Συνεντεύξεις

Κώστας Μελάς: «Βάση για ανακατανομή του εισοδήματος υπέρ της εργασίας, η φορολογική πολιτική»

Στη δύσκολη πολιτική θέση που βρίσκεται η κυβέρνηση, «στα σκοινιά» όπως γράφουν και φιλικοί της αναλυτές, αντιδρά μέσω της οικονομίας είτε προβάλλοντας τη θετική πορεία της είτε με μέτρα ανακούφισης. Είναι όντως πραγματικό το έδαφος της οικονομίας για ελιγμούς;

Η κυβερνητική αντίδραση μέσω του μετώπου της οικονομίας οφείλεται κατά την άποψή μου στους παρακάτω λόγους: α) Στη χαρακτηριστική αδυναμία των αντιπολιτευόμενων κομμάτων να απαντήσουν με συστηματικό, ακριβή, εμπεριστατωμένο λόγο, και όχι πολιτικάντικο που δίνει μόνο πόντους στην κυβέρνηση (δες την άγνοια προέδρου αντιπολιτευόμενου κόμματος για το Νέο Δημοσιονομικό θεσμικό Πλαίσιο -ΝΔΠ- που διέπει την ΕΕ) στις εξελίξεις του συνόλου των οικονομικών μεγεθών, ένα προς ένα, ακόμη και εντός του εφαρμοζόμενου υποδείγματος το οποίο όχι μόνο μεροληπτεί, πολλές φορές και με τρόπο ακραίο, υπέρ του κεφαλαίου και ενάντια στην εργασία, αλλά επιβάλει και τις απαντήσεις με γνώμονα τις δικές του προτεραιότητες. Αναφέρω για παράδειγμα: το ΝΔΠ το οποίο είναι προσανατολισμένο απολύτως προς τη μείωση του ΔΧ/ΑΕΠ και συνεπώς στην παραγωγή υψηλότατων υπερπλεονασμάτων τα οποία σε ποσοστό πάνω από 60% κατευθύνονται στην αποπληρωμή του χρέους. Ως εκ τούτου, πολλά οικονομικά ερωτήματα έχουν ιδεολογικό προσανατολισμό επιβάλλοντας τις απαντήσεις να κινηθούν εντός των στενών αυτών ορίων. β) Τα περισσότερα κόμματα της αντιπολίτευσης, δεν διαθέτουν οικονομική θεωρία εναλλακτική αυτής που απορρέει από το εφαρμοζόμενο οικονομικό υπόδειγμα της ΕΕ –νεοφιλελεύθερο in senso lato– εκτός από αυτή που ονομάζω θεωρία του καπιταλιστικού ρεαλισμού: δηλαδή μικροδιορθώσεις που σε καμία περίπτωση δεν μπορούν μεταβάλλουν τον καταμερισμό ισχύος υπέρ του κεφαλαίου.

Οι συνέπειες του πολέμου καταγράφονται ήδη στην οικονομία μας, όπως και στην ευρωζώνη. Θα απορροφηθούν εύκολα ή είναι μακράς διάρκειας;

Συνολικά, η παγκόσμια οικονομία μεταβαίνει από το σενάριο της «ομαλής προσγείωσης» σε ένα περιβάλλον αυξημένων κινδύνων, όπου η ανάπτυξη υποχωρεί και ο πληθωρισμός παραμένει επίμονος. Η Ευρώπη είναι από τις περιοχές που πλήττονται περισσότερο από την κρίση, κυρίως λόγω της εξάρτησής της από εισαγόμενη ενέργεια. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι η ανάπτυξη στην ευρωζώνη θα περιοριστεί περίπου στο 1,1% το 2026, με σαφή επιβράδυνση σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις. Οι βασικοί μηχανισμοί μέσω των οποίων επηρεάζεται η ευρωπαϊκή οικονομία είναι η επιδείνωση των όρων εμπορίου, καθώς αυξάνονται το κόστος εισαγόμενης ενέργειας, η πτώση της βιομηχανικής παραγωγής, λόγω υψηλότερου ενεργειακού κόστους και ο περιορισμός της κατανάλωσης, εξαιτίας της μείωσης του πραγματικού εισοδήματος. Παράλληλα, η άνοδος του πληθωρισμού περιορίζει τη δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να χαλαρώσει τη νομισματική πολιτική. Αντίθετα, ενδέχεται να οδηγήσει σε παρατεταμένα υψηλά επιτόκια, επιβαρύνοντας την οικονομική δραστηριότητα. Η ευρωπαϊκή οικονομία, επομένως, βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν συνδυασμό χαμηλής ανάπτυξης και επίμονου πληθωρισμού, δηλαδή με συνθήκες που πλησιάζουν σε μια μορφή «ήπιου στασιμοπληθωρισμού». Η ελληνική οικονομία με τις νέες εκτιμήσεις θα παρουσιάσει μείωση του ρυθμού μεγέθυνσης (1,8%) , αλλά πολύ υψηλότερο πληθωρισμό από την ευρωζώνη (3,5% έναντι 2,6%), και υψηλότερο έλλειμμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Συνεπώς προβλέπεται να είναι μακράς διάρκειας.

