Macro

Ιδρυτική Διακήρυξη του Δικτύου για την Υπεράσπιση της Δημόσιας Εκπαίδευσης

Δίκτυο για την Υπεράσπιση της Δηµόσιας Εκπαίδευσης

 

Ιδρυτική Διακήρυξη

 

Η υπεράσπιση της Δηµόσιας Εκπαίδευσης ως δηµόσιου αγαθού, όχι έτσι όπως είναι, αλλά όπως πρέπει να τη διαµορφώσουµε, ώστε να γίνει πιο ελκυστική και να ανταποκρίνεται ολοκληρωµένα στις σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας, αποτελεί χρέος αλλά και πρόκληση για κάθε προοδευτικό πολίτη.

 

Μια Δηµόσια Εκπαίδευση που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των:

  • Μαθητών και µαθητριών, ως σηµερινών παιδιών ή εφήβων µε τις ιδιαίτερες ανάγκες της ηλικίας τους αλλά και ως αυριανών πολιτών και εργαζοµένων,
  • Εκπαιδευτικών, ως λειτουργών που κράτησαν την εκπαίδευση όρθια σε αντίξοες συνθήκες, ιδιαιτέρως την περίοδο της κρίσης, οι οποίοι διαρκώς λοιδορούνται και ως εργαζόµενοι αισθάνονται αβοήθητοι στον ολοένα πιο απαιτητικό ρόλο τους,
  • Γονέων που εξακολουθούν να πιστεύουν στην αξία της Δηµόσιας Εκπαίδευσης, της µόρφωσης αλλά και γενικότερα της Παιδείας, και υποχρεώνονται σε υπέρµετρες θυσίες για τα παιδιά τους, λόγω περιορισµένου κοινωνικού κράτους ακόµη και στις καλύτερες εποχές της ελληνικής οικονοµίας.

 

Η υπεράσπιση της Δηµόσιας Εκπαίδευσης απαιτεί την αναζήτηση απαντήσεων στις πολλαπλές προκλήσεις οι οποίες αναδύονται από τις εκφάνσεις της νέας κοινωνικής πραγµατικότητας, όπως αυτές προκύπτουν από τις αλλαγές που επέφεραν και συνεχίζουν να επιφέρουν οι τεχνολογικές εξελίξεις.  Αυτές οι προκλήσεις έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σε µια περίοδο όπου επιχειρείται η συρρίκνωση του δηµοσίου χάριν του ιδιωτικού, της παιδείας χάριν της κατάρτισης, της γνώσης χάριν των δεξιοτήτων και, τελικά της δηµοκρατίας έναντι του κλιµακούµενου αυταρχισµού.

 

Η εµπειρία της περιόδου 2015-2019

 

Στη διάρκεια της περιόδου 2015-2019 έγιναν πολλά στον χώρο της εκπαίδευσης. Σε µια περίοδο βαθύτατης κρίσης, χωρίς τις απαιτούµενες πιστώσεις, µε τους εκπροσώπους της τρόικας αλλά και του ΟΟΣΑ να πιέζουν αφόρητα για ρυθµίσεις νεοφιλελεύθερου χαρακτήρα, µε µια δηµόσια διοίκηση απροετοίµαστη να ανταποκριθεί στις πρωτόγνωρες αυτές συνθήκες και παρά την έλλειψη εµπειρίας, έγιναν σηµαντικά βήµατα που αφορούσαν:

