Macro

Κώστας Καλλωνιάτης: 11 υπογραφές, 11 λάθη στρατηγικής

Το κείμενο στρατηγικής των 11 ηγετικών στελεχών της Νέας Αριστεράς που μειοψήφησε στην Κεντρική Επιτροπή και κατατέθηκε ως βάση προσυνεδριακού διαλόγου ελέγχεται για την πολιτική συνοχή και ορθότητα του. Συγκεκριμένα:

1. Διαπιστώνει κρίση τόσο της Κυβέρνησης όσο και της Αριστεράς και Κεντροαριστεράς με συνέπεια να “δημιουργείται χώρος έκφρασης της λαϊκής δυσαρέσκειας από αυτόνομες από το κυβερνητικό στρατόπεδο ακροδεξιές δυνάμεις ή και από αντιπολιτικά εγχειρήματα”. Με άλλα λόγια διαπιστώνει κίνδυνο ανόδου της ακροδεξιάς – όπως συμβαίνει σε μεγάλο τμήμα της ΕΕ – και θεωρεί επείγουσα προτεραιότητα την πρόσκληση σε ενότητα όλων των δυνάμεων της Κεντροαριστεράς προκειμένου να αλλάξει ο συσχετισμός των δυνάμεων και να πέσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη ώστε να αποτραπεί η άνοδος του φασισμού που τείνει να εκφράσει την λαϊκή οργή. Όμως, ο κατακερματισμός της Αριστεράς δεν είναι η αιτία αλλά το αποτέλεσμα της κρίσης πολιτικής της το προηγούμενο διάστημα που δεν ήταν άλλη από την πολιτική που σήμερα προτάσσουν οι 11: δηλαδή το άνοιγμα και η συμμαχία με το Κέντρο (ΠΑΣΟΚ, Τσίπρας) προκειμένου να πέσει ο Μητσοτάκης. Με άλλα λόγια, η πολιτική λογική σύμφωνα με την οποία μόνον η ενότητα για την ενίσχυση της δημοκρατίας που είναι σε κρίση μπορεί να αποτρέψει τον φασισμό. Πρόκειται για την ίδια ακριβώς αντίληψη που εκφράζει ο Τσίπρας όταν λέει πως ο στρατηγικός στόχος της Αριστεράς σήμερα δεν είναι πλέον ο δημοκρατικός σοσιαλισμός αλλά ο δημοκρατικός καπιταλισμός. Ξεχνάνε έτσι, όμως, πως η δημοκρατία είναι σήμερα σε κρίση επειδή ο καπιταλισμός είναι σε κρίση και πως αν αυτός δεν ανατραπεί καμία δημοκρατία δεν σώζεται από τον φασισμό. Μάρτυρας η ιστορία όλων σχεδόν των Λαϊκών Μετώπων: κανένα ΛΜ δεν αποσόβησε την άνοδο του φασισμού.
2. Το κείμενο αποδέχεται άκριτα το πλαίσιο της αστικής πολιτικής και τον ορίζοντα της κυβερνησιμότητας. Αν και ασκεί κριτική στον «κυβερνητισμό», καταλήγει να τον αναπαράγει: θεωρεί ότι η πολιτική αποτελεσματικότητα εξαρτάται πρωτίστως από εκλογικές συνεργασίες και μετωπικές συνθέσεις, όχι από την οργάνωση των ταξικών δυνάμεων στην κοινωνία. Η δυνατότητα εφαρμογής πολιτικών εντός της υπάρχουσας δομής θεωρείται δεδομένη, χωρίς ανάλυση των δομικών ορίων του κράτους και της καπιταλιστικής συσσώρευσης σε περίοδο κρίσης. Αυτό οδηγεί στην τυπική παγίδα της ευρωπαϊκής αριστερής κεντροποίησης: η αριστερά γίνεται διαχειριστής κρίσης και όχι φορέας σύγκρουσης.
3. Η θεωρητική θεμελίωση του κειμένου πάσχει καθώς δεν κάνει καμία ταξική ανάλυση παρά μόνο μιλάει μόνο για εκλογικές κατηγορίες. Η εργατική τάξη εμφανίζεται μόνο ρητορικά, χωρίς ανάλυση της σύνθεσης της εργασίας στην Ελλάδα (επισφάλεια, τεχνητή αυτοαπασχόληση, logistics, πλατφόρμες, μερική απασχόληση), ή εξέταση του πώς συγκροτείται πολιτικά η εργατική τάξη σε συνθήκες οικονομικής αποδιάρθρωσης.
4. Η “ενότητα της Αριστεράς” προβάλλεται ως τεχνικό/εκλογικό ζήτημα με μόνο προαπαιτούμενο το μίνιμουμ εκλογικό πρόγραμμα, όχι ως αποτέλεσμα συμμετοχής στην κοινωνική πάλη. Η ενότητα δεν “κατασκευάζεται” από τα πάνω. Τα μέτωπα συγκροτούνται μέσα σε υλικούς αγώνες, όχι με συμφωνίες κορυφής. Τα δε πολιτικά μέτωπα χωρίς κοινωνική βάση οδηγούν σε παθητικό εκλογισμό, ενώ οι συμμαχίες με αριστερή σοσιαλδημοκρατία χωρίς προγραμματική σύγκρουση τελικά ενσωματώνουν τη ριζοσπαστική αριστερά. Το κείμενο βλέπει το κόμμα ως εργαλείο για συμμαχίες, όχι ως φορέα ταξικής συγκρότησης.
