Macro

Κλαούντια Μπρούνερ: Να αντισταθούμε στον «προπόλεμο»: μια φεμινιστική κριτική της στρατιωτικοποίησης του μέλλοντος

Η βία πρέπει να νομιμοποιείται – πολύ περισσότερο όταν οργανώνεται, χρηματοδοτείται και ασκείται από φιλελεύθερες δημοκρατίες. Το φύλο είναι δυνητικά ένα πολύτιμο και ευέλικτο εργαλείο για τη νομιμοποίηση της βίας. Όμως, μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ως μέσο αντίστασης στην κανονικοποίηση του πολέμου ως πολιτικού εργαλείου. Αυτό που απαιτείται είναι ένας τρόπος κατανόησης των έμφυλων ζητημάτων που να ξεπερνά μια αόριστη έννοια του φύλου ως μεταβλητής διάκρισης ή προνομίου. Αυτό που απαιτείται είναι η κατανόηση του φύλου ως διαθεματικής κατηγορίας και του φεμινισμού ως κριτικής της εξουσίας. Ποια κριτικά ερωτήματα πρέπει να θέσουμε στον εαυτό μας όταν η μόνη επιλογή φαίνεται να είναι ο επανεξοπλισμός;

Πότε άρχισε η εποχή του «προπολέμου»;

Στο μυθιστόρημα της φεμινίστριας και πασιφίστριας Κρίστα Βολφ Κασσάνδρα –το οποίο παραμένει εντυπωσιακά επίκαιρο–, η πρωταγωνίστρια παλεύει, μέσα στη δίνη του πολέμου, με δύσκολα ερωτήματα που μας απασχολούν και σήμερα: Πότε ακριβώς άρχισε η πορεία προς τον πόλεμο; Και πώς φτάσαμε στο σημείο από το οποίο υποτίθεται ότι δεν υπάρχει επιστροφή; Για να απαντήσει σ’ αυτά τα ερωτήματα η Βολφ εισάγει την έννοια του «προπολέμου»[1]. Σύμφωνα με την Κασσάνδρα, για να κατανοηθούν οι κανόνες του, πρέπει να τεθούν με σαφήνεια, να καταγραφούν και να μεταδοθούν. Μόνον έτσι μπορούμε να αποτρέψουμε τη δημιουργία ενός «κενού μέσα μας, το οποίο έρχεται να γεμίσει ο πόλεμος». Η Κασσάνδρα συλλογίζεται αυτούς τους κανόνες και αναρωτιέται: «Τι θα έλεγαν; Μεταξύ άλλων, θα έλεγαν: Μην αφήνετε τον ίδιο σας το λαό να σας εξαπατά».

Σήμερα, αυτή η εξαπάτηση παίρνει τη μορφή βαριά οπλισμένων υποσχέσεων για ειρήνη και ασφάλεια, καθώς και του ισχυρισμού ότι δεν υπάρχει εναλλακτική στην πολιτική αποτροπής[2], στον επανεξοπλισμό, ακόμα και στα πυρηνικά όπλα. Αυτές οι προκλητικές δηλώσεις έχουν στόχο να μετατρέψουν την αμυντική αντίληψη του ευρωπαϊκού «ειρηνευτικού εγχειρήματος» σε αφήγηση για μια «αμυντική ένωση». Όμως, διαπιστώνουμε ότι δεν αρκεί απλώς να αποδεχτούμε τη συνολική στρατιωτικοποίηση του παρόντος ως το «μικρότερο κακό» σε έναν κόσμο που λειτουργεί με βάση τη «ρεαλπολιτίκ». Καλούμαστε να εσωτερικεύσουμε αυτή τη διαδικασία και να την αγκαλιάσουμε, έτσι ώστε η φαντασιακή της δύναμη να ριζώσει στις συναισθηματικές μας αντιδράσεις. Η φιλελεύθερη δημοκρατία, που από καιρό περιγράφεται ως εγγενώς «αμυντική», πρόκειται να γίνει και πάλι ετοιμοπόλεμη – και να μας διδάξει να φοβόμαστε. Από τη στιγμή που αυτός ο τρόπος άυλης γενικής κινητοποίησης εδραιωθεί σταθερά στον πληθυσμό, η φάση του προπολέμου έχει ήδη αρχίσει.