  • Τον εκδηµοκρατισµό των εκπαιδευτικών δοµών, ώστε να εξασφαλιστεί η εµπιστοσύνη και η δηµοκρατική συµµετοχή ως απαραίτητη προϋπόθεση ουσιαστικών αλλαγών
  • Την πρόσβαση περισσότερων νέων (µαθητών/τριών και φοιτητών/τριών) σε µία ποιοτικότερη δηµόσια και δωρεάν εκπαίδευση, µε στόχο την ενίσχυση της κοινωνικής κινητικότητας
  • Την επαναφορά των «αυτονόητων», όπως είναι η κανονική έναρξη της λειτουργίας των σχολείων τον Σεπτέµβριο µε ελάχιστα κενά σε προσωπικό, παρά τις δεδοµένες δυσκολίες και τις διαχρονικές παθογένειες του εκπαιδευτικού µας συστήµατος,
  • Τους µόνιµους διορισµούς διδακτικού προσωπικού, που επιτεύχθηκαν µετά από εντατικές και επίπονες διαπραγµατεύσεις µε τους εκπροσώπους των δανειστών, που κατέληξαν: α) σε συµφωνία για τον διορισµό 15.000 µόνιµων εκπαιδευτικών τα επόµενα τρία χρόνια και β) στην προκήρυξη (για πρώτη φορά!) 4.500 µόνιµων θέσεων στην Ειδική Αγωγή – στο πλέον αδύναµο τµήµα του Ελληνικού εκπαιδευτικού συστήµατος. Επιπλέον, τα χρόνια αυτά δόθηκαν 1.650 νέες θέσεις καθηγητών Πανεπιστηµίου, και για πρώτη φορά µετά το 2010, νοµοθετήθηκε η προκήρυξη 300 θέσεων που κενώνονται κάθε χρόνο στα Πανεπιστήµια από συνταξιοδοτήσεις.

 

Πολλά δεν έγιναν, για πολλούς και διαφορετικούς λόγους: δεν υπήρχε η απαιτούµενη πείρα, υπήρξαν αδυναµίες στη λήψη των αποφάσεων µέσα από συλλογικές διαδικασίες ή καθυστερήσεις, έγιναν λάθη και παραλείψεις, σε αρκετές περιπτώσεις υπήρξαν αντιστάσεις της διοίκησης ή ο δισταγµός και ο προβληµατισµός ως προς τις κοινωνικές αντιδράσεις εµπόδισαν τη δυναµική που  απαιτούσαν οι περιστάσεις.

Όµως, παρά τις δυσκολίες, θεσµοθετήθηκαν και πολλές εµβληµατικές ρυθµίσεις:

  • η υποχρεωτική δίχρονη προσχολική εκπαίδευση,
  • η πολύπλευρη ενίσχυση της ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης,
  • ο Ενιαίος τύπος Ολοήµερου Δηµοτικού και Ολοήµερου Νηπιαγωγείου µε τη γενίκευση του σχετικού προγράµµατος,
  • η επιλογή των σηµαιοφόρων στο Δηµοτικό µε κλήρωση από το σύνολο των µαθητών,
  • η «τσάντα στο σχολείο»,
  • η µείωση του φόρτου των εξετάσεων στο Γυµνάσιο και στο Λύκειο,
  • το πρόγραµµα «Μια Νέα Αρχή στα ΕΠΑΛ (ΜΝΑΕ)»,
  • η δηµιουργία νέων συλλογικών υποστηρικτικών δοµών για τα σχολεία και τους εκπαιδευτικούς, µε κυρίαρχα χαρακτηριστικά τη συλλογικότητα και τη διεπιστηµονική συνέργεια,
  • η δυνατότητα αυτοαξιολόγησης των σχολικών µονάδων,
  • η νέα δοµή της Γ΄ Λυκείου,
  • η δυνατότητα ελεύθερης πρόσβασης στα Πανεπιστήµια,
  • η νέα αρχιτεκτονική των Πανεπιστηµίων, µε την συνέργεια των Πανεπιστηµίων και ΤΕΙ, µε τα νέα Ερευνητικά Ινστιτούτα και τα διετή προγράµµατα επαγγελµατικής εκπαίδευσης για τους αποφοίτους των ΕΠΑΛ,
  • η εκπαίδευση των προσφυγόπουλων
  • η εκπαίδευση στις φυλακές
  • οι πρωτοφανείς ως προς το παρελθόν πόροι που διατέθηκαν για υποτροφίες σε υποψηφίους διδάκτορες, µεταδιδάκτορες και ερευνητικές οµάδες,
  • η ενίσχυση νέων επιστηµόνων, ώστε να αποκτήσουν ακαδηµαϊκή διδακτική εµπειρία,  η ίδρυση του Ελληνικού Ιδρύµατος Έρευνας και Καινοτοµίας (ΕΛΙΔΕΚ),
  • η ίδρυση του Εθνικού Κέντρου Επιµόρφωσης Εκπαιδευτικών.

