Macro

Μαίρη Φωτεινακοπούλου: Το Ροζ Χάπι

«Ένα κίνημα έχασε την ηρωίδα του», θα έλεγε ο Donald Trump στον επικήδειο λόγο του για την Phyllis Schlafly το φθινόπωρο του 2016. Η Phyllis, που απεβίωσε τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς, έδειχνε να αρνείται πεισματικά να πεθάνει. Μια παράξενη φασματολογία θα έβρισκε το τελευταίο της πόνημα, The Conservative Case for Trump, να εκδίδεται μόλις μια μέρα μετά το θάνατό της, και τον υποψήφιο στον οποίο είχε αφιερώσει τις τελευταίες ημέρες της να επικρατεί στις εκλογές του Νοεμβρίου έναντι της Hillary Clinton.

H Phyllis, ήταν, με τα δικά της λόγια, ‘απλώς μια νοικοκυρά’. Ίσως δεν είναι ευρέως γνωστή εκτός των ΗΠΑ και όμως από τη δεκαετία του ‘60, η φιγούρα της λειτουργεί ως μετωνυμία της συντηρητικής Αμερικής και των αντιφάσεών της. Η Phyllis έχτισε ένα δίκτυο πολιτικής επιρροής που διατρέχει τουλάχιστον μισό αιώνα αυτοπροσδιοριζόμενη ως ‘σύζυγος δικηγόρου’ και αφοσιωμένη ‘μητέρα 6 παιδιών’. Αυτή η νοικοκυρά πάντως είχε αποφοιτήσει από το Washington University και το Radcliffe, το παράρτημα θηλέων του Πανεπιστημίου Harvard, είχε χρηματοδοτήσει τις σπουδές της δοκιμάζοντας τουφέκια και πολυβόλα διαμετρήματος 30 και 50 χιλιοστών στις νυχτερινές της βάρδιες ως μέλος του προσωπικού Ελέγχου Ποιότητας στο Εργοστάσιο Πυρομαχικών του Saint-Louis κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, είχε μελετήσει τον θεωρητικό πατέρα του νεοφιλελευθερισμού Friedrich Hayek, και είχε θέσει δύο φορές (ανεπιτυχώς) υποψηφιότητα για το Κογκρέσο. Η εν λόγω ιδεώδης ξανθή Αμερικανή σύζυγος οργάνωσε την καμπάνια STOP ERA (Stop Equal Rights Amendment) από τα κάτω οργανώνοντας χιλιάδες μεσοαστές νοικοκυρές προκειμένου να πραγματοποιούν επιτόπιες διαμαρτυρίες ενάντια στην Τροπολογία για τα Ίσα Δικαιώματα, να παραδίδουν σπιτικό ψωμί και γλυκά σε πολιτειακούς νομοθέτες για να υπερτονίσουν την αξία των εδραιωμένων έμφυλων κωδικοποιήσεων και να προσεγγίζουν θρησκευτικές και άλλες συντηρητικές οργανώσεις προς εξεύρεση πόρων και στήριξης στην καμπάνια για τουλάχιστον δύο δεκαετίες.

Η ρητορική της παλέτα επισωρεύει ολα τα γνωστά ρεφραίν της συντηρητικής αμερικανικής ρητορικής δραματουργίας, βιολογικός ντετερμινισμός, γυναικείες και ανδρικές τουαλέτες, γκέι πανικός και προναταλισμός. Όλα αυτά όμως παρουσιάζονται σχεδόν δευτερεύοντα μπροστά σε ένα και κύριο επίδικο. Η Era ήταν, ισχυριζόταν η Phyllis, μια ιταμή επίθεση στα ‘δικαιώματα της συζύγου’ απαιτώντας από τις γυναίκες να προσχωρήσουν στο εργατικό δυναμικό αντί να στηρίζονται οικονομικά από τους συζύγους τους και να εκπληρώνουν ανενόχλητες τον ‘θεόσταλτο’ ρόλο τους ως νοικοκυρές. “Ένα από τα πρώτα πράγματα που θα έκανε η τροπολογία περί ίσων δικαιωμάτων θα ήταν να ακυρώσει τους κρατικούς νόμους που καθιστούν την υποχρέωση του συζύγου να στηρίζει τη σύζυγό του”, διατεινόταν η Phyllis. Καθώς περνά ειρωνικά ένα σημαντικό μέρος της νιότης στο δρόμο, περιοδεύοντας από πολιτεία σε πολιτεία, για να πείσει άλλες γυναίκες να μείνουν στο σπίτι, το 1983 μυθολογείται από την Andrea Dworkin στο βιβλίο της Right-Wing Women ως ‘φιλόσοφος του παραλόγου’, ‘κυριευμένη από τον Μακιαβέλι και όχι από τον Ιησού’1. Το 2006 σε μια συζήτησή της με μια αμφίθυμη δημοσιογράφο του Antlantic, η Phyllis θα παραδεχόταν έμμεσα ότι το STOP ERA ήταν μεταξύ άλλων ένα δύσκολο αλλά καλό προϊόν και εκείνη μια καλή επιχειρηματίας που είχε εντοπίσει ένα κενό στην αγορά των ιδεών της ιδιαίτερης συγκυρίας της: “Λοιπόν, στην αρχή δεν ήταν εύκολο. Ποιος θέλει να είναι κατά των Ίσων Δικαιωμάτων; Είναι ένα αίτημα δύσκολο για να το πουλήσεις”2.

