί το κεφάλαιο με όλα τα μέσα που αυτό διαθέτει (ρευστότητα, τεχνολογία, τεχνογνωσία, έρευνα και ανθρώπινο δυναμικό) χωρίς να θιγεί στο παραμικρό ο πυρήνας των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και εκμετάλλευσης. Για να γίνει πιο πειστική η Αριστερά σήμερα ανακαλύπτει εκ νέου και τον πανίσχυρο ρόλο του Κράτους. Όχι ενός κράτους που λειτουργεί ως κοινωνική σχέση, ως ο συλλογικός Καπιταλιστής, αλλά ως το κράτος  εργαλείο, που όποιος αναλάβει τη διαχείριση του μπορεί να το στρέψει στο ρόλο του διαιτητή μεταξύ των κοινωνικών αντιθέσεων και να λειτουργήσει με ταξική μεροληψία υπέρ των αδυνάτων. Αν αυτό δεν είναι επιστροφή από την πίσω πόρτα των θεωριών της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας μέχρι την έλευση του νεοφιλελευθερισμού για τις δυνατότητες κοινωνικών μετασχηματισμών μέσω της διαχείρισης του Κράτους τότε περί τίνος ακριβώς πρόκειται;

Υπάρχει όμως κάτι θετικό που θα μπορούσε να οδηγήσει την Αριστερά σε ένα πολιτικό σχέδιο με αισιόδοξες προοπτικές; Η απάντησή μου είναι «ναι υπάρχει» και είναι η αναφορά στο κοινωνικό ζήτημα και τις ανάγκες των πολλών. Από το κείμενο των προγραμματικών θέσεων μπορούν να προκύψουν αιχμές συγκεκριμένες και εύκολα αναγνωρίσιμες που να επηρεάζουν και κατευθύνουν τους κοινωνικούς αγώνες στο αίτημα της ανατροπής. Αυτές όμως για να μετουσιωθούν σε πολιτικό σχέδιο θα πρέπει να εμπνέονται και να εστιάζουν στις κοινωνικές αντιστάσεις που ήδη δημιουργούνται. Για παράδειγμα, οι αντιστάσεις που αναπτύσσονται με επίκεντρο το πανεπιστήμιο και την παιδεία στον αυταρχισμό και την καταστολή που με απόλυτη συνέπεια υπηρετεί η κυβέρνηση είναι ένα δείγμα μιας αιχμής που εάν με συνέπεια την υπηρετήσει η Αριστερά θα βρει ένα μονοπάτι προς το αδιέξοδο. Είναι επίσης η αιχμή στις εργασιακές σχέσεις και την λιτότητα, είναι η αντίθεση στον αστικό εθνικισμό που ενσωματώνει και καταβροχθίζει και την αριστερά στην υπηρεσία των “εθνικών δικαίων” για να την μασήσει και να πετάξει στη συνέχεια τα κοκαλάκια της. Είναι γενικώς δηλαδή τα αιτήματα που πλαισιώνουν το πολιτικό σχέδιο, εστιάζονται σε συγκεκριμένες κοινωνικές ανάγκες που εάν τα  υπηρετούμε με τον κόσμο που τα διεκδικεί, θα βρούμε τον τρόπο να συστρατευτούμε σε μία μεγάλη αλλαγή.

Μάκης Σπαθής