 

Η νέα περίοδος

 

Η νέα περίοδος µετά τις εκλογές του 2019 µάς δίνει τη δυνατότητα αναστοχασµού ως προς τα πολλά θετικά που έγιναν και ως προς τα λάθη και τις παραλείψεις. Κυρίως όµως, µας δίνει τη δυνατότητα να προχωρήσουµε στην επεξεργασία θέσεων, αλλά και να αναδείξουµε νέα ερωτήµατα που απαιτούν συζήτηση και αναζητούν σύγχρονες και πειστικές απαντήσεις. Αυτό γίνεται ακόµη πιο επιτακτικό µετά την πανδηµία του κορονοϊού. Η νέα περίοδος µας δίνει επίσης τη δυνατότητα να µελετήσουµε εκτενέστερα τα εκπαιδευτικά συστήµατα, τις συνθήκες και τα δεδοµένα άλλων χωρών και να διεισδύσουµε σε βάθος στους νέους προβληµατισµούς που αναδεικνύονται στη χώρα µας αλλά και σε πολλές άλλες χώρες. Να συνδυάσουµε τη διεθνή εµπειρία και τα πορίσµατα της σύγχρονης εκπαιδευτικής έρευνας µε τις αξίες µας, να τα εµπλουτίσουµε και να τα «γειώσουµε» µε τη συλλογική  εµπειρία των ανθρώπων της εκπαιδευτικής πράξης, ενθαρρύνοντας τη συµµετοχή τους και να προχωρήσουµε σε διάλογο µε τους µαθητές/τριες, φοιτητές/τριες, εξασφαλίζοντας παράλληλα «χώρο» για να συν-διαµορφώσουν και αυτοί µε τη σειρά τους το µέλλον τους.

 

Η κυβέρνηση της Ν.Δ. στον χώρο της εκπαίδευσης έχει διπλή ατζέντα. Από τη µια προσπαθεί να ακυρώσει όσα έγιναν από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, επειδή δε θέλει να µείνει κάτι που να θυµίζει την κοινωνική γείωση αλλά και τη δηµοκρατική φιλοσοφία των µεταρρυθµίσεων που επιχειρήθηκαν και υλοποιήθηκαν. Από την άλλη επιδιώκει να επαναφέρει ή να καθιερώσει τους θεσµούς και να εδραιώσει τις αξίες που εξυπηρετούν τη νεοφιλελεύθερη πολιτική για την εκπαίδευση που έχει υλοποιηθεί στην Ευρώπη και έχει επιφέρει καταστροφικά αποτελέσµατα στην ποιότητα και προσβασιµότητα της εκπαίδευσης αλλά και στις εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών σε όλες τις βαθµίδες. Η κυβέρνηση σχεδιάζει ένα σχολικό σύστηµα µε έναν αδικαιολόγητα µεγάλο αριθµό εξετάσεων, οι οποίες θα λειτουργούν ως συνεχή φίλτρα των µαθητών/τριών και οδηγούν στην απώλεια της δυνατότητας για κοινωνική κινητικότητα, σε µία εκπαίδευση της κοινωνικής αναπαραγωγής και των ελίτ. Ευνοεί την επιδίωξη κάποιων καθηγητών στα Πανεπιστήµια να αµείβονται µε υπέρογκα ποσά, εκµεταλλευόµενοι προς ίδιον όφελος τις δοµές του δηµόσιου Πανεπιστηµίου και τις εκπαιδευτικές ανάγκες των νέων ανθρώπων.