Πώς λειτουργεί η λογοθετική (discursive), γνωσιακή και συναισθηματική στρατιωτικοποίηση;

Ο πόλεμος είναι πάντα, σε κάποιο βαθμό, μια διαμάχη για νοήματα, νοοτροπίες και συναισθήματα, με στόχο να πείσει τους ανθρώπους να σκοτώσουν ή να πεθάνουν στο όνομα του στέμματος, της πατρίδας, του έθνους ή του πολιτισμού. Θα ήταν πολύ δυσκολότερο να πειστεί η κοινή γνώμη να αποδεχθεί αυτή τη «θυσία» προς όφελος των μετόχων των «Ράινμεταλ και Χίρτενμπεργκερ», της «Ντόιτσε Μπανκ» και της «Ραιφάιζεν», της «Αράλ» και της «OMV»[3] – και θα ήταν σχεδόν αδύνατο να την αποδεχθούν όσοι επηρεάζονται άμεσα. Αυτό κάνει ακόμα πιο επείγουσα την «άυλη επιστράτευση» που απαιτείται ακόμη και στην περίοδο του προπολέμου. Όσα λέμε και ακούμε, διαβάζουμε και σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε και εσωτερικεύουμε, προηγούνται της βίας του πολέμου, ακολουθούν τον απόηχό της και δεν μπορούν να απομονωθούν εντελώς από την ίδια τη στιγμή της άσκησης βίας και του πόνου που αυτή προκαλεί.

Χρόνια πριν από τον λεγόμενο Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο[4], ο Καρλ Λίμπκνεχτ (1907) είχε παρατηρήσει ότι «ο μιλιταρισμός εμφανίζεται και ως ένα σύστημα που διαποτίζει ολόκληρη τη δημόσια και ιδιωτική ζωή του λαού με το μιλιταριστικό πνεύμα». Ως σταθερά αντιμιλιταριστής σοσιαλιστής, βάσιζε την ανάλυσή του σε μια ξεκάθαρη κριτική του πολεμοκάπηλου κλίματος της εποχής του, το οποίο τελικά τροφοδότησε σε κάποιο βαθμό και η Σοσιαλδημοκρατία. Σήμερα, βιώνουμε μια σύγχρονη εκδοχή της συγκεκριμένης δυναμικής –και πάλι με την ενεργό συμμετοχή σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων– ακούγοντας και διαβάζοντας καθημερινά παρόμοιες εκκλήσεις από πολλές και διαφορετικές φωνές για ενίσχυση της στρατιωτικής ετοιμότητας. Πολιτικοί από όλο το κομματικό φάσμα, πανεπιστημιακοί, επιχειρηματίες, δημοσιογράφοι, καθώς και διάφοροι άλλοι άνθρωποι που έχουν ξαφνικά γίνει ειδικοί σε αυτά τα ζητήματα, τονίζουν την ανάγκη να ενισχυθεί η μειούμενη «βούληση του πληθυσμού να υπερασπιστεί το έθνος» σε όλα τα επίπεδα, και να γίνει η κοινωνία όχι μόνο «ανθεκτική», αλλά και «έτοιμη για πόλεμο». Λέγοντάς τα αυτά, σπεύδουν ταυτόχρονα να τονίζουν ότι εμφορούνται από φιλελεύθερες-δημοκρατικές αντιλήψεις. Με την ενεργό συμμετοχή αυτών των συγκεκριμένων λογοθετικών δρώντων, ο μιλιταρισμός ενεργοποιείται εκ νέου με ανησυχητική ταχύτητα, παρά τις συνεχείς αναφορές στο «ευρωπαϊκό ειρηνευτικό εγχείρημα» και τη μνήμη των δεκάδων εκατομμυρίων νεκρών σε ευρωπαϊκό έδαφος, τον 20ό αιώνα.

