Συνεντεύξεις

Λουκία Κοτρωνάκη: Πρέπει να επιστρέψουμε στα βασικά

Παρακολουθούμε τις διεθνείς εξελίξεις και φαίνεται ότι ο κόσμος αλλάζει, με πολύ σκληρό τρόπο, όπως και το πολιτικό παιχνίδι και οι κανόνες του. Όσα ξέραμε δεν ισχύουν;

Νομίζω, με μια δόση πικρής βεβαιότητας, ότι το διεθνές περιβάλλον σιωπηρών και ρητών συναινέσεων, δεσμεύσεων και ηθικών διακανονισμών, που είχε διαμορφωθεί μεταπολεμικά και το οποίο παρείχε τις ελάχιστες εγγυήσεις για τη διατήρηση μιας συνθήκης «σχετικής» ειρήνης στον δυτικό κόσμο, έχει παρέλθει οριστικά. Έχουμε εισέλθει σε μια εποχή όπου το κανονιστικό περίγραμμα της διακυβέρνησης, τους κανόνες του παιχνιδιού εν πολλοίς, υπαγορεύει το δόγμα της παγκόσμιας πολεμικής απειλής και της εθνικής ασφάλειας. Και τούτο, δίχως να λαμβάνονται υπόψη οι ασυμμετρίες της οικονομικής, πολιτικής και γεωπολιτικής ισχύος των διαφόρων κρατών στο παγκόσμιο σύστημα και δίχως –προς το παρόν– έναν διακριτό παγκόσμιο ηγεμόνα. Ο διπολικός κόσμος έχει καταρρεύσει προ πολλού, η μονοκρατορία των ΗΠΑ αμφισβητείται από τους ανερχόμενους υποψήφιους «μνηστήρες» της παγκόσμιας κυριαρχίας (Κίνα, Ρωσία, και με μια «περιφερειακή» έννοια Ισραήλ και Τουρκία), η οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική κρίση αποτελεί μια σταθερή μεταβλητή των σύγχρονων κοινωνιών και οι διεθνείς θεσμοί έχουν αυτοαναιρεθεί στην πράξη. Κάπως έτσι μορφοποιείται ένα νέο πολυκεντρικό και πολυεστιακό σύμπαν γεωπολιτικής αταξίας και «εθνικής τάξης» χωρίς νομικά ή αξιακά κρατήματα, με μόνη ρυθμιστική δύναμη την πυγμή (έναντι του κράτους δικαίου). Και η Ευρωπαϊκή Ένωση; Πολιτικός ουραγός της πολεμοχαρούς στρατηγικής αναδιανομής του κόσμου με την ιδιότητα άλλοτε του κριτικού και άλλοτε του πρόθυμου συμμάχου στο πλαίσιο της στρατιωτικοποιημένης παγκόσμιας techno-διακυβέρνησης.

Έχουμε και απισχνασμένες δημοκρατίες, οι οποίες αντιμετωπίζουν εχθρικά τους πολίτες, κυνηγούν τον «άλλον» και διαμορφώνουν κοινωνίες χωρίς δεσμούς. Οι εικόνες με τον ICE σε σχολεία, πανεπιστήμια, γειτονιές είναι σοκαριστικές. Η ποινικοποίηση της αλληλεγγύης, όπως συμβαίνει στην Αγγλία με το κίνημα αλληλεγγύης στον παλαιστινιακό λαό, προετοιμάζει κοινωνίες που δεν θα αντιδρούν.