 

Η κυβέρνηση κάνει συνεχείς επικλήσεις στην επιχειρηµατικότητα, την αριστεία, την εξωστρέφεια, την αξιοκρατία, την αξιολόγηση, την «τάξη» και την «επιστροφή στην κανονικότητα». Ευρέα κοινωνικά στρώµατα αλλά και πολλοί/ες εκπαιδευτικοί «ακούν» θετικά αυτές τις επικλήσεις και τη διαµορφούµενη ρητορική τους κάνοντας ακόµα δυσκολότερη αλλά και πιο επιτακτική από την πλευρά µας την αντίκρουση αυτών των επιχειρηµάτων.

 

Φοβικές αντιδράσεις σε αυτήν την πολιτική δεν πείθουν την κοινωνία, ούτε η σιωπή σχετικά µε τις αιτίες που γέννησαν σοβαρές παθογένειες στην εκπαίδευση µπορεί να κρύψει την ανάγκη για µια ειλικρινή συζήτηση που θα προσπαθεί να αναζητήσει αυτές τις αιτίες. Οι ατεκµηρίωτοι αφορισµοί δεν µας φέρνουν πιο κοντά στους πάµπολλους εκπαιδευτικούς που κράτησαν τόσα χρόνια όρθια την εκπαίδευση. Η κοινωνία µπορεί να πειστεί µόνο από συγκεκριµένες εναλλακτικές προτάσεις µε συνεκτική επιχειρηµατολογία και τεκµηρίωση. Αυτές, τελικά, θα αναδείξουν τη σηµασία της ανθρωπιστικής παιδείας ως παιδείας κριτικής και αναστοχαστικής. Οι εναλλακτικές προτάσεις δεν πρέπει να είναι ταυτισµένες µε την επαναφορά παλιών δοµών και εκπαιδευτικών πρακτικών, αλλά να αποτελούν νέες, σύγχρονες και δηµοκρατικές δυνατότητες που µπορούν να εφαρµοστούν µε έναν ρεαλιστικό τρόπο. Η δική µας απάντηση θα απαιτήσει επαναπροσδιορισµό πρακτικών και θέσεων, πάντα στο πλαίσιο των αξιών της Αριστεράς, µε βάση και την εµπειρία των τελευταίων πέντε ετών.

 

Στο πλαίσιο αυτό, η δηµιουργία του Δικτύου για την Υπεράσπιση της Δηµόσιας Εκπαίδευσης, επιδιώκει να λειτουργήσει καταλυτικά στη συζήτηση αυτών των ζητηµάτων και στη διαµόρφωση µιας «δεξαµενής σκέψης» για την επεξεργασία πολιτικών προτάσεων µε σηµείο αναφοράς την «επόµενη µέρα» της δηµόσιας εκπαίδευσης. Υπερασπιζόµαστε τη δηµόσια εκπαίδευση και πιστεύουµε ότι οι παρακάτω πέντε κατευθύνσεις µπορούν να αποτελέσουν το πλαίσιο προβληµατισµού του Δικτύου:

 