Πώς μπορεί το φύλο να γίνει εργαλείο του πολέμου;

Το φύλο δεν είναι το μόνο εργαλείο της «λογοθετικής, γνωσιακής και συναισθηματικής στρατιωτικοποίησης», αλλά είναι ένα εργαλείο ευέλικτο και αποτελεσματικό. Παρά τον επίμονο δομικό σεξισμό και τη έμφυλη βία, χρησιμοποιείται συχνά –ιδίως στις φιλελεύθερες δημοκρατίες– όταν πρόκειται για τη νομιμοποίηση της κρατικής βίας, ιδιαίτερα εναντίον φυλετικοποιημένων «άλλων» και της υποτιθέμενης ή ακόμη και πραγματικής «βαρβαρότητάς» τους. Η ευρωκεντρική παράδοση της mission civilisatrice (εκπολιτιστικής αποστολής), που εδραιώθηκε μέσα από 500 χρόνια αποικιοκρατίας, δεν μπορεί ακόμα και σήμερα να λειτουργήσει χωρίς φυλετικοποιημένη και έμφυλη ρητορική προστασίας ή/και ενδυνάμωσης.

Ως παρενέργεια τής όλο και πιο πολεμοχαρούς στρατιωτικοποίησης, παρατηρούμε σήμερα την πιο πρόσφατη εκδοχή του ενσωματωμένου φεμινισμού, του ομοεθνικισμού και συναφών στρατηγικών, μέσω των οποίων η κρατική βία δικαιολογείται ρητά με την επίκληση έμφυλων ζητημάτων. Ωστόσο, η συνάρθρωση της πολιτικής του φύλου και της σεξουαλικότητας με τις ταξικές σχέσεις και τη φυλετικοποίηση είναι ιδιαίτερα εμφανής σε, κυρίως συντηρητικές ή ακόμη πιο δεξιές, εκδοχές αυτού του λόγου (discourse) στην πολιτική αρένα, όπου η σημασία των έμφυλων ζητημάτων είτε απορρίπτεται κατηγορηματικά είτε, αντίστροφα, μεγεθύνεται ως η απόλυτη απειλή. Εδώ, οι έμφυλες αφηγήσεις χειραφέτησης και πολιτισμού έχουν γίνει ιδιαίτερα ισχυρές σε συνδυασμό με τον αντιμουσουλμανικό ρατσισμό. Είναι φανερό ότι στην αποικιακή νεωτερικότητα ο μιλιταρισμός, η πατριαρχία, ο εθνικισμός και ο καπιταλισμός ξαναμαθαίνουν διαρκώς πώς να αξιοποιούν το φύλο, που είναι ένα ευέλικτο και πάντα αξιόπιστο εργαλείο, για τη δική τους πολιτική ατζέντα.

Το φύλο δεν αποτελεί απλώς ένα εργαλείο κοινωνικής τοποθέτησης, αλλά και ένα ισχυρό συμβολικό σύστημα. Μέσω αυτής της διάστασης του φύλου, τα όρια μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας, παραγωγής και αναπαραγωγής, μπορούν να μετατοπίζονται διαρκώς, με αποτέλεσμα οι κοινωνικές και πολιτικές διαδικασίες ένταξης και αποκλεισμού να «φυσικοποιούνται». Σε σχέση με τη σημερινή άνοδο του μιλιταρισμού, η δυναμική οριοθέτηση μεταξύ της πολιτικής ζωής που συνδέεται συνειρμικά με τη γυναίκα και της στρατιωτικής σφαίρας που συνδέεται συνειρμικά με τον άνδρα είναι ιδιαίτερα σημαντική.

