Είναι μια μορφή στρεβλής ηδονικής πλήρωσης: Ο απολίτικος άνθρωπος, ο μικροαστός που κοιτά το σπίτι του, η εργάτρια χωρίς αντίληψη της θέσης της στην παραγωγή, ο έφηβος, το ορμέφυτο το οποίο κατευθύνεται τεχνηέντως προς το πατρικό εξουσιαστικό πρότυπο του μεγάλου ηγέτη, διαχωρίζουν τη θέση τους και επανορίζουν τον εαυτό τους ρατσιστικώ τω τρόπω, σε αντιδιαστολή με τον αδύναμο Άλλον, τον διαφορετικό. Η φτώχεια, έτσι, γίνεται λιγότερη φτώχεια σαν αντικρίσεις –και αντιπαρατεθείς με– τον Ούντερμενς (Untermensch), η ανημποριά πιο ανεκτή αν μισήσεις εκείνον που ονοματίζεται υπάνθρωπος, η κοινωνική καταπίεση κουκουλώνεται αν εξεγερθείς εναντίον των διπλανών και κατευθύνεις το μίσος όχι εναντίον των καταπιεστών αλλά των πλέον αποδιωγμένων και καταπιεσμένων.
Όλα ετούτα, διαμορφώνουν τις συνειδήσεις εκείνες που υποκύπτουν στο φασιστικό ιδεολόγημα: από το ρωμαϊκό fasces-fascio, τα δεμάτια με τα ραβδιά του Μουσολίνι που συμβόλιζαν την αλληλεγγύη μεταξύ της ομάδας, οι ενοποιητικοί μύθοι της φυλής, του έθνους, της (πατριαρχικής) οικογένειας είναι εδώ για να παραπλανούν.
Επιπλέον, ο οικονομικός εξανδραποδισμός των μαζών, μια κατάσταση παλιά όσο και η ιστορία του ανθρώπου, κλειδώνει τον νου. Η απειλή ότι θα σου στερήσουν το ψωμί, όταν επικρέμαται διαρκώς πάνω απ’ τα κεφάλια του κόσμου, εξοστρακίζει τον ορθολογισμό. Η κατάπτωση της εργατιάς την κάνει να αλληθωρίζει αγαπητικά προς τον φασίστα βιομήχανο –και ενίοτε να τον βλέπει ως ελευθερωτή. Σ΄ αυτήν τη στρεβλή κοινωνική συνθήκη συναντώνται εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι. Οι από πάνω, πέραν της ιδεοληψίας τους, έχουν και κάθε συμφέρον: η σύμπραξη αποφέρει πολλαπλάσια κέρδη. Διότι οι πλανημένοι από κάτω, σε μια ατέρμονη ενδοταξική διαμάχη, πυροβολούν διαρκώς τα πόδια τους. Η έχθρα απέναντι στον σκουρόχρωμο, τον αλλόφυλο, τον αλλόθρησκο, αλλά επίσης εργάτη, επιβάλλεται από την προπαγάνδα που οι από πάνω διαχέουν. Και ενοποιεί τις αντιμαχόμενες κοινωνικές τάξεις σε έναν ιδιότυπο δήθεν ιερό πόλεμο. Η αυτοπεποίθηση του έθνους –του οποίου οι μαύρες κηλίδες παραβλέπονται– κι ας μην φτάνει το μεροκάματο, είναι το μαζικό ψυχονοητικό υπόβαθρο του φασισμού.
Η σύγχρονη, ιδιότυπη Kristallnacht –νύχτα των Κρυστάλλων- που διαδραματίστηκε στο Μπέλφαστ, σε έναν τόπο ιστορικά ταλαιπωρημένο, δεν υπήρξε κεραυνός εν αιθρία. Δυστυχέστατα, η υπερσυντηρητική αντιμεταρρύθμιση που συντελείται στον δυτικό κόσμο, από τις ΗΠΑ ως την Ιταλία, δεν άφησε ανέγγιχτο το Ηνωμένο Βασίλειο, με ενδεικτική την επέλαση του Νάιτζελ Φάρατζ στη Βρετανία. Η αστική ευρωπαϊκή δημοκρατία ομοιάζει με μια νέα Βαϊμάρη: παραπαίουσα, ανίκανη να διαδραματίσει κομβικό ρόλο στην παγκόσμια κοινότητα, από εργαστήριο της νόησης, κατάντησε άθυρμα ενός επιβαλλόμενου ολοκληρωτισμού του κεφαλαίου, με πτωχευμένους πολίτες δίχως το παραμικρό δικαίωμα να επανασυστήσουν τη ζωή τους.
Έτσι, η επίθεση με μαχαίρι ενός –Σουδανού;- μετανάστη εναντίον Ιρλανδού υπήρξε η σπίθα για ν’ ανάψει η πυρκαγιά: η στοχοποίηση κάθε κατατρεγμένου, εξαιτίας ενός πιθανώς παράφρονα, μεθυσμένου ή ό,τι άλλου που δεν μάθαμε ποτέ, δημιούργησε ένα εκρηκτικό, πολεμικό συμβάν που ομοιάζει σ’ εκείνα που καθένα θα ήθελε να ξεχάσει. Να πυρπολείς, όμως, σπίτια, για να κατακάψεις, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, τους κατοίκους τους ενώ μετατρέπεται σε άλογη μάζα το κατεξοχήν ιστορικό υποκείμενο, ο λαός, είναι βέβαια μια υπόθεση με βαθιές κοινωνικές και οικονομικές ρίζες. Μια υπόθεση που καλλιεργείται με τις άοκνες προσπάθειες εκείνων που έχουν το μαχαίρι και το καρπούζι, τα φράγκα δηλαδή και τους μηχανισμούς της προπαγάνδας. Όπως κάποτε οι «διεφθαρμένοι» Εβραίοι, με συνωμοσίες, άρπαζαν τους κόπους των Αρίων, έτσι και σήμερα οι μετανάστες και οι πρόσφυγες πίνουν, τάχα, το αίμα και παίρνουν τα επιδόματα και τις δουλειές απ’ τον κοσμάκη. Ο κοινωνικά παραγόμενος πλούτος που δεν επιστρέφεται, μέσω φορολόγησης κ.ο.κ., στην κοινωνία, παύει να είναι μια βαθιά πολιτική υπόθεση που πρέπει να απασχολήσει τους λαούς. Για όλα φταίνε οι «καταραμένοι».
Έπιασε δουλειά, λοιπόν, ο πασίγνωστος ακροδεξιός Τόμι Ρόμπινσον, ο οποίος λέγεται ότι πρωτοδημοσίευσε το βίντεο της επίθεσης καλώντας παράλληλα σε μαζικές συγκεντρώσεις. Από κοντά κι ο, μη εξαιρετέος, Ελον Μασκ που αναδημοσίευσε την προτροπή του: ο ρόλος του κεφαλαίου, και τότε και τώρα, παραμένει ίδιος. Εργαλειοποιεί, υποκινεί, κερδοσκοπεί με την καταστροφή, πλειοδοτεί στον διχασμό των πληβείων.
Διότι «το ολοκληρωτικό καθεστώς δεν είναι παρά το προηγούμενο αστικό καθεστώς χωρίς τις αναστολές του», παραδίδει ο Μαξ Χορχάιμερ. Ένα καθεστώς που «στερεοποιεί τις ακραίες ταξικές διακρίσεις που παράγει αναπότρεπτα ο νόμος της υπεραξίας».
Οπότε, «όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό δεν πρέπει επίσης να μιλάει και για τον φασισμό».