  1. Νέα ερωτήµατα και διεθνής εµπειρία. Η ανάδειξη νέων ερωτηµάτων για την εκπαίδευση, καθώς και η διαµόρφωση θέσεων οι οποίες µε ρεαλιστικό τρόπο δύνανται να εφαρµοστούν στη χώρα µας, σύµφωνα και µε τους αντίστοιχους θεωρητικούς προβληµατισµούς και τις συζητήσεις γύρω από τα θέµατα αυτά που εµφανίζονται και στις άλλες ευρωπαϊκές, και όχι µόνον, χώρες οι οποίες αντιµετωπίζουν αντίστοιχες προκλήσεις. Ο προβληµατισµός δεν µπορεί βέβαια να παραβλέψει το γεγονός ότι ο κορονοϊός ανέδειξε την αξία των δηµοσίων συστηµάτων υγείας και παιδείας, ανοίγει τη συζήτηση για αλλαγή υποδείγµατος για τη µετά τον κορονοϊό εποχή ειδικά στην Ευρώπη και κάνει ακόµα πιο επίκαιρη την ανάγκη της ενίσχυσης αυτών των δοµών στον αντίποδα των ιδεοληπτικών αγκυλώσεων του νεοφιλελευθερισµού.
  2. Ολοκληρωµένη τεχνικοοικονοµική προσέγγιση. Η εστίαση στην επεξεργασία παλαιότερων θέσεων, στις οποίες θα ενσωµατωθούν νέα στοιχεία που προέρχονται από τη µελέτη βιβλιογραφικών ή άλλων δεδοµένων που προέκυψαν τα τελευταία χρόνια στον διεθνή χώρο, σε αντιδιαστολή µε το νεοφιλελεύθερο µοντέλο. Σηµαντική παράµετρος των προτάσεων – προσεγγίσεων του Δικτύου θα πρέπει να είναι και η µελέτη ποσοτικών στοιχείων, συµπεριλαµβανοµένων και των ζητηµάτων κόστους των προτάσεων αυτών.
  3. Θεωρητική τεκµηρίωση και εκ νέου νοηµατοδότηση της Δηµόσιας Εκπαίδευσης. Η ανάδειξη όλων εκείνων των θεωρητικών και κοινωνικών προβληµατισµών που αποτελούν το υπόβαθρο για την υπεράσπιση της δηµόσιας εκπαίδευσης µε έµφαση στο χάσµα που υπάρχει µε το νεοφιλελεύθερο µοντέλο, η σύνδεσή τους µε όλες τις µορφές της κοινωνικής, πολιτικής και οικονοµικής ζωής του τόπου, καθώς και η διερεύνηση τρόπων επικαιροποίησής τους.
  4. Αποτίµηση εµπειρίας δηµοκρατικών εκπαιδευτικών αλλαγών. Η αποτίµηση των σηµαντικών παρεµβάσεων που έχουν γίνει τα χρόνια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και των αδυναµιών που εκδηλώθηκαν στην προσπάθεια εδραίωσης µιας ποιοτικής δηµόσιας εκπαίδευσης σε όλες τις βαθµίδες µε ταυτόχρονη κατανόηση του χαρακτήρα των δυσκολιών και των αντιστάσεων που συναντήσαµε.
  5. Συνθήκες και πολιτικό υποκείµενο. Η αποτίµηση της σηµερινής κατάστασης στο εκπαιδευτικό σύστηµα, όπως αυτή διαµορφώνεται από τις αλλαγές που επιφέρει η εφαρµογή της εκπαιδευτικής πολιτικής από την κυβέρνηση της ΝΔ και από τη συνεχή επίκληση εννοιών όπως η «αξιοκρατία», η «καινοτοµία», η «αριστεία», η «αξιολόγηση», η «εξωστρέφεια» µε µονοδιάστατη και συγκεκριµένη ιδεολογικά νοηµατοδότηση, ενταγµένη σε ένα σχέδιο παραπλάνησης και εντυπωσιασµού. Κεφαλαιώδους σηµασίας είναι ο δικός µας σχεδιασµός να προβλέπει τη διαµόρφωση βιωµατικών εµπειριών του πολιτικού υποκειµένου το οποίο θα συνδιαµορφώσει, θα αγωνιστεί και θα είναι σε θέση εντέλει να υπερασπιστεί τις αλλαγές.

 

 

