Macro

Κώστας Καλούδης: Κλιματική πολιτική στην εποχή των πολυκρίσεων: πόλεμοι, καιροσκοπισμός και (αν)ασφάλεια

Διανύουμε μία εποχή μεταβάσεων και πολυκρίσεων. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες στο ολοένα πιο παγκοσμιοποιημένο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον εξελίσσονται ανταγωνισμοί μεταξύ χωρών και συμμαχιών με συνέπειες ευρύτερες από ό,τι στο παρελθόν. Οι ενεργειακοί πόροι άμεσα ή έμμεσα βρίσκονται στο επίκεντρο των συνεπειών των συγκρούσεων που έχουν προκύψει. Παράλληλα, οι επιπτώσεις της λειτουργίας των κυρίαρχων οικονομικών και κοινωνικών συστημάτων στη φύση προκαλούν τοπικές επιπτώσεις και κρίσεις. Ως προς τη σχέση ανθρώπων-φύσης, κορυφαία κρίση –επειδή επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες και επηρεάζει άλλους τόσους– είναι η κλιματική. Όλα δείχνουν ότι είμαστε ακόμα στην αρχή μιας δύσκολης, πολύπλοκης, συχνά αντιφατικής και ενίοτε (όχι όμως τον τελευταίο καιρό) ελπιδοφόρας φάσης για την ανθρωπότητα.

Πισωγυρίσματα και απομάκρυνση από τον στόχο απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα

Κατά την περασμένη δεκαετία συντελέστηκε μεγάλη πρόοδος ως προς τις πολιτικές για το κλίμα και την ενέργεια. Με την υπογραφή της Συμφωνίας του Παρισιού το 2015, ο κόσμος τέθηκε σε τροχιά αλλαγής με σκοπό την ενεργειακή μετάβαση σε ένα σύστημα με χαμηλό επίπεδο ρύπων. Η ΕΕ υιοθέτησε τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας ως το 2050 και η Ελλάδα ήταν συστρατευμένη με τη διεθνή προσπάθεια. Η ανατροπή όμως δεν άργησε να έρθει.

Μετά την ευρεία επικράτηση του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος στις εκλογές του 2024 για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, υπήρχε βεβαιότητα ότι θα λάμβανε χώρα μια συντηρητική στροφή στην ευρωπαϊκή πολιτική για το κλίμα. Οι προθέσεις των συντηρητικών κομμάτων είχαν γίνει ήδη φανερές από το ξέσπασμα της πανδημίας του Covid-19, όταν προώθησαν δυναμικά μία συνολική ατζέντα για «επιστροφή στην κανονικότητα», με πολλές εξαιρέσεις και «ελαστικοποίηση» κανόνων, χάριν της ανάγκης αντιμετώπισης της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης που προέκυψε ως αποτέλεσμα της πανδημίας. Με την επανεκλογή της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής άρχισε μάλιστα να εξελίσσεται ένα παράδοξο –αν και όχι απροσδόκητο– φαινόμενο. Η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής άρχισε να «ξηλώνει» τη νομοθεσία την οποίαν ακόμα και η ίδια είχε συμβάλει να δημιουργηθεί κατά την προηγούμενη θητεία της. Βασικά επιχειρήματα γι’ αυτή την προσπάθεια υπήρξαν εξαρχής «η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας», ο «ρεαλισμός» ως προς την επιδίωξη κλιματικών στόχων σε σχέση με την ενεργειακή πολιτική και, κυρίως, η ενεργειακή ασφάλεια. Είναι εν πολλοίς τα ίδια επιχειρήματα που διαδίδονται από όταν ξέσπασε ο πόλεμος στην Ουκρανία και ο νέος πόλεμος στη Μέση Ανατολή μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν (στη μία περίπτωση επηρεάζεται κυρίως η αγορά αερίου και στην άλλη η αγορά πετρελαίου).

