Macro

Κύρκος Δοξιάδης: Tο κράτος και ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός

Ο Κύρκος Δοξιάδης είναι ένας καταξιωμένος πανεπιστημιακός δάσκαλος (καθηγητής κοινωνικής θεωρίας στο ΕΚΠΑ) με πλούσιο συγγραφικό έργο, και ταυτόχρονα ένας διανοούμενος της ανανεωτικής, δημοκρατικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς που όσα χρόνια τον ξέρω –και είναι αρκετά– δεν μασάει τα λόγια του. Σε λίγες μέρες κυκλοφορεί από τις εκδόσεις νήσος το βιβλίο του με τίτλο Νεοφιλελευθερισμός και νεοτερική εξουσία: Καπιταλισμός, βιοπολιτική, ακροδεξιά. Ως σταθερός φίλος της Εποχής, είχε την ευγενή καλοσύνη να μας επιτρέψει να προδημοσιεύσουμε εκτενή αποσπάσματα του εξαιρετικά επίκαιρου τελευταίου κεφαλαίου του πονήματός του που φέρει τον τίτλο «Το κράτος και ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός». Τον ευχαριστούμε πολύ.
Χ. Γο.
«Οφείλουμε να δηλώσουμε στις κυβερνήσεις: Ξέρουμε ότι είστε ένοπλη δύναμη, στραμμένη κατά του προλεταριάτου. Εμείς θα δράσουμε εναντίον σας ειρηνικά, εκεί όπου αυτό θα είναι για μας δυνατό, και ένοπλα, όταν αυτό γίνει αναπόφευκτο.» Από ομιλία του Καρλ Μαρξ στο Λονδίνο, τον Σεπτέμβριο του 18711
Το τελευταίο σκέλος ας το αφήσουμε προς το παρόν, έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι από τότε που μιλούσε ο Μαρξ, η αριστερά έχει μάθει πολλά (αυτή που έχει μάθει) για την αναπόφευκτη, αν και τρομακτικά δύσκολη, επιλογή του δημοκρατικού δρόμου. Ως προς το πρώτο σκέλος όμως, δεν θα είχαμε πολλά να προσθέσουμε. Πέρα από το να επισημάνουμε ότι ο περίπου ενάμισι αιώνας που μεσολάβησε από τότε που τα έλεγε αυτά ο Μαρξ ήταν το διάστημα κατά το οποίο γεννήθηκε, αναπτύχθηκε, άνθησε, εκφυλίστηκε και πέθανε το κοινωνικό κράτος. Το κοινωνικό κράτος, και ο κρατικός παρεμβατισμός που στοχεύει στην κοινωνική συνοχή και όχι στην εξυπηρέτηση του ιδιωτικού κεφαλαίου, αποτέλεσαν μια τεράστια παρένθεση στην ιστορία του καπιταλισμού, που είχε να κάνει με τη στερέωση της ηγεμονίας του, με την αντιμετώπιση του «αντίπαλου δέους» των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» για όσο αυτό κράτησε, και με την επικίνδυνη έλλειψη συνοχής που είχαν επιφέρει στις αναπτυγμένες κοινωνίες οι ταξικά δυσανάλογες καταστροφικές συνέπειες των δύο παγκόσμιων πολέμων. Το κοινωνικό κράτος και ο κεϋνσιανός παρεμβατισμός ήταν τα μόνα στοιχεία που προσέδιδαν στο κράτος μια ιδιότητα πέραν της ένοπλης δύναμης κατά του προλεταριάτου […]
Έχεις δύο ελέφαντες μέσα στο δωμάτιο. Όποιος δεν βλέπει τον έναν, που είναι ο καπιταλισμός, δεν είναι αριστερός. Όποιος δεν βλέπει τον άλλον, που είναι το κράτος, είναι μεταμοντέρνος.
Και σε αυτό έχει υπάρξει παρερμηνεία του Φουκώ. Ένας από τους λόγους για τους οποίους θεωρείται μεταμοντέρνος είναι επειδή –επίσης θεωρείται ότι– παραμελεί το κράτος. Πριν αντιμετωπίσουμε αυτή την παρερμηνεία όμως, ας πούμε δυο λόγια για τη σύνδεση «μη κράτους» και μεταμοντερνισμού.