Στο πολιτικό και κοινωνικό φαντασιακό της ακροδεξιάς, η υπεροχή είναι συνώνυμη με τη βίαιη επιβολή και η «προστασία» (αλλιώς η εθνική ασφάλεια) με τον εκτοπισμό ποικίλων «επικίνδυνων» και «αντιφρονούντων» ομάδων από τον δημόσιο χώρο και τα εθνικά πειθαρχημένα κάστρα. Σ’ αυτόν τον νέου τύπου «προστατευτισμό», στον ορίζοντα μιας «τελικής λύσης» με όρους πλανητικής και εθνικής υπεροχής, η Πολιτεία φέρει τα χαρακτηριστικά μιας «Κιβωτού», στην οποία θα βρίσκει καταφύγιο (βλ. ελάχιστα δικαιώματα) ένα αυστηρά προσδιορισμένο σώμα «επίλεκτων γηγενών» και η τάξη –δεν μπορεί παρά να– επιβάλλεται μέσα από πρακτικές θεαματικής καταστολής και συστηματικής εξαίρεσης απ’ ό,τι ιστορικά έχει κατοχυρωθεί ως νομικός πολιτισμός. Το αμυντικό πρόσταγμα «Πόλεμος όλων (και του καθενός) εναντίων όλων» έναντι της επίκλησης της αλληλεγγύης και της συμπερίληψης δίνει τον κοινωνικό τόνο, έτσι ώστε να διαφυλάσσεται η «ιερότητα» της Κιβωτού και η –καταστατικά– περιορισμένη πρόσβαση σε αυτήν. Δυστυχώς, για την ώρα, δεν μοιάζει να υπάρχουν εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πολιτικά αντίβαρα αντιτάσσοντας ένα ριζικά διαφορετικό πρότυπο κατανόησης των κοινωνικών σχέσεων και της κοινωνικής ευημερίας.

Δημιουργούνται βέβαια εστίες αντίστασης, που όμως δεν έχουν την ορμή ενός κινήματος, που θα μπορούσε να ανατρέψει αυτή τη νέα τάξη πραγμάτων. Είναι θέμα στρατηγικής; Ότι αυτές οι αντιστάσεις υπερασπίζονται έναν φθαρμένο κώδικα αξιών και επομένως δεν μπορούν να γίνουν ελκυστικές;

Ναι, φυσικά. Τα παγκόσμια κινήματα αλληλεγγύης στον παλαιστινιακό λαό και οι «υψηλού ρίσκου» (εξαιτίας της επαπειλούμενης καταστολής) κινητοποιήσεις στις ΗΠΑ αποτελούν φωτεινές και ελπιδοφόρες εξαιρέσεις στα μουντά σχέδια στρατιωτικοποίησης των κοινωνιών. Ωστόσο, σε επίπεδο ευρύτερου ανταγωνιστικού σχεδίου διακυβέρνησης, η εμπειρία διδάσκει ότι η στρατηγική που ακολούθησαν οι δυνάμεις της Αριστεράς, όταν τους δόθηκε ο χώρος και οι ευκαιρίες, ήταν εκείνη του «λιγότερο κακού». Και μάλλον, αυτή η στρατηγική δεν ήταν ούτε ιδιαίτερα αποτελεσματική αλλά ούτε και θελκτική. Υιοθετώντας τον σκληρό πυρήνα της ατζέντας του αντιπάλου, με κάποιες υποσημειώσεις και παρεκκλίσεις, στη λογική της σταδιακής ενσωμάτωσης των ακροατηρίων και ψηφοφόρων του αντιπάλου κατέληξε στο να τον ενισχύσει και παράλληλα να εκχωρήσει τον χώρο της αντιπολίτευσης σε αλλότριες πολιτικές δυνάμεις της συντήρησης, της οπισθοδρόμησης και του κοινωνικού σκοταδισμού. Αν λοιπόν υπάρχει ένας φθαρμένος κώδικας αξιών, αυτός είναι της ακροδεξιάς καθώς αυτός είναι που βρίσκεται σε πλήρη πλανητική εφαρμογή. Ωστόσο, η Ακροδεξιά που εμφανίζεται τώρα ως κατεξοχήν χώρος κεφαλαιοποίησης της κοινωνικής δυσφορίας ομιλεί τη γλώσσα του άφθαρτου διότι εισηγείται τη θρησκευτική –έναντι της εν ενεργεία «κοσμικής»– εκδοχής μιας αξιακά γνώριμης και αναγνωρίσιμης πολιτικής. Η ιστορική αποστολή και ταυτόχρονα «κατάρα» της Αριστεράς είναι ότι πρέπει να έρθει σε ρήξη με αυτή τη «φιλική προς τον χρήστη» ατζέντα και, να εισηγηθεί ένα συλλογικό αφήγημα, το οποίο δεν θα είναι γνώριμο αλλά και δεν θα αποξενώνει. Όσο οι δυνάμεις της Αριστεράς δεν μοχθούν καθημερινά για τη συγκρότηση κοινωνικών συμμαχιών στη βάση ενός επίμονου εναλλακτικού σχεδίου, ο χώρος των ιδεαλιστών της καταστροφής θα διευρύνεται.