Ένας από τους θεµελιώδεις στόχους του Δικτύου είναι να επεξεργαστεί και να προβάλει συγκεκριµένες θέσεις, προκειµένου να διαµορφώσει ένα ιδεολογικό και κοινωνικό µέτωπο ενάντια σε έναν πολυσύνθετο µηχανισµό απαξίωσης της δηµόσιας εκπαίδευσης. Υπάρχουν δυστυχώς πολλοί πολίτες οι οποίοι, ανεξάρτητα από τις κοµµατικές και ιδεολογικές τους πεποιθήσεις, υιοθετούν και εκφράζουν επιλογές που εκ των πραγµάτων υπονοµεύουν τη δηµόσια παιδεία και τους θεσµούς της. Χαρακτηριστικό παράδειγµα η νοοτροπία που αποδέχεται την αναγκαιότητα της παραπαιδείας για σχεδόν όλες τις βαθµίδες της πρωτοβάθµιας και δευτεροβάθµιας εκπαίδευσης, καθιστώντας εν τέλει την παραπαιδεία «αυτονόητη πραγµατικότητα» στον χώρο της  εκπαίδευσης. Η αλλαγή αυτών των νοοτροπιών χρειάζεται µεγάλη προσπάθεια. Μαζί, λοιπόν, µε τις αναλυτικές προτάσεις µας, προέχει και η ανάδειξη της πολυεπίπεδης σηµασίας της δηµόσιας εκπαίδευσης, ανεξάρτητα από τα υπαρκτά προβλήµατά της. Ειδικά δε ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τής «ελληνικής περίπτωσης», η εργαλειοποίηση της γνώσης, µε συνέπεια την υποβάθµιση του σχολείου και την εκχώρηση πρωτεύοντα ρόλου στα φροντιστήρια και στα ιδιαίτερα µαθήµατα, είναι από τα σοβαρότερα θέµατα που πρέπει να µελετηθούν σε βάθος. Οι απαντήσεις πρέπει να βασίζονται σε ψύχραιµες αποτιµήσεις της σύγχρονης ιστορικής πορείας αυτών των θεσµών, στα ποσοτικά δεδοµένα και τον κοινωνικό τους ρόλο, µακριά από «κυνήγι µαγισσών» και εύκολες γενικεύσεις.

 

Ωστόσο εκτιµούµε ότι, οι συζητήσεις στο Δίκτυο και η διαµόρφωση θέσεων, θα απαιτήσουν, ορισµένες φορές και ρήξεις µε παγιωµένες αντιλήψεις που υπάρχουν και στην Αριστερά, η οποία συχνά εµφανίζεται διστακτική στο να συζητήσει ορισµένα θέµατα, µολονότι αυτά αποτελούν αντικείµενο προβληµατισµού από διάφορες κοινωνικές οµάδες. Σύµφωνα µε τα παραπάνω λοιπόν, πρώτη και ιδιαίτερα σηµαντική αποστολή του Δικτύου αποτελεί η διαµόρφωση της ατζέντας συγκεκριµένων θεµάτων προς διερεύνηση, µιας θεµατολογίας στο πλαίσιο των στόχων που προαναφέρθηκαν, η συγκεκριµενοποίηση αυτών των στόχων καθώς και η ταξινόµησή τους σε υποκατηγορίες οι οποίες θα τύχουν συστηµατικής επεξεργασίας.

 

Πριν όµως από τη συζήτηση και τη βαθµιαία διαµόρφωση θέσεων, είναι αναγκαίο να συµφωνήσουµε ποια είναι τα συγκεκριµένα προβλήµατα που χρήζουν απαντήσεων: καµία «απάντηση» δεν θα πετύχει συναινέσεις, ακόµη και ανάµεσα σε πολίτες που πιστεύουν στη δηµόσια εκπαίδευση, εάν δεν ξεκινά από συµφωνία σχετικά µε τη σαφή διατύπωση των προβληµάτων που πρέπει να απαντηθούν. Δεν αρχίζουµε, προφανώς από το µηδέν. Υπάρχει όµως κατακερµατισµός, υπάρχουν προτάσεις που έχουµε ήδη επεξεργαστεί αλλά δεν είναι ολοκληρωµένες, ιδέες που χρήζουν βαθύτερης µελέτης, προτάσεις που δεν έχουν αξιοποιηθεί επαρκώς. Η Αριστερά είναι υποχρεωµένη να προχωρήσει σε αναλύσεις και συνθέσεις, να διερευνήσει τις δυνατότητες εφαρµογής τους µέσα από έναν συστηµατικό διάλογο, να προτείνει και να θέσει αξιακές και πολιτικές προτεραιότητες.