Να ξαναρθούμε πάλι στις συνέπειες. Ο πόλεμος αποκάλυψε βαθύτερα υπάρχοντα προβλήματα της οικονομίας; Αν ναι ποια ήταν αυτά;

Νομίζω ότι το βασικό πρόβλημα που ανέδειξε ο πρόσφατος πόλεμος είναι η απόλυτη ολιγοπωλιακή δομή της ελληνικής οικονομίας η οποία έχει γίνει ισχυρότερη επί της παρούσας κυβέρνησης. Ο υψηλότατος πληθωρισμός είναι το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης. Η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου προφανώς αποτελεί αντιαναπτυξιακό παράγοντα και μάλιστα σε μια οικονομία που χαρακτηρίζεται από μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Επίσης, εμφανίζεται οξυμένο το μόνιμο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας που ακούει στο όνομα έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.

Πώς εκτιμάς την αξία των έκτακτων μέτρων που πάρθηκαν, «ανακούφισης της κοινωνίας» όπως χαρακτηρίστηκαν, από την κυβέρνηση; Ο κ. Πιερρακάκης είπε ότι αν κλιμακωθεί η κρίση διαθέτουμε την «αναγκαία δύναμη πυρός». Αληθεύει;

Υπό μια έννοια ό,τι δίνεται στους έχοντες μεγάλη ανάγκη είναι καλοδεχούμενο. Φθάνει να μην προκαλεί συνήθεια που μειώνει περαιτέρω τις προσδοκίες των εργαζομένων και των συνταξιούχων. Οι κυβερνώντες έχουν δημιουργήσει τόσο χαμηλές προσδοκίες σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού που και το αντίδωρο θεωρείται ψωμί για επιβίωση! Το ερώτημα είναι πώς θα αυξηθούν οι προσδοκίες όταν ο σιδερένιος κλωβός της ΕΕ γίνεται στενότερος, σπρώχνοντας όλο και πιο χαμηλά τις προσδοκίες; Τώρα: ο κ. Πιερρακάκης επιχειρηματολογεί με δύναμη ότι με βάση το ΝΔΠ έχουν εξαντλήσει την επιτρεπόμενη αύξηση των εθνικών καθαρών πρωτογενών δαπανών. Άρα με βάση ποιο θεσμικό πλαίσιο θα το κάνει; Εκτός αν υπάρχει τρόπος και επιχειρηματολογεί ψευδώς για το ότι δεν του επιτρέπει το ΝΔΠ…. Όμως νομίζω ότι εννοεί διευκολύνσεις με τις ευλογίες της ΕΕ.

Για τον πληθωρισμό πολλές χώρες της ΕΕ μείωσαν τον ΦΠΑ σε ορισμένα προϊόντα ή προχώρησαν σε διατιμήσεις και ελέγχους. Η κυβέρνηση επιχειρηματολογεί αρνητικά. Είναι αποτελεσματικά μέτρα κατά τη γνώμη σου;

Η αποτελεσματικότητα των μέτρων σε αυτά τα ζητήματα αποδεικνύεται εκ του αποτελέσματος κάτι όμως που εξαρτάται από την πολιτική βούληση αυτού που το επιβάλλει να πιστέψει και να εργαστεί ακατάπαυστα για την επιτυχία του. Προσοχή: το όποιο μέτρο πήρε η κυβέρνηση αφορούσε στη χρηματοδότηση ευπαθών κοινωνικών στρωμάτων που καμία σχέση δεν έχει με την προσπάθεια περιορισμού αύξησης των τιμών. Η κυβέρνηση ουσιαστικά άφηνε τις τιμές να αυξάνουν.

