Συνεντεύξεις

Κατερίνα Λαμπρινού: «Η πολιτική αριστερά δεν αντιπροσωπεύει την κοινωνική αριστερά»

Η διάσπαση στον ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε το επίκεντρο της συζήτησής μας με την πολιτική επιστήμονα Κατερίνα Λαμπρινού, η οποία περιέγραψε το πολιτικό τοπίο πάνω στο οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ εξαερώνεται. Όπως τονίζει, μεταξύ άλλων, «ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να συγκροτήσει έναν ηγεμονικό πολυσυλλεκτισμό, ακριβώς γιατί έλειπε το πολιτικό και προγραμματικό περιεχόμενο. Αυτό ηττήθηκε. Και θα ξαναηττηθεί και στην κασσελάκεια εκδοχή του». Η ίδια τονίζει πως ό,τι νέο προκύψει θα πρέπει να αντιπροσωπεύει «τις κοινωνικές αιχμές που μέχρι τώρα αγνοεί η πολιτική αριστερά», τα νέα προτάγματα.
 
Οι εκλογικές αναμετρήσεις φαίνεται πως έχουν αλλάξει το πολιτικό τοπίο. Τι μαθαίνουμε για το πολιτικό σύστημα;
 
Το μήνυμα από τις εκλογές του 2023 δεν είναι τόσο η νίκη της ΝΔ, αλλά το double score έναντι του ΣΥΡΙΖΑ· το ότι πήγε κόσμος να ψηφίσει χωρίς να θεωρεί ότι υπάρχει άλλο κυβερνητικό κόμμα πέραν της ΝΔ. Eίναι εντυπωσιακό ότι σε περιοχές όπως στη Β΄ Αθηνών ή στη Β΄ Πειραιά, ουδέποτε σε εθνικές εκλογές, πλήν του 1974, η ΝΔ δεν είχε τέτοια ποσοστά. Νομίζω αυτό δεν ερμηνεύεται απλώς ούτε με την κριτική στην επικοινωνιακή στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ ούτε στην αντιπολιτευτική του αδυναμία από το 2019 και ύστερα. Είμαστε μπροστά σε ένα μεταπολιτευτικό φαινόμενο. Έξοδος από μια μεγάλη οικονομική-πολιτική κρίση, και ταυτόχρονα εντός επάλληλων κρίσεων (permacrisis). Αυτή η κατάσταση δημιουργεί μεγάλη ανασφάλεια. Αποτυπώνεται η αίσθηση αυτή της ανασφάλειας και στις έρευνες γνώμης. Δεν πειραματίζεσαι πολιτικά όταν βιώνεις μια τέτοια κατάσταση. Δεν ψηφίζεις κόμματα που δείχνουν αδυναμίες ή είναι σε ταυτοτική αναζήτηση. Δεν είναι παράδοξο, τελικά, να προσχωρείς σε έναν πραγματιστικό συντηρητισμό έστω και προσωρινά. Και νομίζω ότι κάπου εκεί βρισκόμαστε, σε μια κατάσταση μετάβασης για το πολιτικό σύστημα. Και, ταυτόχρονα, σε μια στιγμή «επείγοντος», καθώς νεά θέματα, όπως η κλιματική κρίση, η ενεργειακή δημοκρατία, ή οι τεχνολογίες AI, θέματα που αναδιοργανώνουν θεμελιωδώς την οικονομία, απαιτούν όχι εύκολες απαντήσεις που κανένα κόμμα δεν δίνει.
 
 
Μήπως η κοινωνία έχει αποσυρθεί, έχει μειωμένες προσδοκίες που ενδεχομένως καλύπτονται από τη ΝΔ;
 
Το μήνυμα της μεγάλης αποχής ή της δυσαρέσκειας –η οποία αφορά πρωτίστως τον κόσμο στα αριστερά του Κέντρου– δεν προκύπτει από μειωμένες προσδοκίες. Αντίθετα, είναι πολύ μεγάλες οι απαιτήσεις από έναν πολιτικό χώρο. Ο κόσμος δεν είναι παραιτημένος, αλλά απαιτητικός. Υπάρχει ασυμβατότητα μεταξύ κοινωνικής και πολιτικής αριστεράς. Η πολιτική αριστερά δεν αντιπροσωπεύει την κοινωνική αριστερά. Παραμένουν αναπάντητα ή δεν μπαίνουν καν στην ατζέντα σημαντικά ζητήματα που απασχολούν ιδιαίτερα τους νεότερους ανθρώπους, που είναι πιο αξιακά φιλελεύθεροι και ταυτόχρονα επισφαλείς, και τους ενδιαφέρει π.χ. η οικολογία με τους όρους μιας ενεργειακής δημοκρατίας, επιλέγουν διαφορετικές μορφές και είδη εργασίας, ζουν ψηφιακά.
 