Κατά την πανδημία COVID-19, στο πλαίσιο της πολιτικής για την υγεία, ανέλαβε δράση, σε όλη την Ευρώπη, ένα μέρος του ένστολου στρατιωτικού προσωπικού· σήμερα, η παρουσία του κανονικοποιείται επίσης στον τομέα της εκπαίδευσης, στα σχολεία και στα πανεπιστήμια, καθώς και στην επιστημονική έρευνα. Ωστόσο, αυτή η υποτιθέμενη κανονικοποίηση μέσω της προώθησης της πολιτικο-στρατιωτικής συνεργασίας, σε υλική και άυλη μορφή, δεν ισοδυναμεί με «εκπολιτισμό» του στρατού.

Αντίθετα, αυτή η μετατόπιση, συχνά συνοδευόμενη από έμφυλες αναφορές, σηματοδοτεί την αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση της πολιτικής ζωής. Η στρατιωτική σκέψη και δράση δεν αποτελούν πλέον την έσχατη λύση, αλλά έχουν γίνει προνομιακό πολιτικό εργαλείο και υποτίθεται ότι πρέπει να βιώνονται όχι μόνο ως κάτι αναπόφευκτο, αλλά και ως σωστό και επιθυμητό. Ταυτόχρονα, η σημερινή έμφυλα προσανατολισμένη ή ψευτοφεμινιστική ρητορική –για την πρόσβαση των γυναικών σε όλους τους ρόλους στον στρατό, καθώς και για την υπεράσπιση του «πολιτισμού» μέσω και της προώθησης των δικαιωμάτων των γυναικών– φαίνεται να είναι πλήρως συμβατή με τη de facto ενίσχυση των αρρενωπών χαρακτηριστικών της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, ή και της ίδιας της πολιτικής που σχετίζεται με τον πόλεμο, ακόμη κι αν αυτή εκφράζεται όλο και περισσότερο και από γυναίκες. Η δυαδική, διχοτομική και ιεραρχική επιστημολογία της αποικιακής νεωτερικότητας, της οποίας η μέθοδος «διαίρει και βασίλευε» βασίζεται όχι μόνο στον βαθιά εδραιωμένο ρατσισμό, αλλά και σε μια ετεροκανονική, πατριαρχική μήτρα αρρενωπότητας και θηλυκότητας, παραμένει άθικτη.

Ποιος (υποτίθεται ότι) ωφελείται από το «στρατιωτικό μέρισμα»;

Οι «έμφυλες» ή ακόμη και οι «φεμινιστικές» συζητήσεις για τη στρατηγική ασφάλειας και άμυνας στην πολιτική ζωή, στα πανεπιστήμια και στην κοινωνία των πολιτών δεν αφορούν πλέον πρωτίστως τη διάσωση ή την έκφραση αλληλεγγύης προς (έστω και πολύ συγκεκριμένες) γυναίκες και ΛΟΑΤΚΙΑ+ άτομα στη λεγόμενη Μέση Ανατολή (Παλαιστίνη) ή ακόμα και στην εγγύτερη Ανατολή (Ουκρανία) – κάτι που είναι απολύτως συμβατό με τον βαθιά ριζωμένο επιστημολογικό και δομικό ρατσισμό της αποικιακής νεωτερικότητας.

Η ολοένα και πιο απροκάλυπτη στρατιωτική κινητοποίηση των πολιτών και, πολύ περισσότερο, όλων των φορολογουμένων, θα απαιτήσει επίσης μια πολιτική έμφυλης συμπερίληψης ως μέσο νομιμοποίησης της «νέας κανονικότητας» του πολέμου. Αυτή η ανάγκη ισχύει σε κάθε κοινωνία, είτε σε επίπεδο περιφερειακών, εθνικών ή ευρωπαϊκών συζητήσεων είτε, σε αφηρημένο επίπεδο, στη «δυτική», «ελεύθερη» ή «πολιτισμένη» κοινωνία.