Με βάση τα στοιχεία, το μερίδιο της εργασίας όλο και μειώνεται σε σχέση με τα εισοδήματα από κέρδη, ενώ οι ανισότητες εντείνονται και αυξάνεται το ποσοστό των νεόπτωχων εργαζόμενων. Πώς μπορεί να αναστραφεί αυτή η τάση; Η φορολογική πολιτική μπορεί να είναι ένα εργαλείο;

Βεβαίως η φορολογική πολιτική αποτελεί τη βάση για μια ανακατανομή του εισοδήματος υπέρ της εργασίας. Βρισκόμαστε όμως σε διεθνές περιβάλλον συνεχούς μείωσης των φόρων που δυσκολεύουν τα πράγματα. Όμως μια δημοκρατική αντιμετώπιση του θέματος επιβάλλει την αύξηση της φορολογίας του πλούτου.

Να κάνουμε μια ακτινογραφία στη θρυλούμενη υπεραπόδοση των πρωτογενών πλεονασμάτων; Πώς προκύπτει; Είναι αναγκαία πλέον; Είναι συμβατή με τις ανάγκες και τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας ή την πιέζει;

Η ελληνική οικονομία με βάση τις μελέτες για τη βιωσιμότητα του ΔΧ/ΑΕΠ θα πρέπει να παράγει ετήσια πρωτογενή πλεονάσματα λίγο υψηλότερα του 2,0%. Πράγματι στο προϋπολογισμό του 2024 και του 2025 ο στόχος ήταν πλεόνασμα ύψους 4.991 εκατ. ευρώ ή 2,1% του ΑΕΠ και πλεόνασμα ύψους 7.211 εκατ. ευρώ ή 2,8% του ΑΕΠ αντίστοιχα. Το αποτέλεσμα ήταν αντιθέτως για το 2024 πλεόνασμα 11,143 δισ. ευρώ ή 4,7% του ΑΕΠ και για το 2025 πλεόνασμα 12.131 δισ. ευρώ ή 4,9% του ΑΕΠ. Η υπεραπόδοση προέρχεται από την αύξηση των φορολογικών εσόδων και τη συγκράτηση των προγραμματισμένων δαπανών. Αναφέρω ορισμένα στοιχεία για το 2025: Οι βασικοί πυλώνες που το δημιούργησαν είναι: 1) Υπεραπόδοση Φορολογικών Εσόδων από τα φορολογικά έσοδα που ανήλθαν σε 71,97 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας σημαντική υπέρβαση έναντι των στόχων και τους έμμεσους φόρους (ΦΠΑ και Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης) που αποτέλεσαν τη ραχοκοκαλιά των εσόδων, καλύπτοντας το 54,9% του συνόλου, ενισχυμένοι από την κατανάλωση και την επίδραση των τιμών. 2) Συγκράτηση Δημοσίων Δαπανών, καθώς οι συνολικές δαπάνες διαμορφώθηκαν περίπου 3,5 δισ. ευρώ χαμηλότερα από τις αρχικές προβλέψεις.

Μακροοικονομικά η υπερβολική απορρόφηση πόρων από το εισοδηματικό κύκλωμα, επί σειρά ετών, προκαλεί στενότητα πόρων για τα νοικοκυριά που βλέπουν την αποταμίευσή τους να είναι αρνητική και να βρίσκεται στη τελευταία θέση των χωρών της ΕΕ, γεγονός που καθιστά επισφαλή και τη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας σε μεσοπρόθεσμη περίοδο. Το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο είναι εγγενώς προσανατολισμένο μεροληπτικά προς τη μείωση του δημοσίου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Αυτός είναι ο στόχος της ΕΕ. Επομένως, η απάντηση είναι να αποπληρώσει πρόωρα το δημόσιο χρέος. Πάντως παρ’ όλες τις πρόωρες αποπληρωμές ύψους 13, 19 δισ. ευρώ την περίοδο 2024-5 το ονομαστικό χρέος από 364,1 δισ. ευρώ το 2021, το 2025 μειώθηκε σε 362,9 δισ. ευρώ . Γίνεται αντιληπτό ότι η μείωση είναι ασήμαντη και αποτελεί σταγόνα στον ωκεανό!

Η κυβέρνηση θριαμβολογεί για τη ραγδαία μείωση του χρέους, από 212,9% του ΑΕΠ το 2021 σε 146,1% το τέλος του 2025. Ποια η αλήθεια της εικόνας και που οφείλεται; Πώς κρίνεις την επιλογή της πρόωρης αποπληρωμής;

