Macro

Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης: Ο ακροδεξιός λόγος απέναντι στον γλωσσικό πλουραλισμό της Ελλάδας

Ένα πεδίο στο οποίο προνομιακά ο ακροδεξιός λόγος διεκδικεί  ιδεολογική αποκλειστικότητα είναι η καθαρότητα του γλωσσικού πολιτισμού του κυρίαρχου έθνους εντός του κράτους. Η επιθετική εθνική ορθότητα δεν επιτρέπει άλλες εκδοχές, «αποκλίσεις» ή συμπεριλήψεις από αυτό που ορίζεται ως «εθνικό».

Ο ηγεμονικός εθνι(κιστι)κός λόγος αντιλαμβάνεται την πολιτισμική κληρονομιά μιας χώρας, και ειδικά όσο αφορά τη γλώσσα, ως μονοσήμαντα συνδεμένη με τον πολιτισμό που συναποτελούν τα στοιχεία του κυρίαρχου έθνους. Αυτό συμβαίνει κυρίως στις περιπτώσεις που το έθνος διεκδικεί και έχει ηγεμονικά επιβάλει την αποκλειστικότητα στη διασύνδεση πολιτισμού-γλώσσας-εθνικής ταυτότητας ως εγγενές, αλλά άρρητο, στοιχείο της κρατικής ιδεολογίας. Συνήθως, και αυτό ισχύει και στην ελληνική περίπτωση, ο εθνικός λόγος, που αναπαράγεται από τον εθνικισμό, αγνοεί κάθε άλλη έκφανση που αναπτύσσεται μεταξύ των πολιτών του κράτους. Στην ακροδεξιά εκδοχή του εναντιώνεται ακόμα και με τη βία απέναντι σε συμπεριληπτικές λογικές και εκδηλώσεις.

Αν ο εθνικιστικός λόγος καλεί  στο περίκλειστο μονολιθικό της εθνικής γλωσσικής καθαρότητας, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η γλωσσική πραγματικότητα είναι πληθυντική και πολύβουη. Συνεπώς, η έννοια της πολιτισμικής κληρονομιάς περικλείει όλες τις πτυχές του πολιτισμού που έχει εκφραστεί στην πορεία του χρόνου σε μία γεωγραφική περιοχή ή στο σύνολο της επικράτεια. Οι πτυχές του πολιτισμού αυτού αναφέρονται βέβαια στη γλώσσα και τις μορφές παραγωγής λόγου σε αυτές. Έχοντας κατά νου τις παρατηρήσεις αυτές και με αναφορά στην ελληνική περίπτωση, τα παρακάτω ερωτήματα αναζητούν απαντήσεις:

Εάν η επίσημη ελληνική γλώσσα έχει την πρωτοκαθεδρία και την εξ ορισμού αναγνώρισή της για τη συμβολή της στον «εθνικό  πολιτισμό», τι συμβαίνει με τις άλλες γλώσσες, τις ολιγότερο ομιλούμενες από τους πολίτες γλώσσες ή άλλως «μειονοτικές γλώσσες»;

Συχνά αναφέρεται ότι η γλώσσα είναι η ψυχή του πολιτισμού και του έθνους (τελευταία αναφορά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο, τον Ιούλιο 2018). Η σύνδεση βέβαια είναι αποκλειστικά μεταξύ της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού έθνους. Τι μπορεί να πει κανείς για τις άλλες γλώσσες ως προς την συνεισφορά τους στον πολιτισμό του ελληνικού λαού, δηλαδή των Ελλήνων πολιτών;

Ένα ενδιαφέρον ερώτημα που προκύπτει είναι για ποια ελληνική ποικιλία της ελληνικής γλώσσας αναφερόμαστε. Είναι δεδομένο ότι το κράτος ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για την προστασία των επί μέρους διαλεκτών και ποικιλιών της Ελληνικής (όπως: Τσακώνικα, Ποντιακά, Κυπριακά, Γκρίκο, Κρητικά), παρά αντίθετα τις άφησε να μαραζώσουν, να αφομοιωθούν και να απαξιωθούν υπέρ αυτού που αποκαλούμε σήμερα «κοινή ελληνική».

Το ζήτημα όμως αφορά πρωτίστως τις μη ελληνικές γλώσσες, δηλαδή γλώσσες, εκτός των ελληνικών, που ομιλούνται ως μητρική από έλληνες πολίτες και μάλιστα έχουν αποτυπωθεί σε απογραφές πληθυσμού μέχρι το 1951. Τις αναφέρω: τουρκικά, βουλγαρικά, σλαβομακεδονικά/σλαβικά, πομακικά, εβραιο-ισπανικά, αρβανίτικα, βλάχικα, ρομανί.