Με αυτό τον τρόπο, στην περίοδο του προπολέμου, άτομα που στο παρελθόν υφίσταντο διακρίσεις λόγω φύλου ή φυλής απολαμβάνουν ήδη κοινωνική αναγνώριση, παραδόξως ακριβώς από εκείνους τους κοινωνικούς χώρους από τους οποίους είχαν αποκλειστεί συστηματικά για μεγάλο χρονικό διάστημα, υπό το πρόσχημα πολιτικών επιχειρημάτων που σχετίζονται με το φύλο και τη σεξουαλικότητα.

Οι αναφορές στο φύλο ως εργαλείο πολέμου –συμπερίληψη, ισότητα, συνεργασία μεταξύ πολιτών και στρατού– αποτελούν όλο και πιο συχνά θέματα δημόσιας συζήτησης. Η αυξανόμενη προβολή των έμφυλων ζητημάτων είναι εμφανής στη δημόσια εικόνα που καλλιεργούν για τον εαυτό τους οι ένοπλες δυνάμεις της Γερμανίας και της Αυστρίας, καθώς και στην εν μέρει επιφανειακή αντιμετώπιση του θέματος στα μέσα ενημέρωσης και στην πανεπιστημιακή κοινότητα. Το πεδίο παραγωγής ενός έμφυλου «στρατιωτικού μερίσματος» είναι ευρύ: από την ευαισθητοποίηση για τις ευκαιρίες επαγγελματικής ανέλιξης των γυναικών και τα μέτρα κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης εντός του στρατού, έως την ένταξη της ομοφυλοφιλίας στο φάσμα των στρατιωτικών ταυτοτήτων που προβάλλουν οι ένοπλες δυνάμεις μέσα από τη δημόσια εικόνα τους.

Στο γερμανικό πλαίσιο, αυτό αποσκοπεί στο να καταστήσει το στρατιωτικό επάγγελμα –που έχει ήδη κανονικοποιηθεί με την ύπαρξη επαγγελματικού στρατού– πιο ελκυστικό για όλα τα φύλα. Στην Αυστρία έχει επίσης ξεκινήσει μια συζήτηση σχετικά με την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία των γυναικών. Ως πρώτο βήμα στην κατεύθυνση αυτού του αιτήματος, το οποίο παραμένει αντιδημοφιλές στο ευρύ κοινό, η σημασία των υποχρεωτικών ιατρικών εξετάσεων για τις γυναίκες αποδυναμώνεται, καθώς οι συγκεκριμένες εξετάσεις παρουσιάζονται ως προληπτικό μέτρο υγείας. Και στις δύο χώρες, βασικός στόχος είναι τα παιδιά και οι νέοι/ες, η προσέγγιση των οποίων γίνεται με μεθόδους «ευαίσθητες στη διαφορετικότητα», προκειμένου να κεντρίσουν το ενδιαφέρον τους είτε για μια μελλοντική σταδιοδρομία στις ένοπλες δυνάμεις είτε για την ταύτισή τους με αυτές.

Χρειαζόμαστε έναν αντιμιλιταριστικό φεμινισμό και έναν φεμινιστικό αντιμιλιταρισμό

