Macro

Κατέ Καζάντη: Όταν η αριστερά πυροβολεί τα πόδια της

«Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ο Α. Τσίπρας πέρασε όσα ούτε ο Σαμαράς τόλμησε να περάσει»:Η αποστροφή του λόγου του Γιάννη Βαρουφάκη (συνέντευξη στο τηλεοπτικό κανάλι Οpen, 16/2/26) δεν αποτελεί καμιά σπουδαία πρωτοτυπία. Τουναντίον. Αλήστου μνήμης, ας πούμε, παραμένει το -κατά την προεκλογική συνέντευξη των πολιτικών αρχηγών το 2023 ειπωθέν- αδιανόητο ψεύδος Κουτσούμπα, ότι δήθεν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ νομοθέτησε τη βάση του 10, κόφτη για τα ΑΕΙ, ενώ ήταν γνωστό τοις πάσι πως η τότε πολιτική βασιζόταν σε ολωσδιόλου αντίθετες αρχές και νομοθετήματα. Επισύροντας, φυσικά, τη χλεύη του συστήματος.

Η βασική ιδέα της προπαγάνδας την οποία διαχέει στην κοινωνική συνείδηση η ηγεμονική δεξιά, ότι δηλαδή η αριστερά ενέχει καταστροφικό κίνδυνο διάλυσης κάθε καλού, κάθε φορά που βρίσκεται στη διακυβέρνηση, είναι, ξανά και ξανά, εδώ: Το φληνάφημα ότι τα αντιδραστικότερα και τα χειρότερα για τον λαό «περνούσαν» με τις σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις κρατά από τη δεκαετία του 1980.

Βασίζεται στη λογική ότι η αριστερά, γενικώς, από τη σοσιαλδημοκρατική της εκδοχή ήδη, κάνει πολύ θόρυβο μοναχά όταν βρίσκεται στην αντιπολίτευση. Κι επειδή απαρτίζεται από μόνο κατ’ όνομα και όχι κατ’ ουσίαν ανθρωπιστές, αμέσως ενδίδει στις προσταγές της αστικής τάξης. Και ξεπουλιέται, παντοίοις τρόποις. Οπότε η κυρίαρχη τάξη τους προτιμά στα δύσκολα για να κάνουν, δήθεν, τη βρώμικη δουλειά, κρατώντας ταυτόχρονα χαμηλά τις αντιδράσεις των μαζών, τις οποίες και αποκοιμίζουν.

Αλλά επειδή στην αστική δημοκρατία οι κυβερνήσεις κρίνονται -κυρίως- από τα νομοθετήματά τους στη Βουλή, η επίδραση των οποίων στη ζωή των υποτελών τάξεων είναι απολύτως καθοριστική, στην προσπάθεια απόδειξης του ανωτέρω καταδεικνύεται το ανάποδο: ‘Οτι δηλαδή και στις πλέον δεξιές μετατοπίσεις της, ακόμα και στη χειρότερη και στην ευτελέστερη εκδοχή της, η αριστερά αλλά και η σοσιαλδημοκρατία ουδέποτε εξέπεσαν στα επίπεδα της δεξιάς. Ούτε καν της εκδοχής του κοινωνικού, λεγόμενου, καπιταλισμού.

Η προσκόλληση, βέβαια, της σοσιαλδημοκρατίας στον «δημοκρατικό προοδευτισμό» λειτούργησε ως διαδικασία προσαρμογής και, εν τέλει, ενσωμάτωσης στην αστική δημοκρατία και στην αστική κυριαρχία. Και συνεπακόλουθα η μάχη για τον σοσιαλισμό ατόνησε. Δεδομένου του ιστορικού πλήγματος της κατάρρευσης του σοβιετικού υποδείγματος, η ιδεολογική ανυποληψία συμπαρέσυρε κάθε σχηματισμό που κινούνταν αριστερότερα της δεξιάς.

Η νικηφόρα προέλαση του ενός και μόνο συστήματος διάβρωσε τις συνειδήσεις. Το κοινωνικό κράτος, ο συνδικαλισμός, οι εργατικοί αγώνες κ.ο.κ. κηρύχτηκαν άχρηστα απολιθώματα. Ο νέος κόσμος δεν περιλαμβάνει εξάλλου τάξεις, αλλά μονάχα άτομα, άξιους δουλευταράδες, ιδιώτες και ανάξιους σελέμηδες.

Η αλλοτρίωση είναι εδώ: Η διάχυση προς τα κάτω και η εμπέδωση της συστημικής προπαγάνδας απομακρύνει τους από κάτω από τις εκπροσωπήσεις τους. Πιεσμένες από τις όντως ανεπαρκείς πολιτικές, ακόμα και της, πλέον συνεπούς στις ιδέες της, σοσιαλδημοκρατίας, ώστε ν’ αλλάξουν θεαματικά οι ζωές των από κάτω, μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης στρέφονται όχι πια στην λαϊκή δεξιά αλλά στην ακροδεξιά, που επανέρχεται τη νέα χιλιετία. Την οποία, και στη χυδαιότερη, νεοναζιστική, εκδοχή της, ξεπλένει πια και αναβαπτίζει η συστημική νεοφιλελεύθερη δεξιά –η οποία, σημειωτέον, έχει πια σαφείς αποστάσεις από τη «λαϊκή» εκδοχή της.