Στην εκπνοή της πανδημίας, ολοένα και περισσότερες νεαρές γυναίκες, στις ΗΠΑ, στη Βρετανία, στην Ολλανδία, στη Γερμανία, φέρονται να εμψυχώνουν το ίδιο εκείνο κέλευσμα στον 21ο αιώνα. Ο νεολογισμός ‘tradwife’ αναφαίνεται πρώτα στο σύμπαν μιας ορισμένης διαδικτυακής ιδιόγλωσσας για να καθιερωθεί σύντομα ως πολιτισμικό συνάλλαγμα στην ευρύτερη ποπ κουλτούρα τη στιγμή που θηλυκά σώματα αιτούνται ολοένα και συχνότερα την έξοδο από την εργασία και από το κοινωνικό και ερωτικό συνεχές, την απόσυρση σε μια ασφαλή εστία όπου θα συντηρούνται από το σύντροφό τους, καθώς εκείνες θα επιδίδονται στην προσωπική τους φροντίδα και στις επιταγές μιας νέας οικοπολιτικής. Διεκδικούν ένα νέο σώμα, αναγνωρίζοντας ότι η εργασία δεν αποτελεί απλώς ένα αξίωμα ή μια ορισμένη σχέση ανάμεσα στον χρόνο και το χρήμα, αλλά έναν ολόκληρο κώδικα που ορίζει και οριοθετεί τις ζωτικές και συν-αισθηματικές τους ενέργειες, καθώς οι συμπεριφορές τους, οι εκφράσεις και οι χειρονομίες τους περιχαρακώνονται και εγκλωβίζονται μισό και πλέον αιώνα στους τροπισμούς της κανονιστικής επαγγελματικής σωματικότητας του νεοφιλελεύθερου φεμινισμού που τις κάνει ολοένα πιο κουρασμένες, ολοένα λιγότερο ελκυστικές, ολοένα φτωχότερες και δεν σταματά να προτάσσει ή να διεκδικεί την αφομοίωση σε υπάρχουσες δομές αντί για τη ριζική αναδιοργάνωσή της ζωής ως τέτοιας προδίδοντας τις ίδιες του τις υποσχέσεις.

Οι tradwives δεν αναζητούν ωστόσο ένα νέο κοινωνικό, ερωτικό ή πολιτικό συμβόλαιο. Αν η εν λόγω τάση σηματοδοτεί μια κριτική του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής από άτομα με ανώτερα πτυχία και χαμηλές ή ολοένα χαμηλότερες προοπτικές, αυτή συνυπάρχει με τη ρομαντικοποίηση ενός ιδεώδους παρελθόντος φυλετικής καθαρότητας, εθνικής αυτοδυναμίας και μιας σταθερής μήτρας υποκειμενοποίησης όπως η πατριαρχία, με τη φαντασίωση ενός εύτακτου (μαλλον ανύπαρκτου, ψηφιακά κατασκευασμένου) ‘πριν’ που προηγείται της τρέχουσας παρακμής της εκκοσμικευμένης νεωτερικής Δύσης. Ο νέος συντηρητισμός αναφύεται στο ατελείωτο αρχείο του ψηφιακού, όπου τα πλέον ετερογενή στοιχεία—παλαιοί κώδικες, απωθημένα συστήματα σημείων και κάθε λογής αρχαϊσμοί—αναβιώνουν, επανασημαίνουν και αιώνια επιστρέφουν ως εμπορεύματα και ιδιωτικές ή ιδιωτικοποιημένες στάσεις. Tα κορίτσια φορούν φορέματα με σιλουέτες του 1950 και υιοθετούν τη γλώσσα του επιστημονικού ρατσισμού και της επιστήμης της κρανιομετρίας του 18ου αιώνα πριν μοιραστούν συνταγές και baking tips. Η τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα είναι εκείνη η παράξενη στιγμή στο χρόνο στην οποία οι (κατά βάση-)λευκοί εθνικιστές προσφέρουν διατροφικές συμβουλές και πρωτοκόλλα skin scare. Ένας σοφτ φασισμός συμβάλλει τώρα καθοριστικά στην κανονικοποίηση της νέας δεξιάς ρητορικής και εικονογραφίας και δεν κατοικεί πια ιστότοπους όπως το 4chan και το Reddit αλλά κατακλύζει την τακτική ροή πλατφορμών όπως το X, το Instagram και το Tiktok.