Ο μεταμοντερνισμός ως «αντίστροφος εγελιανισμός»
Η σύνδεση από μόνη της είναι λίγο πολύ σωστή. Η έμφαση στο μερικό και στην αποσπασματικότητα, η αποφυγή των «μεγάλων αφηγήσεων», όντως δημιουργούν μια νοητική στάση που αποφεύγει τη σύλληψη του κράτους. Το κράτος, από τον χομπσιανό Λεβιάθαν έως την εγελιανή ολότητα, αλλά και μέχρι την αλτουσσεριανή έννοια του κράτους ως εποικοδομήματος που περιλαμβάνει τα πάντα εκτός από την οικονομία, και που επί πλέον προσκτάται έναν «ανιστορικό», δηλαδή «πανιστορικό», ήτοι «αιώνιο» χαρακτήρα, όντως αντιδιαστέλλεται προς οποιαδήποτε προσέγγιση αυτοπροβάλλεται ως αποσπασματική και μερική. Επί πλέον, το κράτος αποτελεί τον απαραίτητο «τόπο» της όποιας «μεγάλης αφήγησης» που προτάσσεται ως συνολικό ερμηνευτικό σχήμα της ανθρώπινης ιστορίας.
Από την άλλη, η εικόνα του κράτους ως μιας ολικής και πανιστορικής οντότητας, πριν αποτελέσει αντικείμενο κριτικής μιας μεταμοντέρνας προσέγγισης, προσκρούει στην κριτική από τη σκοπιά του ιστορικού υλισμού. Το κράτος ως σύνολο υλικών θεσμών είναι αδιανόητο πέρα από την ιστορικότητά του. Ακόμη και αν συμπεριλάβουμε στην έννοια του «κράτους» τόσο ετερογενείς θεσμικές μορφές όπως: πόλη-κράτος, αυτοκρατορία, φέουδο, απολυταρχία, νεοτερικό έθνος-κράτος, τούτη και μόνον η ετερογένεια προσδίδει στο κράτος τον ιστορικά περατό του χαρακτήρα, ανεξάρτητα από τις νομιμοποιητικές ιδεολογίες που το συνοδεύουν.
Η μεταμοντέρνα απέχθεια προς την έννοια του κράτους είναι ίσως αποκαλυπτική για την ίδια την εξουσιαστική επενέργεια του μεταμοντερνισμού στο πλαίσιο της σύγχρονης σκέψης. Με το δεδομένο ότι ο mainstream μαρξισμός είχε ταυτιστεί σχεδόν με μια αριστερή ή «υλιστική» εκδοχή του εγελιανισμού, όσο κυριαρχούσε στην κριτική σκέψη, τούτη ακολουθούσε λίγο πολύ το εγελιανό υπόδειγμα. Όταν προέκυψε ο μεταμοντερνισμός, ο «επίσημος» μαρξισμός είχε αρχίσει να κλονίζεται μαζί με τα καθεστώτα του «υπαρκτού» που έμελλαν μετά από λίγο να καταρρεύσουν. Τη θέση του εγελιανισμού ως υποδείγματος κριτικής σκέψης κατέλαβε ο μεταμοντερνισμός ως «αντίστροφος εγελιανισμός», αντίστροφος όμως όχι πλέον με τη μαρξική έννοια της υλιστικής «αντιστροφής» της ιδεαλιστικής εγελιανής διαλεκτικής, αλλά με την έννοια της «αντιολοποίησης». Όπου «αντιολοποίηση» εδώ σημαίνει όχι απλώς αποφυγή της ιδεαλιστικής υποστασιοποίησης της ολότητας ως πανιστορικού ερμηνευτικού σχήματος σε οποιαδήποτε από τις παραλλαγές του, αλλά πεισματική άρνηση ενασχόλησης με οτιδήποτε υπερβαίνει το περιστασιακό, το εφήμερο, το τοπικό, ακόμη και όταν αυτό όντως υπάρχει και καθίσταται πολλαχώς εμφανές στην υλικότητα της καθημερινότητάς μας.