Τέσσερα χρόνια πριν, ο πόλεμος στην Ουκρανία προκάλεσε ένα μεγάλο σοκ στην Ευρώπη, με επιπτώσεις οι οποίες συνεχίζονται ως σήμερα (και πιθανώς ώσπου να τελειώσει). Τότε η κρίση προκλήθηκε λόγω των διαταραχών στις ροές του ορυκτού αερίου από τη Ρωσία, λόγω και των διαδοχικών πακέτων κυρώσεων και απαγορεύσεων που επιβλήθηκαν προς αυτή. Η ουσιαστική ανασφάλεια για ενεργειακή επάρκεια και η οικονομική επιβάρυνση που προέκυψαν ως αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών οδήγησαν σε περισσότερο συντηρητισμό ως προς την κλιματική πολιτική. Αντί να δώσουν ώθηση στην απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, όπως άλλωστε υπαγορεύει και η λογική του προγράμματος «REPower EU» που σχεδιάστηκε τότε, στην πράξη τα κράτη-μέλη της ΕΕ στράφηκαν κυρίως προς τη λύση της αλλαγής προμηθευτή ορυκτού αερίου.

Οι ΗΠΑ ήταν έτοιμες να προσφέρουν το δικό τους αέριο, το οποίο είναι πιο ρυπογόνο και ακριβότερο, και με την εκβιαστική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ για τους δασμούς στα προϊόντα το πέτυχαν. Έτσι η ΕΕ συμφώνησε πέρυσι με την κυβέρνηση των ΗΠΑ (επίκειται η επισημοποίηση της συμφωνίας εντός των ημερών) να εισαγάγει ορυκτό αέριο αξίας 750 δις ευρώ ως το 2030. Για την υποστήριξη αυτής της συμφωνίας ακολουθούν άλλες διμερείς ή περιφερειακές συμφωνίες, ώστε να δημιουργηθούν υποδομές για την εισαγωγή και τη μεταφορά ορυκτού αερίου. Στη χώρα μας σχεδιάζεται να εγκατασταθούν τέσσερις ακόμα πλωτές μονάδες εισαγωγής αερίου σε Βόλο, Θεσσαλονίκη, Κόρινθο και Αλεξανδρούπολη, οι οποίες θα έχουν καθαρά εμπορικό σκοπό για εξαγωγή στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Επομένως, ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει ήδη κάποιους κερδισμένους (όχι τους δύο αντιπάλους), ενώ η εξάρτηση που θα δημιουργηθεί για τις ευρωπαϊκές χώρες, αν εφαρμοστούν αυτά τα σχέδια, θα είναι όχι μόνο οικονομικώς επιζήμια, αλλά και πολιτικώς, υποβαθμίζοντας τη δυνατότητα των χωρών να επενδύσουν σε υποδομές ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και δικτύων μεταφοράς της.

Μαζί με τη γενικότερη πίεση που άσκησαν οι εταιρείες ορυκτών καυσίμων, και λόγω της ύπαρξης πολλών κυβερνήσεων με «αντιπεριβαλλοντική» και «αντικλιματική» ατζέντα, οι συνθήκες του πολέμου στην Ουκρανία συνέβαλαν στη διάσπαση του κοινού μετώπου της ΕΕ σε πολλά επίπεδα. Ωστόσο, παρά τα «παραθυράκια που έχουν ανοιχθεί» έχει αποφασιστεί η διατήρηση των στόχων της ΕΕ για κλιματική ουδετερότητα ως το 2050 και 90% μείωση των ρύπων ως το 2040. Είναι φανερό ότι λαμβάνει χώρα μία συνεχής διαπάλη για τη διατήρηση ή μη κρίσιμων πολιτικών και στόχων.