Οι γλώσσες αυτές δεν έχουν συμμετοχή στη οικοδόμηση του ελληνικού πολιτισμού, αφού συμμετέχουν αντικειμενικά στο πολιτισμικό γίγνεσθαι του ελλαδικού χώρου από έλληνες πολίτες; Πως αυτό το φαινόμενο μπορεί να μετρηθεί; Πώς μπορεί να αξιολογηθεί; Με ποια κριτήρια γίνεται αντιληπτή αυτή η συμμετοχή; Τι σημαίνει για την ανάπτυξη της ταυτότητας -καθόσον η μητρική γλώσσα αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της προσωπικότητας- των ανθρώπων αυτών σύμφωνα με τους όρους τις πραγματικής ισότητας;

Μάλιστα η κατοχυρωμένη από το Σύνταγμα έννοια της ελευθερίας στην ανάπτυξη της προσωπικότητας (κατά άρθρο 5) συνεπάγεται και την προστασία της ελευθερίας να αναπτύσσει κανείς την προσωπικότητά του μέσα από την χρήση, ιδιωτικά και δημόσια, της μητρικής του γλώσσας, η οποία συνδιαμορφώνει το προφιλ της προσωπικότητας μέσα από τον πολιτισμό. Πολιτισμός βέβαια δεν μπορεί να νοηθεί έξω από τη γλώσσα, δηλαδή την έκφραση, την επικοινωνία, την πρόσληψη ιδεών, τη νόηση του υποκειμένου.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια βασική αντίφαση. Η γλώσσα της πλειοψηφίας μονοπωλεί ηγεμονικά τον πολιτισμό της χώρας, ως ένα σήμα κατατεθέν αποκλειστικότητας, ενώ η θεμελιώδης αρχή της ισότητας από τη μια πλευρά αλλά και η δημοκρατική αρχή του πλουραλισμού είναι ατροφικές. Οι αρχές αυτές, δηλαδή, βρίσκονται σε συνθήκες ασφυκτικής πίεσης από την οποία μόνη διέξοδος προβάλει  η μετατόπιση προς την κυρίαρχη ελληνική γλώσσα. Με λίγα λόγια, η γλωσσική αφομοίωση είναι μονόδρομος. Κυρίαρχη και ηγεμονική μπορεί να είναι και σε τοπικό μόνο επίπεδο μιαν άλλη γλώσσα, όπως στην περίπτωση της Τουρκικής που αφομοιώνει την Πομακική/Βουλγαρική, και τη Ρομανές στη Θράκη.

Ασφαλώς πίσω από αυτό το σχήμα μονοπωλιακά προνομιακής μεταχείρισης της ελληνικής έναντι κάθε άλλης γλώσσας βρίσκεται η βασική δυσαρμονία μεταξύ του πολιτικού-ιδεολογικού και του θεσμικού: το ανήκειν στο έθνος καθορίζει τις πολιτικές του πολιτισμού και όχι το ανήκειν στον λαό, δηλαδή τους πολίτες του κράτους. Η γλωσσική ταυτότητα και η γλώσσα ως στοιχείο πολιτισμού που είναι ενεργό στην επικράτεια του κράτους από αξιακά αδιάφορη γίνεται πολιτικά κρίσιμη και ιδεολογικά επιβάλλει συγκεκριμένες στάσεις αποκλεισμού.

Είναι ενδιαφέρον ότι ορισμένες γλώσσες προστατεύτηκαν νομικά ως μειονοτικές, και έτσι έχουν πολιτισμική έκφραση η οποία αναπαράγεται, δηλαδή σήμερα τα τουρκικά των μουσουλμάνων της Θράκης (άρθρο 42 Συνθήκη της Λοζάνης 1923), όχι όμως τα τουρκικά των χριστιανών προσφύγων του 1922 και των ομογενών που ήρθαν στην Ελλάδα από την Τσάλκα της Γεωργίας το 1992. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η λογοτεχνική παραγωγή γράφεται μεν στα ελληνικά αλλά αναδεικνύει το ζήτημα της άλαλης γλώσσας: η «Κομμένη γλώσσα» του ποιητή Μάρκου Μέσκου είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Εδώ υποφώσκει ένα ιδεολογικό κριτήριο αποκλεισμού των «γλωσσικά άλλων» με όρους ασφάλειας: η γλώσσα του εθνικά εχθρού, είναι εξαρχής ύποπτη, για το τι λέγεται σε αυτήν, και συνεπώς δεν θα τύχει καμίας τύχης να συμπεριληφθεί στο πολιτισμικό γίγνεσθαι της χώρας. Ακόμα και εάν η γλώσσα ομιλείται από ανθρώπους εγνωσμένων εθνικών φρονημάτων, όπως τα τουρκικά των προσφύγων του 1923, τα βλάχικα ή τα αρβανίτικα. Εξάλλου, η εθνική μνήμη συχνά αποσιωπά τις περιόδους ειρηνικής συμβίωσης της ελληνικής με την τις άλλες γλώσσες της Ελλάδας. Η λογοκρισία και συχνότερα η αυτολογοκρισία έχουν αποτέλεσμα ο μη ελληνόφωνος πολιτισμός να παραμένει στο χώρο του άρρητου, μακριά από τα φώτα του δημόσιου διαλόγου και μέσα στη σκιά της λήθης.