5. Το “Λαϊκό Μέτωπο” επανέρχεται με τρόπο αποπολιτικοποιημένο και χωρίς ανάλυση των συσχετισμών. Η ιστορική έννοια του Λαϊκού Μετώπου (Γαλλία 1936, Ισπανία) βασιζόταν σε οξεία ταξική πόλωση, μαζικά εργατικά κινήματα, απειλή φασισμού ως ανοικτής ταξικής δικτατορίας. Σήμερα ο όρος χρησιμοποιείται ρητορικά, χωρίς κοινωνική ή ιστορική γείωση. Αντί για ταξική συμμαχία από κάτω, έχουμε συμμαχία κομματικών οργανώσεων χωρίς δεσμευτικό πρόγραμμα ρήξης, χωρίς διαδικασίες βάσης, χωρίς μηχανισμούς δημοκρατικού ελέγχου. Έτσι παράγεται ένα κεντροαριστερό μέτωπο με ριζοσπαστικό άρωμα, όχι μια αντι-συστημική στρατηγική.
6. Το κείμενο υποβαθμίζει την οργανωτική αυτονομία του κόμματος και υπερπροβάλλει τον ρόλο των συμμαχιών. Έτσι, αντί το κόμμα να παράγει στρατηγική, να οργανώνει κοινωνικές δυνάμεις, να εκπαιδεύει πολιτικά την τάξη και να διαμορφώνει υλικές και πολιτισμικές μορφές αντίστασης, στο κείμενο το κόμμα «ενισχύεται μέσα στο μέτωπο», η προγραμματική ηγεμονία ανατίθεται στην πολιτική κίνηση των συμμαχιών, η οργανωτική συγκρότηση υποκαθίσταται από εκλογικές πρωτοβουλίες. Αυτό αναπαράγει τον φαύλο κύκλο της ελληνικής αριστεράς όπου τα ασθενή κόμματα οδηγούνται σε βιαστικές συμμαχίες με στόχο τον κυβερνητισμό που όμως προκαλεί τελικά την αποσύνθεση.
7. Το κείμενο θεωρεί δεδομένο ότι μπορούν να υπάρξουν «ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις» εν μέσω της πίεσης από ΕΕ – ΝΑΤΟ – αγορές. Καμία ανάλυση δεν γίνεται για το δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ, τους ευρωπαϊκούς κανόνες χρέους, την πειθάρχηση μέσω χρηματοπιστωτικών αγορών, τις εξαρτήσεις της ελληνικής οικονομίας, τη δομή της καπιταλιστικής κερδοφορίας στην Ελλάδα. Αν δεν αναλύσεις αυτά, κάθε «ριζοσπαστικό πρόγραμμα» παραμένει ευχολόγιο. Η πρόσφατη ιστορική εμπειρία το έχει δείξει.
8. Η χρήση ιστορικών παραδειγμάτων είναι ατυχής. Η σύγκριση με δεκαετία 1990–2000 είναι επιλεκτική και παραπλανητική. Το κείμενο ισχυρίζεται ότι η τότε εποχή ήταν σοσιαλδημοκρατική, ενώ σήμερα είναι «κοινωνία του 1/5». Αυτό είναι σωστό αλλά λησμονείται ότι σήμερα η κρίση κερδοφορίας είναι δομική, όχι κυκλική. Άρα τα περιθώρια προοδευτικής διαχείρισης είναι μικρότερα, η ταξική πόλωση είναι βαθύτερη, και η ανάγκη οργανωτικής συγκρότησης της τάξης είναι πιο κρίσιμη. Συνέπεια: οι «πιο γενναίες συνεργασίες» δεν σώζουν.
9. Το κείμενο υποτιμά τον κίνδυνο να χαθεί ο δημοκρατικός χαρακτήρας του κόμματος αφού προτείνει άμεση εκλογική συνεργασία χωρίς αποκλεισμούς με όλο το φάσμα της «αριστερής σοσιαλδημοκρατίας», με μόνη βάση το «μίνιμουμ πρόγραμμα». Αυτό, όμως, συνεπάγεται αραίωση της ιδεολογικής ταυτότητας, απώλεια ελέγχου από τη βάση και ενσωμάτωση σε συμμαχίες που καθοδηγούνται από ισχυρότερους και κεντρώους παίκτες. Με μαρξιστικούς όρους, το κόμμα ρισκάρει να λειτουργήσει ως «μεταβλητή» μέσα στο μέτωπο, όχι ως φορέας ηγεμονίας.
10. Εσφαλμένο είναι και το επιχείρημα “η ταυτοτική αναπαραγωγή δεν έχει σημασία”. Η «ταυτότητα» δεν είναι φετίχ, αλλά συμπύκνωση πολιτικής γραμμής. Το κείμενο ταυτίζει την ταυτοτική σαφήνεια με τον σεχταρισμό. Αλλά για τον μαρξισμό η στρατηγική ταυτότητα δεν είναι διακοσμητικό είδος, είναι η συμπύκνωση της ταξικής θέσης και του ιστορικού προγράμματος. Χωρίς αυτή, η αριστερά γίνεται άθροισμα αντιδεξιού ευχολόγιου.
11. Τέλος, το κείμενο προτάσσει το μίνιμουμ πρόγραμμα (βλ 7 προτάσεις Χαρίτση) ως βάση του Λαϊκού Μετώπου. Όμως, αν πράγματι θέλουμε να δώσουμε αριστερή ριζοσπαστική διέξοδο στην κοινωνική οργή μην επιτρέποντας στον φασισμό να την καπηλευτεί, τότε χρειαζόμαστε προγραμματική ρήξη σε κρίσιμα πεδία: εργασίας, ενέργειας, στέγασης, χρέους, παραγωγικού μοντέλου, δημοσίου τομέα, διεθνών δεσμεύσεων. Ρήξη που δεν χωράει σε κανένα συμβατικό και μετριοπαθές μίνιμουμ πρόγραμμα..