 

Στην επεξεργασία των θεµάτων αυτών πρέπει να ληφθεί υπόψη και ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό ή και παγκόσµιο πλαίσιο: καλούµαστε να «ξαναφανταστούµε» και να νοηµατοδοτήσουµε εκ νέου τη δοµή και το περιεχόµενο της δηµόσιας εκπαίδευσης µέσα σε µία νέα πραγµατικότητα που διαµορφώνεται από κοινωνικές συνθήκες που τώρα µορφοποιούνται: οι τεχνολογικές εξελίξεις που µετασχηµατίζουν καθηµερινά τον έντυπο, βιβλιοκεντρικό µας πολιτισµό επιφέρουν ήδη καταλυτικές αλλαγές. Το πώς παράγεται και διαδίδεται η νέα γνώση µεταλλάσσει ριζικά το πλαίσιο αλλά και την ουσία κάθε απόπειρας άσκησης πολιτικής στο πεδίο της εκπαίδευσης. Στο πλαίσιο αυτό τίθενται αµείλικτα ερωτήµατα ως προς ορισµένες από τις θεµελιώδεις λειτουργίες ενός εκπαιδευτικού συστήµατος: τι συνιστά διδακτέα ύλη, τι συνιστά «βιβλίο», πώς διαµορφώνονται οι σχέσεις ανάµεσα σε διδάσκοντες και διδασκόµενους, πώς παράγεται η νέα γνώση, πώς προσλαµβάνεται η γνώση και η πληροφορία στην κοινωνία της πληροφορίας, πώς µετουσιώνεται η πληροφορία σε γνώση, κ.ά.

 

Για όλα τα παραπάνω δεν υπάρχουν έτοιµες συνταγές για την επόµενη µέρα. Υπάρχει, όµως η διάθεση για εξαντλητικές συζητήσεις, µακριά, από δογµατισµούς και συντεχνιασµούς. Υπάρχει σήµερα µία κυβέρνηση της ΝΔ µε συγκεκριµένη πολιτική στόχευση, κυρίαρχα στοιχεία της οποίας δεν είναι µόνον η απαξίωση της δηµόσιας εκπαίδευσης αλλά και η επαναφορά µιας σκοταδιστικής ιδεολογίας και στον χώρο της εκπαίδευσης. Απέναντι σε αυτή την επέλαση ενός ακραίου συντηρητισµού, οφείλουµε να εντείνουµε τις προσπάθειες εναργούς και πειστικού εντοπισµού των σχετικών διακυβευµάτων και (ανα)διατύπωσης λύσεων µε πνοή, σαφές δηµοκρατικό και κριτικό πρόσηµο αλλά και δυνατότητα άµεσης εφαρµογής.

 

Η δεύτερη φάση λειτουργίας του Δικτύου, µετά τη διαµόρφωση της θεµατολογίας, περιλαµβάνει τη δηµιουργία οµάδων εργασίας για κάθε ένα από τα ζητήµατα της ατζέντας. Θα ακολουθήσουν µικρές ανοιχτές συσκέψεις σε διαφορετικά µέρη της Ελλάδας γύρω από τα συγκεκριµένα ζητήµατα, µε στόχο την περαιτέρω βελτίωση και τον εµπλουτισµό των προτάσεων. Οριζόντια επιδίωξη θα είναι η διαµόρφωση µόνιµων πυρήνων δικτύωσης σε όλη την Ελλάδα, µε πυρήνες ενδιαφεροµένων κατά θέµα ή συνολικά, µε παραδοσιακές δικτυώσεις αλλά µε διαφάνεια και αξιοποίηση των σύγχρονων τεχνολογιών.