 
Πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Πες μας κάποια παραδείγματα ακόμα που προτάσσει η κοινωνική αριστερά και δεν περιλαμβάνει στην ύλη της η πολιτική αριστερά.
 
Δεν είναι μόνο η οικολογία. Είναι πολλές οι κοινωνικές αιχμές που αγνοεί η πολιτική αριστερά. Είδαμε, πχ., να αναπτύσσεται ένα κίνημα, το metoo. Από την πλευρά του, ο σύγχρονος ριζοσπαστικός φεμινισμός διατυπώνει μια απολύτως προχωρημενη θεωρητική προσέγγιση με προεκτάσεις στον τρόπο που ζούμε, τις προσωπικές ή επαγγελματικές μας σχέσεις. Είδαμε να αλλάζει την καθημερινότητά μας δηλαδή. Δεν βλέπουμε να ενσωματώνεται στην πολιτική αριστερά. Έχουμε μείνει στο «ψηφίστε και καμιά γυναίκα», χωρίς να υπάρχει κάποια σοβαρή αναστοχαστικότητα. Ο χώρος βρωμάει αρρενωπότητα. Ένα άλλο πρόταγμα είναι η διεκδίκηση του δημόσιου χώρου, με το αίτημα να πηγαίνει πέρα από τα κινήματα των μεγάλων πόλεων που ξέραμε. Το κίνημα αυτό απλώνεται γεωγραφικά και το αγνοούμε. Δεν αντιπροσωπεύεται πουθενά. Ή οι νέοι, φοιτητές ή μη, που κατεξοχήν ζορίζονται από την εξάπλωση του Airbnb και την άνοδο των ενοικίων, ένα ζήτημα που θα μπορούσε να συνδυάσει κινηματική δράση και σοβαρό policy-making.
 
 
Η βαθιά κρίση που περνά ο ΣΥΡΙΖΑ αφήνει ανεπηρέαστα τα κόμματα της αντιπολίτευσης, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ ή το ΚΚΕ;
 
Δεν θεωρώ ότι υπάρχει κρίση, αυτή τη στιγμή, στη ριζοσπαστική αριστερά μόνο. Υπάρχει κρίση σε όλο τoν χώρο αριστερά του Κέντρου και αυτό είναι ευρωπαϊκό φαινόμενο. Τα ποσοστά της σοσιαλδημοκρατίας παραμένουν σε καθίζηση. Από την άλλη τα πράσινα κόμματα, ενώ είναι η στιγμή τους, να βάλουν την ατζέντα τους, δεν καταφέρνουν να εκτιναχθούν. Στην Ελλάδα δεν καταφέρνουν καν να συγκροτηθούν. Η κρίση που διαπερνά όλο αυτό το πολιτικό φάσμα, πέραν όλων των άλλων, είναι και κρίση του παραδοσιακού κομματικού προσωπικού. Το είδαμε με την εκλογή του κ. Κασσελάκη ή του νέου δημάρχου Αθηνών κ. Δούκα, που κάθε άλλο παρά στελέχη πρώτης γραμμής ήταν κατά τη στιγμή της εκλογής τους.
 
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ βιώνει ένα κύμα αποχωρήσεων, στελεχών και μελών του, μετά την εκλογή νέου προέδρου. Ποιο είναι το στίγμα του ΣΥΡΙΖΑ και που βρίσκεται;
 
Δεν υπάρχει στίγμα. Είναι μια στιγμή απόλυτης διάλυσης. Ωστόσο η ίδια η εκλογή Κασσελάκη έχει σημασία. Ο Στ. Κασσελάκης είναι ένα πρόσωπο το οποίο προέρχεται από την κοινωνία, εκτός κομματικών δομών, και φέρει (ή έφερε αρχικά) ένα ριζοσπαστικό φορτίο. Αυτά έχουν θετικό πρόσημο. Γύρω από το πρόσωπο του κ. Κασσελάκη συσπειρώθηκαν ομάδες μεταξύ τους διαφορετικές: κάποιες με αίτημα την ανανέωση του κόμματος και των πολιτικών θέσεων, κάποιες με μια χυδαία και στείρα αντιδεξιά αντίληψη απολύτως λαϊκιστική, κάποιες γοητευμένες από το αντικομματικό περιεχόμενό του που θεωρούνταν ένδειξη εξωστρέφειας. Το ότι, όπως ήταν αναμενόμενο, επικράτησε η λαϊκιστική και παλιοκομματική εκδοχή –φορέας ενός κυνικού τέλους για τον ΣΥΡΙΖΑ– δεν σημαίνει ότι η εκλογή Κασσελάκη δεν έχει διαστάσεις που δεν πρέπει να αγνοήσουν όσοι τώρα αποχωρούν.
 
