Macro

Κωστής Καρπόζηλος: Λαϊκό Μέτωπο: η πολιτική της σύγκρουσης

Το Λαϊκό Μέτωπο στη Γαλλία είναι ένα σημείο αναφοράς σχεδόν έναν αιώνα μετά γιατί για εκατομμύρια πολίτες της χώρας είναι το συνώνυμο ριζικών κοινωνικών μεταρρυθμίσεων.
 
«Τα σημεία δείχνουν τρικυμίαν. Η θάλασσα συνταράσσεται και μολονότι οι αισιόδοξοι λέγουν ότι η ταραχή αυτή είνε προοίμιον ευτέρας συνασπίσεως κατά της επερχόμενης θυέλλης, οι αντικειμενικώτεροι βλέπουν ήδη τα πρώτα κύματα να πιτσιλίζουν τους πρωτοπόρους. Και πραγματικά μια ποντοπορία αληθινή είνε αυτή που επιχειρείται σήμερα».
Έτσι περιέγραφε τον Ιανουάριο του 1938 ένα ακόμα ταραχώδες επεισόδιο στις τάξεις της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου ο εγκατεστημένος στο Παρίσι Σεραφείμ Μάξιμος. Ο κορυφαίος μαρξιστής διανοητής εργαζόταν σαν ανταποκριτής της Βραδυνής. Διαβάζω αυτές τις ανταποκρίσεις και εκτός από το προφανές -την χαμένη παράδοση μιας κριτικής δημοσιογραφίας που βλέπει πέρα από το επίπεδο του προφανούς- σκέφτομαι το πόσο αυτό που εμείς καταλαβαίνουμε ως ιστορία περιέχει μυριάδες χαοτικές και συχνά αντιφατικές ιστορίες. Γιατί αυτό ήταν το Λαϊκό Μέτωπο. Μια καθημερινή, περίπλοκη και επώδυνη συμμαχία πολιτικών δυνάμεων κόντρα στο ρεύμα του καιρού. Την άνοδο του φασισμού, τη δυναμική του εθνικισμού, τη λογική του πολέμου. Το Λαϊκό Μέτωπο του 1938 δεν εμφανίστηκε από παρθενογένεση. Υπαγορεύτηκε από την ατμόσφαιρα του κατεπείγοντος, πάτησε πάνω στη συμμαχία σοσιαλιστών και κομμουνιστών ήδη από το 1934 στη Γαλλία, προέκυψε μέσα από διαδοχικές κρίσεις που άλλαξαν τα κόμματα και τους ανθρώπους τους. Και κατέρρευσε μέσα από την αδυναμία του να υπερβεί το όριο της εποχής του. Την τρικυμία στην οποία αναφέρεται ο Μάξιμος.
 
Τι παρακαταθήκη δημιούργησε το Λαϊκό Μέτωπο; Καταρχήν αυτή του αντιφασισμού. Της υποστολής δηλαδή των διαφοροποιήσεων στην Αριστερά στο όνομα ενός κοινού στόχου που συνοψίζεται στην ανακοπή της δυναμικής της άκρας δεξιάς σε όποια μορφή. Είναι μια παράδοση που εμπνέει και συγκινεί γιατί συνδέεται με την ανάλογη εμπειρία της Ισπανίας και την επίγνωση ότι σε αυτές τις δύο χώρες -στη Γαλλία και στην Ισπανία- χάθηκε εντέλει η δυνατότητα για μια ιστορική εξέλιξη απαλλαγμένη, ενδεχομένως, από την καταστροφή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτό το διανοητικό και συγκινησιακό φορτίο, όσο και αν φαντάζει παράδοξο, αποδείχθηκε εξαιρετικά ανθεκτικό στο χρόνο. Και σήμερα, σε μια νέα συνθήκη ανόδου της άκρας δεξιάς, επιστρέφουμε ίσως και από αμηχανία στη λογική του Λαϊκού Μετώπου για να φανταστούμε εκεί μια συνταγή, ένα υπόδειγμα, για το πώς πρέπει να πορευτούμε. Ξεχνώντας, όμως, μια κρίσιμη και καθοριστική παράμετρο: ότι το Λαϊκό Μέτωπο υπήρξε πάνω από όλα υπόθεση του πλήθους. Των συνδικάτων, της πολιτικής του δρόμου, της λαϊκής κινητοποίησης. Εκεί όπου ο αντιφασισμός συνδέθηκε με το αίτημα της ριζικής επίλυσης του κοινωνικού ζητήματος. Δηλαδή εκεί που η ιδέα της καταπολέμησης του φασισμού συνομίλησε με τη διεκδίκηση κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων και τον περιορισμό της εξουσίας των ελίτ.
 