Εξ ου και η πλήρης αποδυνάμωση της κριτικής σκέψης που επέφερε η θριαμβευτική επικράτηση του μεταμοντερνισμού. Εκεί που παλαιότερα ο εγελιανισμός οδηγούσε είτε σε θρησκευτικού τύπου πίστεις στη νομοτέλεια της επανάστασης είτε σε εξωραϊσμό του «ολοποιητικού», δηλαδή του απολύτως αυταρχικού χαρακτήρα του σοσιαλιστικού κράτους, τώρα ο μεταμοντερνισμός κατ’ ουσίαν αφαιρεί τη δυνατότητα άσκησης πολιτικής κριτικής, εξομοιώνοντας την πολιτική με κάτι που στην καλύτερη περίπτωση περιορίζεται στα αιτήματα των λεγόμενων «νέων» κοινωνικών κινημάτων […]
Η «κυβερνητικότητα» του Φουκώ
Σε παλαιότερες δουλειές μου για τον Φουκώ,2 έβλεπα τον όρο «κυβερνητικότητα», τον οποίο είχε εισαγάγει ο Φουκώ σε εκείνη τη διάλεξη του 1978,3 ως έναν «πολιτικά πολύ πιο ουδέτερο όρο» από τον όρο «εξουσία». Και είναι αλήθεια πως, όπως είχα επισημάνει τότε, ένα μεγάλο μέρος του αγγλόφωνου κυρίως φουκωισμού έτεινε όντως να χρησιμοποιεί τούτον τον όρο ως μια αποπολιτικοποιημένη εκδοχή της «εξουσίας». Τώρα όμως κάνω την αυτοκριτική μου. Ο όρος «κυβερνητικότητα», παρ’ ότι πράγματι έχει πολλαχώς παρερμηνευτεί κατά τις χρήσεις του από φουκωικούς και μη, δεν είναι παρά ο φουκωικός όρος για το «κράτος» […]
Η κυβερνητικότητα είναι για τον Φουκώ η εξουσιαστική εκείνη πρακτική που ορίζει το καθαυτό νεοτερικό κράτος ως τέτοιο […] [Στην] προτελευταία [παράγραφο] της διάλεξης όπου εισάγει την έννοια της κυβερνητικότητας, ο Φουκώ σκιαγραφεί μια χονδροειδή γενεαλογία, τρόπον τινά, του κυβερνητικού κράτους, που είναι το νεοτερικό και σύγχρονο κράτος, ακριβώς για να συνδέσει την κυβερνητικότητα με λίγο πολύ όλες τις κύριες έννοιες με τις οποίες έχει συνδεθεί το κράτος: με το κράτος ως νόμο –μεσαίωνας και φεουδαρχία–, αλλά και με το κράτος ως επικράτεια – απαρχές της νεοτερικότητας και απολυταρχισμός. Όπως φαίνεται [σε αυτή την παράγραφο], δεν υπονοεί ότι οι προηγούμενες μορφές του κράτους –νόμος, επικράτεια– έχουν εξαφανιστεί στην καθαυτό νεοτερικότητα. Απλώς εντάσσονται στο κυβερνητικό κράτος ως συνιστώσες του.
Ως προς τον νόμο και το «κράτος δικαίου», εδώ ο Φουκώ επαναλαμβάνει μια συλλογιστική που είχε ήδη αναπτύξει στις σχετικές σελίδες του πρώτου τόμου της Ιστορίας της σεξουαλικότητας.4 Η δικαϊκολογική σύλληψη της εξουσίας επενεργεί στη νεοτερικότητα ως νομιμοποιητική αναπαράσταση της εξουσίας, που σημαίνει ως νεοτερική ιδεολογία περί εξουσίας,5 αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ως αναπαράσταση ήρθε από το πουθενά ή ότι αποτελεί μια εξ ολοκλήρου επινόηση της νεοτερικότητας. Προέρχεται από μια πραγματική κατάσταση, κατά τον μεσαίωνα και την απολυταρχία, κατά την οποία ο φεουδάρχης ή ο απολυταρχικός ηγεμόνας, ο προνεοτερικός κυρίαρχος (souverain), εκαλείτο να παίξει τον ρόλο του θεσμού που ρυθμίζει και διευθετεί τις μεταξύ των επί μέρους φεουδαρχικών εξουσιών συγκρουσιακές σχέσεις.