Για να αντιταχθούμε με σαφή και αποφασιστικό τρόπο στην υλική και την άυλη κανονικοποίηση του πολέμου χρειάζεται κάτι περισσότερο από μια διαφοροποιημένη αναλυτική κατηγορία του φύλου ή από τη λεγόμενη «ευαισθητοποιημένη ως προς το φύλο» εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας και άμυνας. Ακόμη και μια νηφάλια ρεαλιστική προσέγγιση της φεμινιστικής εξωτερικής πολιτικής, όπως αυτή που υπήρχε στις κατευθυντήριες γραμμές του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών, το 2022 –οι οποίες χρονικά συνέπεσαν σχεδόν με την κατανομή 100 δισεκατομμυρίων ευρώ σε «ειδικά κονδύλια» για τον επανεξοπλισμό και την ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων της Γερμανίας– δεν αρκεί για να ανακοπεί η πορεία προς τον πόλεμο. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες των παραπάνω κατευθυντήριων γραμμών δηλώνεται κατηγορηματικά ότι η φεμινιστική εξωτερική πολιτική δεν ταυτίζεται με τον πασιφισμό. Αυτή η δήλωση αποτελεί ρήξη με τη για πολλά χρόνια προβληματική ταύτιση των γυναικών με την ειρήνη, καθώς και με τη σχέση μεταξύ φεμινισμού και αντιμιλιταρισμού. Και εδώ, επίσης, η κατανόηση του φύλου ως συμβολικού συστήματος έχει καθοριστική σημασία, ενώ για την αποκάλυψη του νέου «έμφυλου καμουφλάζ» του μιλιταρισμού απαιτείται, επιπλέον, ένας διαθεματικός και ριζικά αντιμιλιταριστικός φεμινισμός.

Η απαξίωση του πασιφισμού ως ατομικιστικής και ανεύθυνης ηθικής στάσης, η οποία συνοδεύεται από χαρακτηρισμούς που αποδίδονται στερεοτυπικά στο γυναικείο φύλο, όπως η αφέλεια, η παθητικότητα και η αδυναμία, εμποδίζει επίσης μια σοβαρή συζήτηση για τον αντιμιλιταρισμό, ο οποίος στρέφεται κατά της κρατικά οργανωμένης βίας και του πολέμου θεωρώντας ότι πρόκειται για μέσα κυριαρχίας εγγενή στο σύστημα∙ ένας αντιμιλιταρισμός με μακρά φεμινιστική παράδοση. Αυτός είναι ο λόγος που ο αντιμιλιταρισμός συχνά εκλαμβάνεται εσφαλμένα, και όχι τυχαία, ως πασιφισμός. Όταν οι συλλογικές πολιτικές στρατηγικές μη βίαιης επίλυσης των συγκρούσεων απαξιώνονται ως ατομική, προσωπική αντίρρηση συνείδησης, και ο ειρηνισμός χαρακτηρίζεται ως ανεύθυνη ηθική στάση –μια τακτική που είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική χάρη στον, υποτίθεται, χειραφετητικό «λόγο για το φύλο»– ο αντιμιλιταρισμός δεν αντιμετωπίζεται ως κοινωνική κριτική, αλλά περιορίζεται στην καταδίκη μεμονωμένων περιστατικών ένοπλης βίας.

Για να αποτραπεί η ραγδαία αυξανόμενη αποδοχή της στρατιωτικοποίησης και του πολέμου, οι φεμινιστικές φωνές πρέπει να είναι απερίφραστα αντιμιλιταριστικές. Τα αντιμιλιταριστικά κινήματα πρέπει να αξιοποιήσουν τον φεμινισμό ως εργαλείο για να αποκαλύψουν την πολιτισμική και ψευτοχειραφετητική ρητορική της εποχής του προπολέμου.

Η ανάλυση του μιλιταρισμού από μια διαθεματική φεμινιστική σκοπιά σήμαινε πάντοτε –τουλάχιστον από το Διεθνές Συνέδριο Γυναικών για την Ειρήνη στη Χάγη, το 1915– ένα πράγμα πάνω απ’ όλα: ότι πρέπει να καταγγέλλονται οι ακρότητες συγκεκριμένων πολέμων ή εμπόλεμων πλευρών, αλλά ότι ακόμα πιο σημαντικό είναι να αποκαλύπτονται οι ρίζες του πολέμου ως κοινωνικού θεσμού, ο οποίος στηρίζεται στην αλληλοσύνδεση μιλιταρισμού, εθνικισμού, αποικιοκρατίας και ιμπεριαλισμού, καπιταλισμού και πατριαρχίας – και να αποκαλύπτονται όσοι ωφελούνται από αυτόν το θεσμό.