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Έκθεσης του Διοικητή της ΤτΕ για το 2025 συνάγεται ότι η μεγέθυνση (ανάπτυξη) της οικονομίας συνέβαλε στη σωρευτική μείωση του λόγου ΔΧ/ΑΕΠ το 2024 κατά 34% και το 2025 κατά 25,0% αντίστοιχα. Η υπόλοιπη σωρευτική μείωση οφείλεται στον πληθωρισμό (2024: 42,5% – 2025: 37,5%) και στα πρωτογενή πλεονάσματα (2024: 23,5% – 2025: 37,5%). Απλά σημειώνω ότι ο πληθωρισμός σε συνδυασμό με τα σταθερά και υψηλότατα ποσοστά του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων κατανάλωσης που έχει επιλέξει η κυβέρνηση (από τα υψηλότερα στην ΕΕ) συνέβαλαν αποφασιστικά στη δημιουργία των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Για το θέμα της αποπληρωμής τη μέγιστη σημασία από χρηματοοικονομικής πλευράς έχει η πρόβλεψη για την κίνηση των επιτοκίων την περίοδο 2031-2041 που θα έπρεπε να κανονικά να τα αποπληρώσουμε, σε σχέση με το κόστος ευκαιρίας των πόρων (δάνειων ή άλλων) αλλά και άλλων προβλέψεων που θα πρέπει να κάνει αυτός που θα πάρει την απόφαση. Προσωπικά δεν έχω ολόκληρο το σκεπτικό και λεπτομερείς υποθέσεις που οδήγησαν σε αυτή την απόφαση. Πάντως δεν το θεωρώ μείζον ζήτημα. Στο μυαλό μου στριφογυρίζει η σκέψη ότι είτε υπήρξε μια αόρατη πίεση από τις χώρες μέλη επειδή πρόκειται για την αποπληρωμή διμερών δανείων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε η καλύτερη εκδοχή η κυβέρνηση ήθελε να δείξει ότι δεν θέλει να χρωστά σε χώρες μέλη.

Υπάρχει ένα μόνιμο πρόβλημα ως προς τις επενδύσεις; Ποια η πορεία τους; Πώς αξιοποιήθηκε το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας;