Εδώ βλέπουμε ότι η βάση της φουκωικής κριτικής της νομικιστικής σύλληψης της εξουσίας συνίσταται σε μια πείσμονα άρνηση των θεμελίων του κλασικού φιλελευθερισμού: ότι η φεουδαρχία και το απολυταρχικό κράτος βρίσκονταν σε μια κατάσταση διαρκούς αταξίας και παρανομίας, που επί τέλους με τη νεοτερικότητα και τον Διαφωτισμό διορθώθηκαν. Πρόκειται προφανώς για μια ιδεαλιστική σύλληψη, η οποία αγνοεί την ιστορικότητα των υλικών δομών που πάντοτε προσδιόριζαν ως τέτοιους τους νομικούς θεσμούς. Ήτοι, τη θεσμοποιημένη βία που στηρίζει την εξουσία η οποία ασκείται στο όνομα του εκάστοτε «κυρίαρχου», είτε πρόκειται για τον βασιλιά, είτε για τον «κυρίαρχο λαό».
Πράγμα που με τη σειρά του σημαίνει ότι και στη νεοτερικότητα, ο νόμος, ως αναπαράσταση-ιδεολογία της εξουσίας, έχει την πραγματική-υλική του διάσταση στο ότι απλούστατα υλοποιείται, δηλαδή εφαρμόζεται. Κι έτσι περνάμε στο δεύτερο στάδιο της γενεαλογίας, στο διοικητικό και επικρατειακό κράτος, που εκφράζεται, από τη συνθήκη της Βεστφαλίας κι έπειτα, ως θεσμός του έθνους-κράτους. Και που ορίζεται από την εφαρμογή των νόμων σε μια δεδομένη επικράτεια. Πρόκειται για τη διοίκηση ως πρακτική πολιτική, όπου τη θέση του απόλυτου κυρίαρχου που λειτουργεί περισσότερο ως συμβολική μορφή παρά ως πραγματική υπόσταση, την καταλαμβάνει ο μακιαβελλικός ηγεμόνας. Ο οποίος έχει απαλλαγεί ακριβώς από την απολυτότητα της συμβολικής παντοδυναμίας του νόμου και αντιλαμβάνεται την εξουσία του με όρους σχέσεων δύναμης που πρέπει να διαχειριστεί αποτελεσματικά. Παραμένει κεντρική μορφή άσκησης εξουσίας ωστόσο, και κατά τούτο, σύμφωνα με τον Φουκώ, δεν αρκεί η κατανόηση της μακιαβελλικής ηγεμονικής εξουσίας προκειμένου να συλλάβουμε την ιδιαιτερότητα της νεοτερικής εξουσίας και του νεοτερικού κράτους.6
Υπ’ αυτή την έννοια, δεν είναι τυχαίο που ο Φουκώ, στην καθαυτό διάλεξή του για την κυβερνητικότητα,7 αναφέρει ως θεμελιώδη «προγραμματικά κείμενα», ούτως ειπείν, της κυβερνητικότητας κάποια βιβλία της αντιμακιαβελλικής φιλολογίας που είχε αναπτυχθεί κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα, τα οποία προβάλλουν μια θεωρία περί κυβέρνησης που διαφοροποιείται από τον Ηγεμόνα του Μακιαβέλλι ακριβώς κατά το ότι δεν επικεντρώνεται στη μορφή του κυρίαρχου, αλλά διαχέεται σε όλα τα επίπεδα του κοινωνικού σώματος, από τον ηγεμόνα μέχρι τον οικογενειάρχη και τον εαυτό. Ήσσονος σημασίας κείμενα όσον αφορά τη σπουδαιότητά τους στην ιστορία της πολιτικής σκέψης, ίσως επειδή ακριβώς δεν ακολουθούν την κυριαρχική παράδοση της κλασικής περιόδου. Επιδραστικά στην εποχή τους όμως παρ’ όλα αυτά, τουλάχιστον σύμφωνα με τον Φουκώ, ο οποίος διαβλέπει σε αυτά μια πρώτη σκιαγράφηση των αρχών του κυβερνητικού κράτους.