Ας εστιάσουμε, στα καθ’ ημάς. Παρόμοια εικόνα. Έχουμε μια κυβέρνηση που είναι κυρίαρχη, παρά τα σκάνδαλα, τη φτωχοποίηση και τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια και μια αντιπολίτευση κατακερματισμένη, χωρίς φαντασία, που δεν μπορεί να σταθεί ως αντίπαλο δέος.

Έχουμε το παράδοξο μιας γενικευμένης δυσαρέσκειας, όπως εκφράστηκε και στα συλλαλητήρια για τα Τέμπη κάτω από τη σκέπη του αιτήματος για δικαιοσύνη, η οποία όμως δεν βρίσκει κοινοβουλευτικά υπολογίσιμη διέξοδο. Η πολιτική αντιπολίτευση στην κυβέρνηση είναι κατακερματισμένη. Οι υφιστάμενες πολιτικές δυνάμεις δεν καταφέρνουν να συνθέσουν ούτε να αποτυπώσουν αυτή τη δυσαρέσκεια σε ένα συνολικό πολιτικό πρόγραμμα, με συγκεκριμένους στόχους. Και ως γνωστόν, η δύναμη των εξεγερμένων συναισθημάτων και των θλιμμένων παθών δεν αρκεί για να αναδυθεί μια νέα πολιτική πραγματικότητα κοινωνικά ενσυνείδητη. Η θυμική πολιτική απαλλαγμένη από αξίες και πολιτικό προσανατολισμό κινδυνεύει είτε να οδηγήσει σε εκ νέου κατακερματισμένες και αποσπασματικές απαντήσεις, είτε σε νέα σαρωτικά κύματα συντηρητισμού. Υπ’ αυτήν την έννοια, το αίτημα για Δικαιοσύνη παραμένει μετέωρο και κενό περιεχομένου μέχρις ότου νοηματοδοτηθεί μέσα από συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους και πρωτοβουλίες. Μέχρι τότε η εικόνα θα παραμένει ίδια: κατακερματισμένη αντιπολίτευση από την μία, συμπαγής και γαντζωμένη στην εξουσία κυβέρνηση από την άλλη.

Η κρίση εμπιστοσύνης στο κομματικό και το πολιτικό σύστημα και η κρίση δημοκρατίας δεν είναι νέες παρατηρήσεις. Έχουν πια παγιωθεί. Για να αντιστραφεί, πρέπει πρώτα να υπάρξουν πολιτικές δυνάμεις που θα προσελκύσουν το ενδιαφέρον του κόσμου. Σε μια κοινωνία χαμηλών προσδοκιών, χωρίς ιδιαίτερες αντιστάσεις, πώς μπορούν να ηττηθούν αυτές οι πολιτικές που γεννούν τις κρίσεις;