Η «καραμέλα» της καταστροφής που επιφέρει κάθε λογής αριστερόστροφη διακυβέρνηση –από το σοβιετικό μοντέλο ως τις «πουλημένες» σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις στην Ευρώπη ή τον «προδοτικό» ΣΥΡΙΖΑ– είναι η νέα καθημερινή προπαγάνδα. Η οποία δεν αφήνει ανεπηρέαστο τον κόσμο της αριστεράς. Τι κι αν μελετώντας κανείς τους νόμους για την υγεία, την παιδεία, τα εργασιακά, τη δικαιοσύνη κ.ο.κ. θα διαπιστώσει πως, σχεδόν πάντοτε, μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται; Πόσο πολύ διαφέρει, επί παραδείγματι, η κυβέρνηση Σάντσεθ στην Ισπανία από το μητσοτάκειο μοντέλο τυγχάνει περίπου αυταπόδεικτο.

Αλλά επειδή η «μητέρα των μαχών» είναι η ιδεολογική ήττα, να εξωθηθούν δηλαδή διά παντός οι ιδέες της αριστεράς στο πυρ το εξώτερον, τούτο επιτυγχάνεται επαρκώς τη βοηθεία και των ιδίων των αριστερών. Την αυτή συστημική οδό ακολουθούν και οι αριστερόστροφοι σχηματισμοί. Επιχειρώντας να διατηρήσουν, ο καθείς ξεχωριστά, μιαν αχρείαστη καθαρότητα, πλειοδοτούν χρησιμοποιώντας όρους και επιχειρήματα του αντιπάλου. Πρόκειται περί «καταστροφέων», λέει η δεξιά, είναι χειρότεροι και από τη δεξιά, λέει η «αμόλυντη» αριστερά. Πυροβολώντας τα πόδια της.

Διότι, εν τέλει, όταν η αριστερά χάνει, χάνει όλη μαζί: Η πτώση του τείχους, με την εξίσωση των δύο -μόνο υποτιθέμενων- «άκρων» συμπαρέσυρε στα συντρίμμια κάθε, αναθεωρητική ή άλλη, εκδοχή.

«…Τελικά το μεγάλο ζήτημα είναι ότι οι ιδέες αυτές δεν είναι πια δημοφιλείς, δεν θέλουν οι λαοί ένα τέτοιο κυβερνητικό πρόγραμμα. Γι’ αυτό και επιμένω ότι το πρόβλημα της Αριστεράς δεν έχει τίποτα να κάνει με τα οργανωτικά σχήματα, με τα πρόσωπα ή με την επικοινωνία. Όλα αυτά έχουν σημασία φυσικά, αλλά όχι καθοριστική. Ακόμα και οι διασπάσεις τους πρέπει να ερμηνεύονται ως αποτέλεσμα της αδυναμίας συμφωνίας πάνω σε ένα αποτελεσματικό και λαϊκά αποδεκτό πολιτικό πρόγραμμα (…) Αλλά στην παρούσα ιστορική φάση, η Αριστερά ηττάται. Και θα ηττάται…» (Μάκης Βορίδης, Έχει μέλλον η Αριστερά, 25/1/25)

Έτσι, ένας θεωρητικός της (ακρο)δεξιάς, όπως ο Μάκης Βορίδης, δικαιούται να είναι πασιχαρής για την νίκη που κατήγαγαν οι ιδέες του. Ένα «λαϊκά αποδεκτό πολιτικό πρόγραμμα» υπό τις παρούσες συνθήκες, στην Ελλάδα και στον κόσμο, είναι αδύνατον να συμβεί. Η πολυδιάσπαση της αριστεράς και η δεξιά ηγεμονία δεν φαίνεται να τελειώνουν, όταν μάλιστα για να διατηρηθεί η εικόνα της «καθαρότητας» απαιτείται η συνεισφορά και η ενσωμάτωση των επιχειρημάτων του όντως αντιπάλου.

Επιπλέον, πέρα από τις όποιες προγραμματικές διαφωνίες ή τις διαφορές στην ανάγνωση της συγκυρίας, να μην κατανοείς τη συστημική παγίδευση δεν είναι παρά πολιτική αβελτηρία με αυτοχειριαστικού τύπου συνέπειες.
Διότι εν τέλει, στην Καισαριανή μαζί με τους ορθόδοξους κομμουνιστές, εκτελέστηκαν και αρχειομαρξιστές και τροτσκιστές.

ΚΑΜΙΝΙ