Το καθοριστικό στοιχείο όμως για την ιστορική ανάδυση της κυβερνητικότητας ως πραγματικής κρατικής πρακτικής, η πραγματικότητα εκείνη η οποία σημάδεψε ως τέτοια την «κυβερνητικοποίηση» του κράτους σύμφωνα με τον Φουκώ, […] είναι ο πληθυσμός. Και πάλι όμως, όπως [ισχύει και] για το πώς εισάγονται τα σώματα στην ιστορία της διαμόρφωσης της καπιταλιστικής και γενικότερα της νεοτερικής κοινωνίας και εξουσίας, ο πληθυσμός εδώ δεν είναι μια «σκέτη» πραγματικότητα, συνοδεύεται από τις γνώσεις περί πληθυσμού […]
Η χρήση του κράτους από τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό
Στη διάλεξη με ημερομηνία 7 Φεβρουαρίου 1979,8 βλέπουμε πώς αναλύει ο Φουκώ τις σχέσεις του καπιταλισμού με το κράτος. Και πάλι με αναφορά στα συναφή πλέγματα γνώσης και εξουσίας. Εν προκειμένω, αναλύοντας τη γερμανική εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού, τον λεγόμενο ορντοφιλελευθερισμό. […] Εδώ βλέπουμε μια κατά βάσιν οικονομική εκδοχή της θεωρίας των δύο άκρων, η οποία όμως εμπλέκει και το κράτος […] Πιο αποκαλυπτική όμως είναι η «λύση» που προτείνουν οι ορντοφιλελεύθεροι για το κράτος, προκειμένου να μην επαναληφθεί ο εκφυλισμός του που συνέβη επί ναζισμού. Πρόκειται για μια αντιστροφή του κλασικού οικονομικού φιλελευθερισμού:
«[…] αντί να δεχτούμε μια ελευθερία της αγοράς, καθορισμένη από το κράτος και, κατά κάποιον τρόπο, υπό κρατική επιτήρηση –πράγμα που ήταν η συνταγή εκκίνησης του φιλελευθερισμού […] λένε οι ορντοφιλελεύθεροι, πρέπει να αναστρέψουμε ολοκληρωτικά τη συνταγή και να αποκτήσουμε μια ελευθερία της αγοράς ως οργανωτική και ρυθμιστική αρχή του Κράτους, από την αρχή της ύπαρξής του μέχρι την τελευταία μορφή των παρεμβάσεών του. […]» […]
Το καπιταλιστικό σύστημα γνώσης και εξουσίας αποδείχτηκε ιστορικά ισχυρότερο από εκείνο του κράτους διότι, ως οικονομικό κυρίως σύστημα, δηλαδή ως σύστημα που στηρίζεται στην παραγωγή υλικών αγαθών, από τη Βιομηχανική Επανάσταση κι έπειτα ανέλαβε εξ ολοκλήρου την εκμετάλλευση των υλικών δυνατοτήτων που παρείχαν οι επιστήμες και οι τεχνολογικές τους εφαρμογές. Εξ ου και η βαρύνουσα υλικότητά του ως συστήματος. Ενσωματώνοντας στο εσωτερικό του την ίδια την επιστήμη σε όλους τους κλάδους που αφορούν το σώμα και τον πληθυσμό, ήταν το σύστημα εκείνο που κατέστη κυρίαρχο ως προς την άσκηση της καθαυτό νεοτερικής εξουσίας. Οι πρωτόλειες μορφές της κυβερνητικότητας ως παραγωγικής κρατικής εξουσίας μπορεί να στηρίζονταν σε προβιομηχανικές παραγωγικές πρακτικές κατά τον 18ο αιώνα, από τη Βιομηχανική Επανάσταση όμως κι έπειτα οι κυβερνητικές κρατικές πρακτικές δεν έπαψαν να επιζητούν και να στηρίζονται σε παραγωγικές πρακτικές και σε παραγόμενα εμπορεύματα που παρείχε η καπιταλιστική οικονομία – από τα όπλα που εφοδίαζαν στρατό και αστυνομία μέχρι ιατρικά μηχανήματα και φάρμακα απαραίτητα για τη μέριμνα της δημόσιας υγείας. Αν η καπιταλιστική εξουσία έχει επικρατήσει στην εποχή της παραγωγικής εξουσίας, είναι επειδή πρόκειται για μια εξουσία που στηρίζεται στην παραγωγή.