Πράγματι, δεν υπάρχει αντίδραση, αλλά συχνά στιγμιαίες εκτονώσεις χαμηλού προσωπικού κόστους (συνήθως στο διαδίκτυο). Σαφώς οι συνεχείς ματαιώσεις έχουν διαμορφώσει ένα υπόστρωμα απροθυμίας για νέα οργανωτικά και πολιτικά εγχειρήματα. Ο «χώρος» της αντίστασης χρειάζεται σίγουρα ανανέωση και αναστοχασμό, με την κληρονομιά του παρελθόντος αλλά και απαλλαγμένη από τις ματαιώσεις που βιώσαμε οι προηγούμενες γενιές και γίναμε πιο «δυσκίνητες». Εδώ μπαίνει το παράδειγμα Μαμντάνι. Τι μας διδάσκει; Όπου συγκροτείται ένα πρόγραμμα με κοινωνικά αιτήματα, χωρίς να επιχειρεί να εξευμενίσει το «τέρας», και όπου η πόρτα-πόρτα δουλειά πάει χέρι-χέρι με τη δημόσια παρουσία, ανταπόκριση θα υπάρχει. Εδώ σαν να έχει εγκαταλειφθεί αυτό το πεδίο συλλογικής δράσης. Σαν να επιλέγονται οι εύκολες –πλην ατελέσφορες– λύσεις.

Όσο σβήνουν οι συλλογικότητες και αποδυναμώνεται η συλλογική δράση, ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια τα προσωποπαγή κόμματα..

Και αυτό απηχεί τον κατακερματισμό της αντιπολίτευσης, αλλά και την απροθυμία των δυνάμεων της αντιπολίτευσης στο να εμπλακούν σε μια πιο επίπονη, πιο χρονοβόρα αλλά σίγουρα πιο αποτελεσματική διαδικασία σμίλευσης ενός συλλογικού αφηγήματος. Αντιθέτως, μοιάζει πως ολοένα και περισσότερο διολισθαίνουν στον εύκολο δρόμο της προσωποπαγούς πολιτικής, όπου το πρόσωπο συμπυκνώνει το πολιτικό σχέδιο, την ιδεολογία και τις αιχμές. Τα μονοπρόσωπα κόμματα αποτελούν σύμπτωμα του καιρού μας. Βέβαια, το εκάστοτε προσωποπαγές κόμμα παρά την επικοινωνιακή καταιγίδα που δύναται να προκαλέσει θα παραμένει πάντα μειοψηφικό και δεν θα υπερβαίνει το όριο εκλογικής επίδοσης ενός φαν κλάμπ.

Το κόμμα Καρυστιανού επιχειρεί να εκπροσωπήσει το κύμα δυσαρέσκειας και να εκφράσει το μαζικό κίνημα «Δεν έχω οξυγόνο», την ίδια στιγμή που παίρνει θέση επί όλων των ζητημάτων και ανοίγεται σε όλη την πολιτική ατζέντα. Τι μας δείχνει;

Η συλλογική δράση, σε πολύ μεγάλο βαθμό, είχε μπει σε πάγο λόγω συνθήκης «πανδημίας», με αποτέλεσμα πολλοί άνθρωποι, κυρίως οι νέοι, να μην έχουν βιώματα συμμετοχής σε κινήματα. Με το «ηθικό σοκ» που προκάλεσε το έγκλημα στα Τέμπη ο κόσμος ξανακατέβηκε στους δρόμους, ενώ συγκροτήθηκε ο Σύλλογος Συγγενών Θυμάτων που απεδείχθη υποδειγματικός ως προς το να δημιουργεί γεγονότα συλλογικής δράσης. Αυτό δείχνει μια πραγματική δυναμική, στην οποία συντάχθηκαν και συντονίστηκαν άνθρωποι από διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις και με διαφορετικές στοχεύσεις, στο όνομα της απόδοσης ευθυνών. Το ότι κάποιος γονιός αντιλαμβάνεται ότι προκειμένου να ασκήσει πολιτική πίεση πρέπει να συμμετέχει σε ένα κόμμα, είναι κάτι απολύτως θεμιτό και εύλογο. Όμως, όπως δεν υπάρχουν μονοπρόσωπα κόμματα, έτσι δεν υπάρχουν και μονοπρόσωπα κινήματα. Υπάρχουν ηγετικές φιγούρες, αλλά τα κινήματα ούτε κηδεμονεύονται, ούτε «κυβερνώνται». Και ύστερα, δεν ξέρω σε ποιον βαθμό το συνολικό πολιτικό πρόγραμμα της κ. Καρυστιανού όταν αρχίζει να ξεδιπλώνεται θα έχει την ίδια απήχηση με το αίτημα απόδοσης ευθυνών για το έγκλημα των Τεμπών. Το αίτημα για δικαιοσύνη –αν ήταν κινηματικό– πέρα από την απόδοση ευθυνών θα έθετε στον πυρήνα του το ζήτημα των ασφαλών δημόσιων μεταφορών.

