Macro

Luciano Bianciardi «Πικρή ζωή», μετάφραση – επίμετρο: Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, 2022

Ύστατο μέρος της άτυπης Τριλογίας της Οργής, η «Πικρή Ζωή», του ιταλού συγγραφέα Λουτσάνο Μπιαντσάρντι, αδόκητης εμπορικής επιτυχίας, αποτελεί μια, μάλλον,υπαρξιακή απεικόνιση της μεγάλης πόλης του Μιλάνου. Γραμμένο στα 1962 -απάντηση στην περίφημη «Ντόλτσε Βίτα» του Φεντερίκο Φελίνι- αναφέρεται, αντίθετα με την ταινία, στους ταπεινούς και καταφρονημένους του οικονομικού θαύματος της Βόρειας Ιταλίας.
 
Δημοσιογράφος, μεταφραστής και συγγραφέας απ’ το Γκροσέτο της Τοσκάνης, ο Μπιαντσάρντι μοιάζει να ακολουθεί μοναχική πορεία εμφορούμενος από έναν ρομαντικό αναρχισμό που συντρίβεται στις μυλόπετρες της βιομηχανικής ανάπτυξης και του τρόπου ζωής που επιβάλλει.
 
Ο ανώνυμος αφηγητής της ιστορίας μετακομίζει στο Μιλάνο με σκοπό να πάρει εκδίκηση για τον χαμό -λόγω πλήρους αδιαφορίας- 43 μεταλλωρύχων στα ορυχεία της περιοχής του. Είναι ο γυάλινος και τσιμεντένιος πύργος της εταιρείας που θέλει να ανατινάξει. Αφήνει γυναίκα και παιδί για να καταλήξει σε κάποια άχρωμη λαϊκή πολυκατοικία παρέα με μποέμ διανοούμενους στη συνοικία των καλλιτεχνών της Μπρέρα. Και ενώ τα βγάζει πέρα δύσκολα, γνωρίζει την φοιτήτρια Άννα, ερωτεύονται σφόδρα και αποφασίζουν να μοιραστούν τα πάντα. Κάθε μήνα οφείλει να στέλνει λεφτά στην οικογένεια.
 
Γράφει στο περιεκτικό της επίμετρο η μεταφράστρια: «Τα θέματα που πραγματεύεται ο Μπιαντσάρντι μέσω του alter ego του στην Πικρή ζωή είναι ποικίλα: το ιταλικό θαύμα, οι αδικίες μιας σαπρής κοινωνίας, η εκμετάλλευση στον εργασιακό χώρο, ο αχαλίνωτος καταναλωτισμός, η ταχύτατη εκβιομηχάνιση, ο αγώνας για επιβίωση και, από την άλλη, το αίσθημα ντροπής απέναντι στη σύζυγό του, καθώς και ο έρωτάς του για τη νεαρή Άννα και η παράνομη συμβίωσή τους. Η γλώσσα του χαρακτηρίζεται από αλλεπάλληλα pastiche: επιστημονικοί όροι συνυπάρχουν με τη δημώδη γλώσσα, αποσπάσματα στα αγγλικά μαζί με διαλεκτισμούς, δηκτικό πνεύμα, χιούμορ και σαρκασμός μαζί με ένα συγκινησιακά φορτισμένο λεξιλόγιο.»
 
Τελικά, ο Μπιαντσάρντι πεθαίνει το 1971, παραιτημένος, αλκοολικός, σε ηλικία 49 ετών από κίρρωση του ήπατος. Για μια ακόμη φορά το σύστημα θριάμβευε.
 
Αντώνης Ν. Φράγκος