Είναι πλέον καιρός να διατυπωθεί μια φεμινιστική αμφισβήτηση της κανονικοποίησης αυτής της προαναφερθείσας συστημικής αλληλοσύνδεσης. Βρισκόμαστε ήδη στην εποχή του προπολέμου.

Μετάφραση: Χάρης Γολέμης

Σημειώσεις

ΣτΜ: Ο ορισμός υπάρχει στην Εισαγωγή του μεταφραστή.
ΣτΜ: Στρατηγική που επιδιώκει να αποτρέψει μια επιθετική ενέργεια μέσω της απειλής ισχυρής στρατιωτικής απάντησης.
OMV είναι τα αρχικά της Αυστριακής Πετρελαϊκής Εταιρείας, μιας από τις μεγαλύτερες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο της Βιέννης εταιρείες της Αυστρίας.
Από τη σκοπιά του Παγκόσμιου Νότου, ο όρος αυτός είναι εγγενώς ευρωκεντρικός και καθρεφτίζει το παγκόσμιο αποικιοκρατικό καπιταλιστικό σύστημα. Κατά τη διάρκεια της ιστορίας της αποικιοκρατίας, που ξεπερνά τα 500 χρόνια, έγιναν πολυάριθμοι «παγκόσμιοι» πόλεμοι με παγκόσμιες διασυνδέσεις, οι οποίοι είχαν ως αποτέλεσμα δεκάδες εκατομμύρια θανάτους.

Στις 30 Μαρτίου 2026, δημοσιεύτηκε στο μπλογκ του δικτύου transform! Europe ένα φεμινιστικό αντιπολεμικό άρθρο της Claudia Brunner [Κλαούντια Μπρούνερ], αναπληρώτριας καθηγήτριας στο Κέντρο Έρευνας και Εκπαίδευσης για την Ειρήνη του αυστριακού Πανεπιστημίου του Κλάγκενφουρτ, με τίτλο «Resisting the “Pre-War”: A Feminist Critique of the Militarisation of the Future». https://transform-network.net/blog/analysis/resisting-the-pre-war-a-feminist-critique-of-the-militarisation-of-the-future/

Η συγγραφέας εξετάζει τη χρησιμοποίηση του γυναικείου φύλου για τη νομιμοποίηση της σύγχρονης, κατάστασης στρατιωτικοποίησης στις συνειδήσεις των κοινωνιών. Στο άρθρο της χρησιμοποιεί την έννοια του «προπολέμου», την οποία αποδίδει στη σημαντική Γερμανίδα συγγραφέα, σοσιαλίστρια και φεμινίστρια, Κρίστα Βολφ (1929-2011), και συγκεκριμένα στο βιβλίο της Κασσάνδρα. Ο προπόλεμος ορίζεται ως η περίοδος πριν από την έναρξη ενός πολέμου, κατά την οποία διαμορφώνονται σταδιακά οι κοινωνικές, πολιτικές, λογοθετικές και συναισθηματικές συνθήκες που τον καθιστούν αποδεκτό ή ακόμη και αναπόφευκτο.

Η μετάφραση και δημοσίευση αυτού του κειμένου στις Ιδέες, δεν έγινε μόνο για τη ριζοσπαστική φεμινιστική του ανάλυση, αλλά και για δύο άλλους λόγους. Πρώτον, λόγω της επικαιρότητάς του στη σημερινή στρατιωτικοποίηση της Ευρώπης, η οποία ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Και δεύτερον, γιατί συμφωνούμε απολύτως με τη θέση της Μπρούνερ ότι για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης χρειαζόμαστε τόσο έναν αντιμιλιταριστικό φεμινισμό, όσο και έναν φεμινιστικό αντιμιλιταρισμό.

Χ.Γο.
Η ΕΠΟΧΗ