Ο Ακαθάριστος Σχηματισμός Παγίου Κεφαλαίου (ΑΣΠΚ), το 2025, ως ποσοστό του ονομαστικού ΑΕΠ, εξακολουθεί να βρίσκεται σχεδόν 9 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα, από το έτος 2007, όπου βρισκόταν στο υψηλότερο επίπεδο. Μετά ήρθε η οικονομική κρίση συνοδευόμενη από τα γνωστά προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής -μνημόνια- οδηγώντας σταδιακά και σταθερά σε συνεχή μείωση μέχρι το 2014. Την περίοδο 2015-2019 ουσιαστικά έχουμε σταθεροποίηση του ΑΣΠΚ στο χαμηλότερο επίπεδο περίπου στο 11% του ΑΕΠ, την περίοδο το 2019. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία η απώλεια του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού την περίοδο 2010-2021 (ως συνέπεια της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής των μνημονίων ) ανήλθε σε – 88,7 δισ. Ευρώ. Τα τελευταία έξι χρόνια (2020-2025) το μερίδιο του Ακαθάριστου Σχηματισμού Παγίου Κεφαλαίου (ΑΣΠΚ) Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) παρουσιάζει ανάκαμψη. Συγκεκριμένα, από το 11% του ονομαστικού ΑΕΠ το 2019, αυξήθηκε στο 16,9% το 2025, συρρικνώνοντας το επενδυτικό κενό έναντι της ευρωζώνης στις 4,3 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, από 8,8 πμ κατά μέσο όρο την εξαετία 2014-2019. Απέχουμε ακόμη αρκετά για να φθάσουμε τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ (21,2 % ). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι, ακόμη και αν το επιτύχει η ελληνική οικονομία, θα καλύψει και τις απώλειες κεφαλαίου ύψους 88,7 δισ. ευρώ που υπέστη την δεκαετία των μνημονίων. Επισημαίνεται ότι για ολόκληρη την περίοδο των μνημονίων μέχρι και το έτος 2021, ο καθαρός σχηματισμός παγίου κεφαλαίου ήταν αρνητικός, λόγω του ότι οι αποσβέσεις υπερέβαιναν τις ακαθάριστες επενδύσεις. Την τριετία 2022-2024, οι καθαρές επενδύσεις παγίων (επενδύσεις παγίων μείον τις αποσβέσεις) πέρασαν εκ νέου σε θετικό έδαφος για πρώτη φορά μετά το 2009, εξέλιξη που αντιστοιχεί σε σωρευτική διεύρυνση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού κατά 16,7 δισ. σε τρέχουσες τιμές. Την εξαετία 2020-2025, η σωρευτική αύξηση των συνολικών ΑΣΠΚ ήταν 22.330 δισ. ευρώ. Οι κατοικίες είχαν την υψηλότερη συνεισφορά με 6,1 δισ. ευρώ ή 27,3% Ακολούθησαν οι κατασκευές με 5,485 δισ. ευρώ ή 24,56% , ο μηχανολογικός εξοπλισμός και οπλικά συστήματα με 4,4 δις ευρώ ή 20,4% , τα άλλα προϊόντα (προϊόντα διανοητικής ιδιοκτησίας όπως έρευνα και ανάπτυξη, λογισμικό και δικαιώματα εκμετάλλευσης κ.ά.) με 2,9 δισ. ή 13,6% , ο μεταφορικός εξοπλισμός με 1,6 δισ. ευρώ ή 7,6% , ο εξοπλισμός τεχνολογίας πληροφορικής και επικοινωνίας με 1,3 δισ. ευρώ ή 6% και τα αγροτικά προϊόντα με μείωση κατά -0,2%. Οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ποσοτική αύξηση του ΑΣΠΚ, αλλά και οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ) οι οποίες κυρίως κατευθύνθηκαν στο Real Estate , στις αγορές Τουριστικών επιχειρήσεων και στην αγορά κατοικιών. Σχετικά με την απορρόφηση των πόρων του ΤΑΑ σύμφωνα με την ΤτΕ σημειώνουμε: Μετά την εκταμίευση της 6ης δόσης των επιχορηγήσεων από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Νοέμβριο του 2025, η Ελλάδα έχει λάβει συνολικά 23,4 δισ. ευρώ (65% των διαθέσιμων πόρων έναντι 59% κατά μέσο όρο στην ΕΕ), εκ των οποίων 12 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις (66% του συνόλου των επιχορηγήσεων) και 11,4 δισ. ευρώ σε δάνεια (64% του συνόλου των δανείων),14 έχοντας ολοκληρώσει το 46% των συμφωνημένων στόχων/οροσήμων (έναντι 45% κατά μέσο όρο στην ΕΕ). Τον Δεκέμβριο του 2025 η Ελλάδα κατέθεσε διπλό αίτημα πληρωμής από τον RRF ποσού ύψους 1,17 δισ. ευρώ, που αφορά το 7ο αίτημα επιχορηγήσεων (883,9 εκατ. ευρώ) και το 6ο αίτημα δανείων (293,8 εκατ. ευρώ), το οποίο εγκρίθηκε τον Μάρτιο του 2026. Μετά την είσπραξη του σχετικού ποσού η Ελλάδα θα έχει απορροφήσει το 68,3% των διαθέσιμων πόρων, έχοντας ολοκληρώσει το 53% των συμφωνημένων στόχων/οροσήμων. Ωστόσο, η πλήρης απορρόφηση των σχετικών πόρων προϋποθέτει την είσπραξη μέσα στο 2026 ποσού ύψους 11,3 δισ. ευρώ (εκ των οποίων 5,3 δισ. ευρώ για επιχορηγήσεις και 6 δισ. ευρώ για δάνεια) με την επιτυχημένη εκπλήρωση 164 στόχων και οροσήμων, γεγονός που κρίνεται εξαιρετικά φιλόδοξο. Η μη είσπραξη των σχετικών ευρωπαϊκών πόρων για την ολοκλήρωση των συμβασιοποιημένων έργων στο σκέλος των επιχορηγήσεων ενδέχεται να οδηγήσει στην ένταξή τους στο εθνικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και στην ανάγκη χρηματοδότησής τους από εθνικούς πόρους, γεγονός που θα έχει επίπτωση στα δημοσιονομικά μεγέθη.

Η αύξηση των αμυντικών δαπανών και η στροφή στην πολεμική οικονομία τι δομικές αλλαγές αναμένεται να έχουν;

Οι αμυντικές δαπάνες βραχυπρόθεσμα είναι παραγωγικές (αν επενδύονται στην παραγωγή της χώρας και όχι αν απλά λειτουργούμε ως αγοραστές, όπως το ελληνικό κράτος) αλλά σε βάθος χρόνου είναι μη αναπαραγωγικές. Εκτός αν είσαι χώρα εξαγωγική και συγχρόνως χώρα που υποδαυλίζει νέους πολέμους. Ο προσανατολισμός της τεχνολογίας προς την πολεμική βιομηχανία πιθανότατα θα στερήσει πόρους και έρευνα από σημαντικότερες πλευρές της ζωής του ανθρώπου όπως πχ η καταπολέμηση διαφόρων ασθενειών.

Παύλος Κλαυδιανός
Η ΕΠΟΧΗ