Τα περιγράμματα των χαρακτήρων αυτού του δράματος είναι ενίοτε θολά. Η Nara Smith, μία από τις κεντρικότερες φιγούρες του διαδικτυακού trad κύματος θα δήλωνε αυτό το μήνα σε μία κίνηση στρατηγικού rebranding ότι δεν είναι tradwife και πως το διαδικτυακό της περιεχόμενο γίνεται βορά μιας εθελούσιας παρ-ανάγνωσης. Ίσως ο νέος συντηρητισμός να μην είναι παρά το τελευταίο πάθος μιας ημίρρευστης μητροπολιτικής υποκειμενικότητας που αναζητά χρόνο με το χρόνο μια νέα πίστη, καθώς η προσοχή και οι συναισθηματικές της ενέργειες τρεμοπαίζουν και περιδινούν ατελεύτητα μεταξύ κάθε λογής αντικειμένων, ανθρώπων, ψηφιακών τάσεων, καταναλωτικών αγαθών και ιδεών, δίχως τις εμμονές, τις μονομανείς επενδύσεις ή τις συλλογικές δεσμεύσεις που τροφοδότησαν τις πολιτικές μηχανές του περασμένου αιώνα.

Ίσως, επιπλέον, η Phyllis Schlafly να αρνείται ακόμη να πεθάνει. Ίσως, θα μπορούσαμε να πούμε σήμερα, δεν ήταν παρά η πρώτη tradwife, ιδεολογική εντερπρενερ avant la lettre. Ίσως όμως και όχι. Στο έργο του Hyperpolitics, o νεαρός ιστορικός Anton Jäger πραγματοποιεί μια χαρτογράφηση3 των καθεστώτων πολιτικής στράτευσης στη Δύση τους τελευταίους 2 αιώνες. Η περίοδος από το 1914 έως το 1989—ο μακρύς 20ος αιώνας—είναι, σύμφωνα με το σχήμα του Jäger η εποχή της μαζικής πολιτικής—η περίοδος κατά την οποία η πολιτική δράση είναι συλλογικά και θεσμικά διαμεσολαβημένη μέσω μαζικών κομμάτων, συνδικάτων, εκκλησιών, συλλόγων, εθελοντικών οργανώσεων και κοινωνικών κινημάτων. Από το 2020 και πέρα, εντοπίζει την εποχη της Υπερπολιτικής—η περίοδος κατά την οποία τα πάντα είναι πολιτικά, καθώς η δημόσια ζωή κατακλύζεται από ψηφιακές διαμαρτυρίες και ατελείωτους πολιτισμικούς πολέμους, μία ‘low-commitment’, ‘low-cost’ ιδιωτική μορφή πολιτικής στράτευσης που σβήνει με τον επόμενο πρωινό καφέ, με τον κύκλο ειδήσεων της επόμενης ημέρας, παράγοντας εκλάμψεις που δεν επιστρέφουν σε καμιά προγραμματική ατζέντα, δεν παράγουν νέους συλλογικούς κώδικες, ούτε καλλιεργούν μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις.

Οι προσπάθειες της Phyllis ανήκουν σίγουρα στην εποχή της μαζικής πολιτικής. H Phyllis στρατολογεί νοικοκυρές που, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, δεν ήξεραν καν πού ήταν η πρωτεύουσα της πολιτείας τους, τις διδάσκει «πώς να φορούν τα σωστά χρώματα για την τηλεόραση, πώς να βάφονται και να χτενίζονται, προκειμένου όλες οι εκπρόσωποι του STOP ERA να μοιάζουν, κοντολογίς, να της μοιάζουν»4. Οι tradwives δεν συνθέτουν καμιά διακριτή κοινότητα, μάλλον ενσαρκώνουν μια αποκεντρωμένη (Υπερ-)πολιτική της απόσυρσης. Ίσως το ‘ροζ χάπι’5 να μην είναι παρά μια συλλογή κατακερματισμένων αισθητικοποιημένων εικόνων οικιακής ζωής, μια ατελείωτη δίνη σημείων και προϊόντων, καθώς η έξοδος από την εργασία γίνεται για τις tradwife influencers αναμφίβολα άλλη μια κερδοφόρα εργασία. Ακολουθώντας, ωστόσο, την φιλοδοξία του Stuart Hall για ένα θεωρητικό στοχασμό που συναντά τους ανθρώπους «εκεί που βρίσκονται, εκεί που αγγίζονται, δαγκώνονται, αηδιάζουν» κυνηγώντας «μια άμεση αίσθηση των καιρών και των τρόπων με τους οποίους ζούμε»6, ίσως οφείλουμε να ιχνηλατήσουμε τα ιστορικά και πολιτισμικά περιγράμματα, τη συν-αισθηματική και υλική υπο-δομή του ελάσσονος. Τότε οφείλουμε να αναρωτηθούμε, αν πέραν των συντηρητικών πολιτικών του συνδηλώσεων, πέραν των πολύπτυχων εσωτερικών του αντιφάσεών, το tradwife σύμπτωμα σηματοδοτεί σήμερα, καθώς ανθίζει ανάμεσα σε τόσες άλλες διαδικτυακές μικροοικονομίες, τόσο τη χρεοκοπία του κόσμου της εργασίας και του 8ώρου όσο και του νεοφιλελεύθερου ήθους της γυναικείας χειραφέτησης.

Η ΕΠΟΧΗ