Οπωσδήποτε, η ανασφάλεια που δημιουργήθηκε σε πολλά επίπεδα, οι διαταραχές στην οικονομία και η αίσθηση της απειλής συνιστούν λόγους αλλαγής πολιτικής. Όμως, οι δύο πόλεμοι δεν είναι οι κύριες αιτίες για το πισωγύρισμα που συμβαίνει –τουλάχιστον σε ευρωπαϊκό επίπεδο– σε σχέση με τις πολιτικές για το κλίμα και την πράσινη μετάβαση ευρύτερα. Τείνουν να χρησιμοποιούνται ως αφορμές και δικαιολογίες για την προώθηση της συγκεκριμένης προϋπάρχουσας πολιτικής ατζέντας από τις δυνάμεις που θέλουν να υπερασπιστούν το status quo ή να επωφεληθούν από την οικονομική κρίση (δηλαδή εταιρείες και κάποιες κυβερνήσεις) συνεπεία του πολέμου. Οι πολεμικές συγκρούσεις τις βοηθάνε να συγκαλύψουν τα πραγματικά τους κίνητρα.

Ποια «ασφάλεια» χρειαζόμαστε;

Το αποτέλεσμα τελικά είναι ότι η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα όχι μόνο μας έχει κάνει ευάλωτους σε κρίσεις, αλλά προκαλεί σημαντική υποχώρηση σε πολιτικές που είναι απαραίτητες για την ευημερία μας και για τη μετάβαση προς βιώσιμα οικονομικά και κοινωνικά συστήματα. Οι πολιτικές για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής βασίζονται σε τεκμήρια και επιστημονικές προσεγγίσεις, ώστε να επιτύχουν τα απαραίτητα επίπεδα βιωσιμότητας όσον αφορά τους τρόπους με τους οποίους ζούμε, κινούμαστε, ενεργούμε πάνω στον πλανήτη μας. Δεν αποτελούν πολυτέλεια αλλά ανάγκη ακόμη και με οικονομικούς όρους. Είναι τεκμηριωμένο από πολλές πηγές (π.χ. Τράπεζα της Ελλάδος) ότι το μελλοντικό κόστος της τρέχουσας αδράνειας είναι πολλαπλάσιο από αυτό των επενδύσεων κάθε είδους στην αντιμετώπιση των προκλήσεων της κλιματικής αλλαγής.

Σε όλο τον πλανήτη υπάρχουν ήδη σημαντικές επιπτώσεις από την αλλαγή του κλίματος. Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, σε συνδυασμό με κακή ή ελλιπή διακυβέρνηση, έχουν διαδραματίσει ρόλο σε μεγάλες κρίσεις που οδήγησαν ακόμα και σε ένοπλες συγκρούσεις, όπως στο Σουδάν και στη Συρία κατά τις προηγούμενες δεκαετίες.

Ανέκαθεν η Greenpeace υποστήριζε ότι σε σχέση με την παραγωγή και κατανάλωση ενέργειας η πραγματική ασφάλεια μπορεί να προκύψει μόνο από ένα ενεργειακό σύστημα χωρίς ορυκτά καύσιμα και χωρίς πυρηνικά εργοστάσια. Με μεγάλο βαθμό αποκέντρωσης, βασισμένο σε δημοκρατική δομή, δηλαδή με συμμετοχή των πολιτών στον σχεδιασμό και στην παραγωγή ενέργειας, ώστε να καλύπτουν τις ανάγκες τους. Ένα τέτοιο σύστημα φιλικό προς τη φύση και τον άνθρωπο, το οποίο δεν βασίζεται σε σχέσεις εξάρτησης αλλά στη δημοκρατική συμμετοχή, είναι απολύτως εφαρμόσιμο. Μπορεί να μας απομακρύνει από τις συγκρούσεις, τους ανταγωνισμούς και τους «εκρηκτικούς» κινδύνους των ορυκτών καυσίμων.

Αν η διαδικασία της ενεργειακής μετάβασης ολοκληρωθεί –και μάλιστα με κοινωνικά επωφελείς και δίκαιους τρόπους– θα έχουμε κάνει μερικά σημαντικά βήματα για έναν κόσμο χωρίς πολέμους, με περισσότερη ισότητα και σταθερότητα. Οι πολίτες σε κάθε ελεύθερη χώρα του κόσμου πρέπει να αγωνιστούν και να διεκδικήσουν την ευημερία τους, διαδραματίζοντας ενεργό ρόλο.

Η ΕΠΟΧΗ