Macro

Κατέ Καζάντη: Τι μας διδάσκουν κεντριστές και λικβινταριστές

Λικβινταριστές ονομάζονταν, το πάλαι ποτέ, εκείνες/οι οι, κάποια στιγμή, επαναστάτες/τριες που κατόπιν αποφάσιζαν να το στρίψουν ολίγον δεξιότερα: όχι διότι απαρνούνταν κατ’ ανάγκην τις ιδέες τους ούτε διότι γοητεύονταν από τις σειρήνες της καπιταλιστικής τρυφής αλλά διότι επέλεγαν μιαν άλλη, μη επαναστατική πολιτική, ως μορφή τακτικισμού. Κινούνταν, έτσι, τα πλαίσια της αστικής νομιμότητας, μετερχόμενοι/ες όλων εκείνων των συστημικών τρόπων, ακόμα και της ειδικής γλώσσας, με την ενσωμάτωση, δηλαδή, κατάλληλων λέξεων ή την απάλειψη άλλων, αφήνοντας κατά μέρος τα παλαιά όπλα.
 
Ο λικβινταρισμός, η διαλυτική, η ρευστοποιητική δηλαδή, όπως μας λέει η λέξη, για το επαναστατικό κόμμα τάση και δράση, υπήρξε μενσεβίκικη υπόθεση. Μετά την ατυχήσασα επανάσταση του 1905 στη Ρωσία και τη σκλήρυνση του τσαρικού καθεστώτος, μια μειοψηφική ομάδα, στους κόλπους του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, ζητούσε να εγκαταλειφθεί η επαναστατική δράση και να αντικατασταθεί με άλλες, νομιμοποιημένες πρακτικές εντός του αστικού κράτους. Βρήκαν τον Λένιν απέναντι και, όπως γνωρίζουμε, η ιστορία γράφτηκε αλλιώς.
 
Παρεκτός, όμως, του λικβινταρισμού, υπάρχει και μια άλλη, εξίσου αντιθετική με τα λενινιστικά προτάγματα τάση, ο κεντρισμός. Σε τούτη την τάση μετεωρίζονται, εγκλωβισμένοι, όσοι/ες κινούνται ανάμεσα στον παραλυτικό ρεφορμισμό και την επανάσταση. Σε τούτους ανήκει και ο, ας τον πούμε, πατέρα της σοσιαλδημοκρατίας, ο Καρλ Κάουτσκι. Οι κεντριστές βρήκαν επίσης απέναντί τους τον Λένιν φυσικά, αλλά και τον Τρότσκι, ο οποίος τους περνάει γενεές δεκατέσσερις.
 
Λέει, λοιπόν, μεταξύ των άλλων, (Κεντρισμός και Τέταρτη Διεθνής, Φλεβάρης 1934) ο Τρότσκι πως ο κεντριστής “χαρακτηρίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό από αυτό που του λείπει παρά από αυτό που αγκαλιάζει”, αφού πάσχει από “οργανική αμορφία” χωρίς θετικά χαρακτηριστικά.
“Ένας κεντριστής”, συνεχίζει, “πάντα αβέβαιος για τη θέση του και τις μεθόδους του, επιδίδεται σε προσωπικές μανούβρες και μικρο-οργανωτική διπλωματία (…) ενώ “παραμένει πάντα σε πνευματική εξάρτηση από δεξιές ομάδες”. Στη σφαίρα δε της ιδεολογίας, “ο κεντρισμός οδηγεί σε μια παρασιτική ύπαρξη” και “καταφεύγει σε παθητική ηθικολογία για να καλύψει το θεωρητικό του κενό”.
 
Στην πάροδο των χρόνων και με την υποστολή της σημαίας της ουτοπίας, λικβινταρισμός και κεντρισμός μετεβλήθησαν, από μενσεβίκικες, σε μπολσεβίκικες τάσεις. Το σύνολο των κομμάτων της ανά τον κόσμο Αριστεράς έχει πια καθαρά αντιεπαναστατικό χαρακτήρα -και όχι μοναχά υπό την έννοια της αλλαγής της διαδικασίας στην εγκαθίδρυση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Το ίδιο το όραμα του σοσιαλισμού έχει, μετά την πτώση του “υπαρκτού”, εγκαταλειφθεί και ως ουτοπικό αλλά και κυρίως ως μη ευπώλητο προϊόν. Ο “σοσιαλισμός με ελευθερία και δημοκρατία” συμβιβάστηκε ιστορικά με τις αστικές δυνάμεις και ο μετασχηματισμός της κοινωνίας, ως προοπτική, μπήκε στις καλένδες.
 
Τι κι αν η καπιταλιστική αντεπίθεση καλά κρατεί, με τις ταξικές σχέσεις εκμετάλλευσης να διαιωνίζουν την ανθρώπινη δυστυχία; Τι κι αν ενισχύεται ο μιλιταρισμός; Τι κι αν καταστρέφεται το περιβάλλον; Τι κι αν, με τη διαρκή φτωχοποίηση των από κάτω και την υπερσυσσώρευση σε όλα τα βασικά, και στην επικοινωνία, η δημοκρατία περιορίζεται δραματικά; Η διεθνής Αριστερά, εγκιβωτισμένη στα φοβικά της όρια, ωσάν τη γάτα του Σρέντιγκερ, μια ζωντανή και μια νεκρή, χωρίς το ιδεολογικό διαμέτρημα άλλων εποχών και χωρίς την παραμικρή παρρησία για τα δίκια της μοιάζει να ξεχνά ότι οι επαναστάσεις μπορεί μεν να μοιάζουν αδύνατες, όταν όμως, πέρα από κάθε πρόβλεψη, ξεσπάσουν και επιτύχουν, μοιάζουν εν τέλει αναπόφευκτες, ιστορική τελεολογία.
 
Μια τέτοια μικρή επανάσταση, αστική, κοινοβουλευτική, μα, σε κάθε περίπτωση, επανάσταση, που όμως μοιάζει να ξεχάστηκε, είναι κι αυτή που συντελέστηκε στην Ελλάδα του 2015. Να εγκαταλείπονται παντελώς τα εργαλεία της -ο ρηξικέλευθος λόγος, η διασύνδεση με τα κινήματα των από κάτω κ.ο.κ – και να προτάσσονται άλλα, δεν είναι, πιθανώς, η καταλληλότερη συνταγή για μια νέα νίκη. Μια εκλογική ήττα δεν είναι, άλλωστε, ήττα ιδεολογική ούτε ήττα πολιτικής. Εξάλλου, λέει ο Τρότσκι, “πολύ πιο συχνές από τις νίκες είναι οι ήττες των καταπιεσμένων”. Κι αν τώρα διανύουμε εκείνη την, στην περίπτωσή μας ολιγόχρονη, περίοδο της μαύρης αντίδρασης “που ρίχνει τους επαναστάτες σε μια κατάσταση σκληρής απομόνωσης” -κομμένοι από ΜΜΕ, μάχες χαρακωμάτων με φέικ νιους κ.ο.κ.-, οι πάλαι ποτέ μενσεβίκικες απόψεις των κεντριστρών ή των λικβινταριστών καλό είναι να μην γίνουν πλειοψηφικές.
 
Μπας και δούμε μιαν επαναστατική μέρα. Διότι οι κεντρίστικες, λικβινταριστικές, σοσιαλδημοκρατικές εκπτώσεις έχουν πολλά να διδάξουν.
ΚΑΤΕ ΚΑΖΑΝΤΗ