Ποια η γνώμη σου για την κίνηση Τσίπρα να κατέβει ξανά στις εκλογές –ένα ακόμα προσωποπαγές κόμμα– ως μια προσπάθεια να εκπροσωπήσει τον ευρύτερο χώρο του Κέντρου και να αποτελέσει τον αντίπαλο της ΝΔ;

Είναι σαφές πως θα έχουμε πολλά κόμματα χαμηλών πτήσεων στις επόμενες εκλογές, καθώς ο δικομματισμός όπως τον γνωρίζαμε δεν υφίσταται πια. Από τη μια, ο εξ’ αριστερών ανταγωνιστικός πόλος προς τον Μητσοτάκη μοιάζει πως είναι κατά βάση συριζογενής, αυτός που απαρτίζεται από τα θραύσματα του πάλαι ποτέ ΣΥΡΙΖΑ: ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά, ΜέΡΑ25, Πλεύση Ελευθερίας, κλπ. Από την άλλη, ο Αλ. Τσίπρας δεν δύναται –ούτε και θέλει;– να επανασυσπειρώσει αυτόν τον κονιορτοποιημένο χώρο, γύρω από ένα κόμμα ή έστω πάνω σε μία συμφωνία σε κάποια σημεία. Ούτε με το ΠΑΣΟΚ μοιάζει να επιτυγχάνεται αυτό, καθώς και το ίδιο το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε μια διαρκή στρατηγική περιδίνηση που κι αυτή προσωποιείται (Γερουλάνος, Ανδρουλάκης, Δούκας, κοκ). Πώς θα φτιάξει τον αντίπαλο πόλο επομένως; Πώς θα υπερβεί το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ του 2023, χωρίς πρόγραμμα και κυρίως χωρίς νέες πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες;

Η Αριστερά πώς μπορεί να σταθεί ξανά στα πόδια της, ώστε να αποτελεί έναν παράγοντα εξελίξεων, σε αυτό το περιβάλλον της δυσαρέσκειας, της απόσυρσης, με το πολιτικό προσωπικό που δεν ανανεώνεται, χωρίς να οργανώνεται και να δρα, χωρίς να παρεμβαίνει σε εργασιακούς χώρους ή πανεπιστήμια;

Πρέπει να επιστρέψουμε στα βασικά. Με τον ίδιο τρόπο που το έκανε, όταν ήταν αξιοπρεπής αριστερά και είχε μια αξιοσύνη κοινωνική και πολιτική: μέσα από τη συλλογική δράση, μέσα από τη διαρκή παρουσία, και όχι υπακούοντας και υποκύπτοντας στις σαγήνες του αυτάρεσκου, αντιπαραθετικού και αυτοαναφορικού λόγου. Δεν υπάρχει εύκολος δρόμος. Υπάρχει ο δρόμος της χειροποίητης πολιτικής. Θέλει υπομονή, εμπιστοσύνη στις αρχές μας και επιμονή στα αιτήματά μας. Έξω από μικρές διαφορές που μεγαλοποιούνται ή εύκολους δρόμους αυτοαναπαραγωγής μας, σε ένα περιβάλλον που πια δεν θα είμαστε και χρήσιμοι.

Ιωάννα Δρόσου
Η ΕΠΟΧΗ