Τι σηματοδοτεί ο αποκλεισμός των γλωσσών αυτών από τον ελληνικό πολιτισμό, ως προς τον δημοκρατικό πλουραλισμό; Αν μη τι άλλο επιτείνει τον κοινωνικό κατακερματισμό και τις κατηγοριοποιήσεις που επιτρέπει την προνομιακή πρόσβαση στον δημόσιο πολιτισμικό χώρο μέσω της ελληνικής γλώσσας και τον αποκλεισμό των άλλων γλωσσών. Η εθνογλωσσική καθαρότητα που προασπίζεται η ακροδεξιά διεισδύει με μεγάλη ευκολία στην καθημερινότητα του πολιτικού λόγου όλων των αποχρώσεων.

Μπορεί να διαπιστώσει κανείς ένα έλλειμμα πολιτισμού, καθώς μορφές πολιτισμού εντός της Ελλάδας που εκφράζονται από έλληνες πολίτες δεν ανθίζουν, δεν αναπαράγονται, δεν αναφέρονται και αναγκάζονται να λειτουργήσουν στο ασφυκτικό περιθώριο του άρρητου και του ενίοτε του απαγορευμένου. Ο πολιτισμός των αλλόγλωσσων Ελλήνων συνεπώς είναι κοινωνικά στιγματισμένος καθότι εν δυνάμει επικίνδυνος, όπως διακηρύσσει ο εθνικιστικός λόγος.

Η διαπίστωση αυτή μας οδηγεί στο συνακόλουθο συμπέρασμα. Ότι, δηλαδή, δημιουργείται έλλειμμα δημοκρατίας στο βαθμό που υποχωρεί και αποτρέπεται η ανεκτικότητα, ο σεβασμός και η διάδραση μεταξύ των πολιτισμικών στοιχείων. Στο βαθμό που όχι απλά αγνοούνται αλλά και αποκλείονται από τη συνδιαμόρφωση του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού. Το κράτος ποτέ δεν συνέδραμε για τη στήριξη οποιασδήποτε μορφής ανάπτυξης και διάσωσης των αλλόγλωσσων μορφών του ελληνικού χώρου, που συναποτελούν όψεις του ελληνικού πολιτισμού πολιτισμού. Η αδράνεια αυτή συνεπικουρείται σιωπηλά από την αξιωματική παραδοχή που υποβάλει ο εθνικισμός ότι ο μη ελληνόφωνος γλωσσικός πολιτισμός είναι ξένο σώμα στην πολιτισμική «ελληνικότητα» της Ελλάδας.

Από την άλλη πλευρά, η πραγματικότητα αναπτύσσεται δυναμικά:  νέες μορφές ετερότητας, που έχουν επικαθήσει στο τοπίο που περιγράψαμε μέσα από την παρουσία των προσφύγων και των μεταναστών δίνουν μια νέα ώθηση και ενδιαφέρουσα διάσταση στη πολιτισμική σύνθεση που εξελίσσεται. Ήδη τα αλβανικά, τα ρωσικά, αλλά και τα αραβικά ή τα φαρσί, αποτελούν γλώσσες της Ελλάδας, και άρα συνδιαμορφώνουν ένα νέο πολιτισμικό κεφάλαιο. Μια ακόμα, δηλαδή, πτυχή του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού.

Την έκφραση των παραδοχών αυτών όχι απλά αρνούνται ο εθνικιστικός λόγος και η  ακροδεξιά, αλλά επιδιώκουν με κάθε μέσο, απειλές και τρομοκρατία, να φιμώσουν και να διαστρεβλώσουν ως επικίνδυνη και βλαβερή. Η ευθεία αντιπαράθεση στον λόγο αυτό αποτελεί πολιτειακό καθήκον κάθε ενεργού πολίτη με στόχο την προάσπιση του πολιτισμικού πλουραλισμού, ο οποίος παραδειγματικά αποτελεί χαρακτηριστικό της ίδιας της δημοκρατίας μας.

Ο Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης είναι Καθηγητής δικαίου δικαιωμάτων του ανθρώπου στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Πηγή: Σημείο