Macro

Κατέ Καζάντη: Το κίνημα για την ειρήνη δεν είναι της μόδας!

Ποι@ θυμάται, σήμερα, το μανιφέστο Ράσελ – Αϊνστάιν; Που το συνυπέγραφαν έντεκα επιστήμονες, νομπελίστες, μεταξύ των οποίων ο κομμουνιστής Κιουρί και ο θεμελιωτής της κβαντομηχανικής, Μαξ Μπορν; Ποι@ θυμάται τον αστό διανοητή, και ακτιβιστή, Μπέρτραντ ο οποίος ενώ διακήρυττε ότι δεν θα πεθάνει ποτέ για τις ιδέες του, γιατί μπορεί να κάνει λάθος, εν τούτοις, φυλακίστηκε και διώχτηκε γι΄ αυτές; Και ποι@ τον μεγαλοφυή Αλμπερτ για τις ανθρωπιστικές, σοσιαλίζουσες, ιδέες του;

Ποι@, εν τέλει, θυμάται τον Τζέραλντ Χόλτομ; Τον Βρετανό εικαστικό καλλιτέχνη, και αντιρρησία συνείδησης κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος σχεδίασε το σήμα της οργάνωσης «Καμπάνια για τον πυρηνικό αφοπλισμό», με επικεφαλής τον Ράσελ; Αυτό δηλαδή το πασίγνωστο πλέον, αυτό που κοσμεί το πανό που κρατά ο Λαμπράκης στην πορεία για την Ειρήνη του ’63;

Αν ο προηγούμενος αιώνας υπήρξε ο αιώνας των δυο μεγάλων πολέμων, αλλά και των μεγάλων μετασχηματισμών, ο παρών δεν μοιάζει να διδάχτηκε απ’ τα κακά. Απεναντίας: η δυτική λογική που ανέδειξε το σοβιετικό αντιπαράδειγμα, σε υπέρτατο εχθρό, επαναλαμβάνεται, μάλλον ως τραγωδία. Ένας, διόλου ψυχρός, πόλεμος μαίνεται, με τους βασικούς παίκτες στους ίδιους ρόλους: η Ρωσία εμφανίζεται, φαντασιακά, ως απειλή για την Ε.Ε., μαζί με άλλους, επίσης φανταστικούς, εχθρούς, όπως η Kίνα και η Β. Κορέα!

Αλλά κάτι, εξόχως κομβικό, διαφέρει: οι αντιδράσεις των λαών.

Και παρότι «οι μανδαρίνοι, πεισματικά αδιάφοροι τραβάνε τον κολασμένο δρόμο τους» ενώ «η στατιστική βεβαιότητα ότι οι άνθρωποι θα υποστούν μαρτυρικό θάνατο» (Ράσελ, Δεκέμβρης 1961) παραμένει, κατά το κοινώς λεγόμενο, δεν κουνιέται φύλλο.

Αλλά πώς να κουνηθεί; Η αναβίωση των εθνικισμών, της καθαρότητας των πολιτισμών, η βίωση του καταφρονημένου Άλλου ως εχθρού, ακόμα κι αυτή η σύνδεση του προτάγματος της λαϊκής κυριαρχίας με την εθνική ανεξαρτησία, το οποίο υποδόρια καλλιεργεί πολεμοκάπηλες φοβικότητες, τούτη η –όχι και τόσο- νέα συνθήκη πριμοδοτεί τη δημοφιλία του πολέμου. Εξυπηρετώντας, φυσικά, τα συνήθη συμφέροντα: οι βιομηχανίες όπλων θα ξεπουλήσουν σφαίρες σαν ζεστό ψωμάκι, την ώρα που οι κοινωνικές δαπάνες θα καταβυθιστούν τάχατε υπέρ βωμών και εστιών.

Δεν αποτελεί παραδοξότητα η σημερινή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε προφανώς αυτή των ΗΠΑ. Εκείνο που ριζικά διαφέρει είναι η ανυπαρξία αντι-δράσης σ’ αυτές. Η σιωπή, δηλαδή, των από κάτω. Που ενώ τους παίρνουν τη μπουκιά απ’ το στόμα και τους στέλνουν να σκοτωθούν, πέφτουν ξανά στην παγίδα: την ώρα, ας πούμε, που η Γερμανία, κι από κοντά Γαλλία και Βρετανία, ποντάρουν στην οικονομία του πολέμου, με τους υπερεξοπλισμούς, το νεοναζιστικό AfD δεν παύει να ενισχύεται. Το αυτό και τα συγγενή μορφώματα, στις λοιπές χώρες.

Το κίνημα για την ειρήνη μοιάζει μια ξεχασμένη υπόθεση που αφορά την ιστορία του περασμένου αιώνα. Μπήκε στο ίδιο χρονοντούλαπο με τα άλλα θεμελιώδη: τα εργατικά δικαιώματα, τα δυναμικά συνδικάτα, τις μεγάλες απεργίες ή την ιδέα της Ευρώπης των λαών. Προηγουμένως κρίθηκαν ντεμοντέ και ξεπερασμένοι οι όροι ιμπεριαλισμός, ολιγοπώλια, εκμετάλλευση και, προπαντός, ο καπιταλισμός, ο οποίος και αντικαταστάθηκε από τον θεάρεστο φιλελευθερισμό.

Και ο κομμουνισμός; Η ανθρωπιστική θεώρηση των κοινωνιών; Η αλληλεγγύη; Όλα αυτά, μαζί με τα ανωτέρω, μια κατεξοχήν υπόθεση της Αριστεράς μοιάζουν μια τελειωμένη υπόθεση, όπως και η παγκόσμια ειρήνη.

Διότι σήμερα, το πρωταρχικό στοίχημα της επαναδραστηριοποίησης των χειμαζόμενων πολιτών φαίνεται να έχει κερδηθεί απ’ την ανάποδη: η φασίζουσα ρητορική των ακροδεξιών μορφωμάτων είναι η φωνή της νέας ευρωπαϊκής κανονικότητας, με την ανοχή των λαών.

Το «γιατί» αποτελεί ένα πρόβλημα, το οποίο οφείλει να επιλύσει η ευρωπαϊκή Αριστερά. Το φάντασμα μιας σύγχρονης Β’ Διεθνούς, μια νέα απόφαση της Βασιλείας που θα καταδικάζει τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, πάνω απ’ την κεφαλή της, την καλεί σε εγρήγορση.

ΚΑΜΙΝΙ