 
Το κόμμα ως οργανισμός με δομές και κανόνες απαξιώθηκε; Ο Στ. Κασσελάκης εκλέχθηκε με πρόταγμα το αδιαμεσολάβητο και εφαρμόζει από την πρώτη μέρα τη διάλυση των οργάνων, αποδίδοντάς του και ευθύνες.
 
Το κόμμα έχει απαξιωθεί εδώ και καιρό. Εξ αρχής, ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως και άλλα κόμματα της ευρωπαϊκής, ριζοσπαστικής αριστεράς, επέλεξε μία μορφή ηγεσίας, η οποία υποκαθιστούσε την κομματική λειτουργία. Οι ηγέτες –το ίδιο ισχύει και για τον Μελανσόν– εμφανίζονται περίπου ως κομματικοί ιδιοκτήτες και η λειτουργία των κομμάτων κινείται γύρω από τον πυρήνα του εκάστοτε προέδρου. Δεν προέκυψε με τον Κασσελάκη αυτή η κατάσταση, απλά με τον Κασσελάκη, ακριβώς και λόγω του μηδενικού πολιτικού λόγου που διατυπώνει, είναι απολύτως μη λειτουργικό, διχαστικό, μη συναινετικό. Τώρα πια εξαερώνεται και η τελευταία συνοχή που μπορούσε να υπάρχει: ο συναισθηματικός δεσμός, η συντροφικότητα.
 
 
Ο Κασσελάκης περιβάλλεται από μια ηγετική ομάδα που δεν έχει τη δυνατότητα να ορίσει κατεύθυνση, προγραμματικούς στόχους, τρόπους ανασύνταξης του κόμματος. Από ό,τι φαίνεται, μετά και από τη συνάντησή του με τον Τζεντιλόνι, δεν έχει ούτε ο ίδιος τέτοια έγνοια. Μπορεί έτσι να συγκροτηθεί κόμμα;
 
Εδώ που είμαστε, δεν φαίνεται να μπορεί να υπάρξει ανασυγκρότηση από τον Κασσελάκη, την ομάδα του και από ενδεχομένως όσους μείνουν στο χώρο αυτό. Ίσως μετεξελίξουν τον ΣΥΡΙΖΑ σε μια βραχύβια εκδοχή, ας πούμε, «ριζοσπαστών ΑΝΕΛ». Δεν έχει νόημα να συζητάμε τον Κασσελάκη με το βλέμμα στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά να δούμε τα ερωτήματα που έθεσε η εκλογή του πέρα από το κομμάτι του λαϊκιστικού και συντηρητικού μηχανισμού που τον στηρίζει. Γιατί απέκτησε αυτή τη δυναμική; Η Ομπρέλα και οι 6+6 πρέπει να έχουν επίγνωση ότι είναι ηττημένοι ως πολιτικό προσωπικό. Η κομματική ανανέωση οφείλει να είναι συνεχής αν θέλει να συμβαδίζει και με τους ρυθμούς του παρόντος, που είναι εξοντωτικά γοργοί. Το κομματικό στέλεχος καθίσταται εύκολα «παρωχημένο». Λείπουν άνθρωποι που να συνδυάζουν κοινωνικό στίγμα και πολιτικό λόγο. Επιπλέον οτιδήποτε νέο πρέπει να αναστοχαστεί την απολύτως χαμένη σχέση με την κοινωνική αριστερά. Πρόκειται για δύο στοιχεία που δεν πρέπει να αγνοηθούν. Το είδαμε να συμβαίνει και με το ΠΑΣΟΚ. Ένα οριακά ανύπαρκτο κόμμα καταφέρνει να εκλέξει δήμαρχο Αθηνών, τον οποίο κανείς δεν αναγνωρίζει ως κομματικό στέλεχος, αλλά ως έναν άνθρωπο από την κοινωνία με στοιχειώδη πολιτική επάρκεια.
 