Η επικράτηση του καπιταλισμού στη νεοτερικότητα τού παρείχε και τη δυνατότητα να επιλέγει τις εκάστοτε σχέσεις του με το κράτος. Αρχικά ο καπιταλισμός είχε να αντιπαλέψει με τα απομεινάρια του απολυταρχικού κράτους και της φεουδαρχίας, που σε μεγάλο βαθμό συνόδευαν το νεοτερικό κράτος και για μεγάλο διάστημα μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση. Από ένα τέτοιο κράτος ο καπιταλισμός ήθελε ελευθερία∙ αυτό λοιπόν απαίτησε, εξ ου και οι αρχικές αξιώσεις του οικονομικού φιλελευθερισμού. Ελευθερία από το κράτος και κρατική κατοχύρωση της ατομικής ιδιοκτησίας που είναι η πολιτική βάση του καπιταλισμού. Τώρα, αν αυτό αναπόφευκτα σήμαινε και στήριξη των δημοκρατικών θεσμών που εξασφαλίζουν και άλλες ελευθερίες πέραν της οικονομικής καθώς και άλλα δικαιώματα πέραν της ατομικής ιδιοκτησίας, τι να κάνουμε, πώς αλλιώς να έχεις τον λαό με το μέρος σου, κάνεις τουμπεκί ψιλοκομμένο και «αγωνίζεσαι» με δαύτον για την κατοχύρωση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Ο νεοφιλελευθερισμός εμφανίστηκε την εποχή που είχαν πλέον εκλείψει τα κατάλοιπα της φεουδαρχίας και του απολυταρχισμού στις αναπτυγμένες χώρες. Από το κράτος απέμενε μόνον η απειλή της «κολεκτιβοποίησης» από τα «άκρα» του ναζισμού και της αριστεράς. Ήταν καιρός επομένως να «εκσυγχρονιστεί». Να παραμένει κράτος –όλα κι όλα, δεν εγκαταλείπουμε τη μόνη αληθινή εγγύηση, που είναι η αποκλειστική νόμιμη ένοπλη βία–, αλλά κράτος καθ’ όλα καθοδηγούμενο από τις αρχές του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.
Ο όρος «ένοπλη κυβερνητικότητα» τον οποίο λανσάρω για να αναφερθώ στην κρατική εξουσία της εποχής του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού δεν ενέχει εντός του την παραμικρή αντίφαση. Δεν είναι παρά η ολοκλήρωση της άλωσης του κράτους από τον καπιταλισμό. Πρόκειται για μια παραγωγική εξουσία που στηρίζει το σύστημα που την εκτρέφει και την καθοδηγεί. Ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες, πότε με τη χρηματοπιστωτική ασφυξία, πότε με την ένοπλη βία των ΜΑΤ και του στρατού […]
Σημειώσεις
1. The International Workingmen’s Association, 1871, «Political Action and the Working Class: Speech by Marx at the London Conference of the International, September, 1871», προσβάσιμο στο https://www.marxists.org/…/1871/09/politics-speech.htm (τελευταία ανάκτηση 2 Δεκεμβρίου 2020).
2. Βλ., για παράδειγμα, Κύρκος Δοξιάδης, Ο Foucault της φιλοσοφίας και της Αριστεράς, Αθήνα: νήσος, 2015, σ. 154.
3. Michel Foucault, Sécurité, territoire, population: Cours au Collège de France, 1977-1978, Παρίσι: EHESS, Gallimard, Seuil, 2004, σ. 91-118. (ελλ. έκδ. Michel Foucault, Φυλακή / Κυβερνολογική. Δύο κείμενα, μτφρ. Δημήτρης Κόρος, Θεσσαλονίκη: Ακυβέρνητες Πολιτείες, 2017, σ. 45-88)
4. Michel Foucault, Ιστορία της σεξουαλικότητας 1: Η βούληση για γνώση, μτφρ. Τάσος Μπέτζελος, Αθήνα: Πλέθρον, 2011, σ. 102-108.
5. Παρ’ ότι δεν χρησιμοποιεί τον όρο «ιδεολογία»: Επ’ αυτού βλ. ιδίως Δοξιάδης, Ο Foucault της φιλοσοφίας και της Αριστεράς, σ. 51-136.
6. Foucault, Ιστορία της σεξουαλικότητας 1, σ. 114.
7. Foucault, Sécurité, territoire, population, σ. 91-118. (ελλ. έκδ. Foucault, Φυλακή / Κυβερνολογική, σ. 45-88)
8. Michel Foucault, Η γέννηση της βιοπολιτικής: Παραδόσεις στο Κολλέγιο της Γαλλίας (1978-1979), μτφρ. Βασίλης Πατσογιάννης, Αθήνα: Πλέθρον, 2012, σ. 107-128.
Κύρκος Δοξιάδης
Πηγή: Η Εποχή