Το Λαϊκό Μέτωπο στη Γαλλία είναι ένα σημείο αναφοράς σχεδόν έναν αιώνα μετά γιατί για εκατομμύρια πολίτες της χώρας είναι το συνώνυμο ριζικών κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Αυτό που σήμερα θεωρείται εν πολλοίς αυτονόητο -οι καλοκαιρινές διακοπές για τους εργαζόμενους- ήταν δημιούργημα της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου. Ήταν μια βαθιά τομή: ελεύθερος χρόνος για τους παραγωγούς του πλούτου. Και αυτό, όπως σημειώνει η Κατερίνα Λαμπρινού, συγκροτεί μια στέρεη υλική παράδοση που ερμηνεύει γιατί ειδικά στη Γαλλία βλέπουμε να ξεσπούν μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις κάθε φορά που μια κυβέρνηση επιχειρεί μια νέα ρύθμιση του χρόνου εργασίας σε βάρος των εργαζομένων. Το Λαϊκό Μέτωπο δεν είναι μια ξεθωριασμένη αφίσα στον τοίχο των αναμνήσεων. Είναι η απαρχή, το θεμέλιο, του γαλλικού κοινωνικού συμβολαίου. Και για αυτό, αν κανείς μπει στον κόπο να διαβάσει το πρόγραμμα του Λαϊκού Μετώπου του 2024 ξεχωρίζουν εκείνα τα μέτρα που περιγράφουν τη σύγκρουση με τη λογική της καπιταλιστικής κερδοφορίας δίχως κανόνες και την πολιτική της αναδιανομής του πλούτου. Πιο συγκεκριμένα: αύξηση του βασικού μισθού από τα 1.400 στα 1.600 ευρώ καθαρά (14%)· Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ) στους μισθούς· Πλαφόν στις τιμές ενέργειας (ρεύμα, πετρέλαιο, αέριο), τροφίμων και άλλων βασικών αγαθών· Ανατροπή της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης Μακρόν του 2023 και επαναφορά της σύνταξης στα 60 (όπως ίσχυε μέχρι το 2010)· Επαναφορά του «φόρου αλληλεγγύης» στον πλούτο (που καταργήθηκε το 2017 απ’ τον Μακρόν) και επιπλέον φορολογία στα υπερκέρδη.
 
Απέχουμε πολύ από το σημείο αυτό. Η εγχώρια συζήτηση ξεκινά από αφετηρίες που απλά δείχνουν τον εκφυλισμό της ίδιας της συζήτησης: την αναζήτηση του Μεσσία, τη συγκόλληση κομμάτων που δεν έχουν συζητήσει ποτέ πολιτικά μεταξύ τους, τις γενικόλογες διακηρύξεις για τον κίνδυνο της άκρας δεξιάς δίχως την κατανόηση ότι η άνοδός της βασίζεται κυρίως στην επιτυχία της να συνομιλεί με την ανασφάλεια που παράγουν οι κοινωνικές ανισότητες. Πρόκειται για μια καρικατούρα που το μόνο που εγγυάται είναι την κυριαρχία της Δεξιάς και την κανονικοποίηση της άκρας Δεξιάς. Γιατί αυτό που της λείπει είναι το κοινωνικό ένζυμο της σύγκρουσης στο πεδίο που παράγονται οι ανισότητες. Η χώρα μας ζει σε μια ιδιόμορφη μνημονιακή συνθήκη. Τα μνημόνια τελείωσαν, αλλά αυτό που κυριαρχεί είναι η λογική τους για τη συμπίεση των μισθών, την κερδοφορία των λίγων -με τις στρεβλώσεις του ελληνικού κρατικοδίαιτου καπιταλισμού-, και τη δαιμονοποίηση του αιτήματος για ριζική αλλαγή των ταξικών σχέσεων στην ελληνική κοινωνία. Δείτε ξανά το πρόγραμμα του γαλλικού Λαϊκού Μετώπου του 2024. Και ας σκεφτούμε, πώς θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε στην Ελλάδα τον «φόρο αλληλεγγύης» που θα πληρώνουν οι πλούσιοι, αυτοί που κερδίζουν υπέρογκα από μη φορολογημένα εισοδήματα, αυτοί που απολαμβάνουν τα εταιρικά μερίσματα (όπου στη χώρα μας έχουμε τον δεύτερο χαμηλότερο συντελεστή μετά τη Λεττονία). Εκεί είναι το κλειδί. Όχι της σίγουρης επιτυχίας, αλλά της προσπάθειας που αξίζει τον κόπο.
 
Η πολιτική για να εμπνέει πρέπει να μας αφορά. Οι όροι του παιχνιδιού, όπως έδειξε και η συγκλονιστική αποχή στις Ευρωεκλογές, αλλάζουν. Τα παιχνίδια των λίγων επαγγελματιών της πολιτικής, δικαίως, δεν συγκινούν. Και δεν θα συγκινούν όσο παραμένει η συζήτηση στα στενά όρια της αναπαραγωγής φθαρμένων προτάσεων που ομοιάζουν με το πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας. Οι «ποντοπόροι» του 1938 τσακίστηκαν στα βράχια, έχοντας όμως δώσει μια μάχη που συγκροτεί μια αφήγηση για το πώς μπορεί η πολιτική να αλλάζει τις ζωές των ανθρώπων προς το καλύτερο. Η τρικυμία που μας απειλεί το 2024, όσο δεν εστιάζουμε στην παραγωγή πολιτικής με αυτό το πρίσμα, είναι η αδιαφορία. Και αυτός είναι ο κίνδυνος που πραγματικά μας απειλεί.
 
Κωστής Καρπόζηλος