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα με μια πορεία είκοσι χρόνων. Ήταν προδιαγεγραμμένη η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ; Προέκυπτε ότι θα φτάσει σε μια τέτοια παρακμή;
 
Ας σκεφτούμε ότι η κρίση του μετακομμουνιστικού πολιτικού χώρου δεν είναι τόσο παλιά. Τη δεκαετίου του ’90, η αριστερή κουλτούρα ήταν απονομιμοποιημένη και σε ηθική απαξία, συνολικά συναπαρτιζόταν από περιθωριακά κόμματα που επανεξέταζαν τα θεμέλια της ιδεολογίας τους και το είδος της μεταξελιξής τους, απέναντι σε μια ισχυρή σοσιαλδημοκρατία που επανεπινοούσε τον εαυτό της μέσω του «τρίτου δρόμου». Ο χώρος αυτός έκανε κάποιες επιλογές. Αναβαπτίστηκε σε έναν κινηματικό ριζοσπαστισμό και τοποθετήκε στη συζήτηση περί εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης, όχι πάντα με σαφήνεια, όμως με μια μεγάλη αιχμή: θέτοντας στο επίκεντρο τους νέους ως outsiders. Επιπλέον, σε μια κρισιακή συγκυρία αναδιαμόρφωσε τη σχέση του με τη διακυβέρνηση. Όχι πειστικά ίσως, με το προβληματικό όχημα μιας λαϊκιστικής προσέγγισης. Έχει κάνει πολύ δρόμο. Βρισκόμαστε σε ένα καθεστώς συνεχών κρίσεων· η παραγωγή και η εργασία ανασυγκροτούνται με επίκεντρο την οικολογία και την ψηφιακή τεχνολογία· οι πόλεμοι κουλτούρας είναι σε πλήρη εξέλιξη· είναι η απόλυτη στιγμή πολιτικών ευκαιριών.
 
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ ζει μια διάσπαση και παράλληλα ανοίγουν συζητήσεις για νέα σχήματα ή για έναν χώρο διαλόγου και κοινής δράσης. Ξανά από την αρχή. Μπορεί ο χώρος της ριζοσπαστικής αριστεράς να ανασυγκροτηθεί και να διεκδικήσει ξανά από θέση εξουσίας να εκπροσωπήσει τα κοινωνικά αιτήματα;
 
Ολόκληρος ο πολιτικός χώρος αριστερά του Κέντρου είναι σε κάμψη. Όμως αν ακούσουμε τις έρευνες κοινής γνώμης, στην πλειονότητά τους οι πολίτες αυτοτοποθετηθούνται στο Κέντρο και προς τα αριστερά παρά στον Κέντρο και προς τα δεξιά, ενώ η διάκριση Αριστερά-Δεξιά εξακολουθεί να έχει νόημα για πολλούς. Ανασυγκρότηση θα γίνει ή με εσωστρέφεια –με ενδυνάμωση της αριστερής ταυτότητας– ή με εξωστρέφεια – αναγνωρίζοντας το έλλειμμα αντιπροσώπευσης συνολικά στα αριστερά του Κέντρου. Δεν υποτιμώ την ανάγκη για τη διαμόρφωση μια απολύτως οικείας κομματικής στέγης όπου ο ένας θα είναι copy-paste του άλλου· είναι όμως μια επιλογή μικρής κλίμακας. Αν εξακολουθεί να ενδιαφέρει η αριστερή διακυβέρνηση, τότε θα πρέπει να ενδιαφέρει και κάτι πιο δυναμικό που ίσως να προσιδιάζει σε πολιτικό χώρο-παράταξη με επίκεντρο τις νεότερες ηλικίες.
 
 
Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ κουβαλά μια κοινωνική απαξίωση, όπως αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις. Δεν κατακρίνεται μονάχα ως κυβέρνηση που εφάρμοσε μνημόνιο αλλά και ως αριστερή κυβέρνηση. Αυτό δείχνει ότι οι ιδέες της Αριστεράς ηττήθηκαν;
 
Δεν θεωρώ ότι υπάρχει ήττα των αριστερών ιδεών συνολικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν άνοιξε νέες συζητήσεις όσο ήταν κυβέρνηση, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Δεν υπέρασπίστηκε ιδεολογικά τις επιλογές του. Επέλεξε να μην δώσει μάχες, να είναι κόμμα του μέσου όρου και να αθροίζει αριστερές δυνάμεις μαζί με διαφωνούντες της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Δεν κατάφερε να συγκροτήσει έναν ηγεμονικό πολυσυλλεκτισμό, ακριβώς γιατί έλειπε το πολιτικό και προγραμματικό περιεχόμενο. Αυτό ηττήθηκε. Και θα ξαναηττηθεί και στην κασσελάκεια εκδοχή του.
 
Ιωάννα Δρόσου, Παύλος Κλαυδιανός