 

Το Δίκτυο δεν αποτελεί µία κοµµατική ή κοινοβουλευτική δοµή. Είναι µια δοµή που φιλοδοξεί να εξελιχθεί σε ένα χώρο ανταλλαγής απόψεων, κοινοποίησης θέσεων που θα προκύπτουν από τη συλλογή και επεξεργασία αξιόπιστων στοιχείων και την ανάπτυξη  επιχειρηµάτων, που θα οδηγήσουν στη σύνθεση προτάσεων διαµόρφωσης πολιτικής για τη δηµόσια εκπαίδευση. Με άλλα λόγια, πρόκειται για δοµή που επιχειρεί να διευρύνει τις δυνατότητες συσπείρωσης των προοδευτικών πολιτών γύρω από θέµατα που αφορούν τη δηµόσια εκπαίδευση, να πείσει ότι η διαµόρφωση πολιτικών θέσεων απαιτεί επιµελή και ιδιαίτερα σοβαρή αξιακή εµβάθυνση, ιδεολογική πλαισίωση αλλά και ποσοτική τεκµηρίωση, να εγγυηθεί ότι οι προτάσεις και  η συµβολή  όσων εµπλακούν στο εγχείρηµα δεν θα αγνοηθούν.

 

Εποµένως, το Δίκτυο θα λειτουργεί περισσότερο ως µία «δεξαµενή σκέψης», για την επίτευξη των παραπάνω στόχων. Επισηµαίνουµε ότι η εναλλακτική πολιτική επικοινωνία δεν µπορεί να αποδώσει ακόµη και µε τα καλύτερα επιχειρήµατα αν δεν υπάρχει βιωµατική εµπειρία. Στη σηµερινή εποχή του καταιγισµού των πληροφοριών όπου κυριαρχεί η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, κάθε εναλλακτική ιδέα χάνεται ή απλά ξεχνιέται έστω και αν πείσει προσωρινά κάποιους/ες. Γι’ αυτόν το λόγο, κάθε συνολικό ή επιµέρους σχέδιο δράσης θα πρέπει να εµπεριέχει τη διασφάλιση της συµµετοχής των ενδιαφεροµένων, όχι µόνο για την καλύτερη επεξεργασία των θέσεων, όπως υποστηρίζει η δηµοκρατική ριζοσπαστική αριστερά, αλλά και για τη διαµόρφωση πολιτικού υποκειµένου και δικτύου που θα διεκδικεί, θα διορθώνει, θα υπερασπιζεται τα βιώµατά του.

 

Μάιος 2020

 

Ιδρυτικά Μέλη

Αθανασιάδης Χάρης, Καθηγητής Τμήματος Φιλοσοφίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Διευθυντής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Δημόσια Ιστορία» του ΕΑΠ

Αθανασίου Αθηνά, Καθηγήτρια Τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Αθανασόπουλος Γιώργος, Δάσκαλος

Αϊβαλιώτης Βασίλης, Φυσικός, πρώην Διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Λασιθίου

Αλεβιζοπούλου Έφη, Φιλόλογος, 2ο Γυμνάσιο Αγίου Νικολάου, μέλος Δ.Σ. ΕΛΜΕ Λασιθίου

Αναστασοπούλου Ελένη, Νηπιαγωγός, πρώην Περιφερειακή Διευθύντρια Εκπαίδευσης Θεσσαλίας

Ανδριώτης Νίκος, Φιλόλογος, Πειραματικό Σχολείο Πανεπιστημίου Αθηνών

Βαβούλη Σταματίνα, Δασκάλα, Διευθύντρια 3ου Δημοτικού Σχολείου Ασπροπύργου

Βαϊου Ντίνα, Ομότιμη Καθηγήτρια, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

Βαλλιάνος Διονύσης, Χημικός, 1ο Γενικό Λύκειο Γέρακα

Βαφέας Νίκος, Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήματος Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Βεντούρας Ερρίκος, Καθηγητής Τμήματος Μηχανικών Βιοϊατρικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Βιδάκη Ειρήνη, Δασκάλα, Συντονίστρια Εκπαιδευτικού Έργου ΠΕ.Κ.Ε.Σ Κρήτης

Βογιατζής Κώστας, Μαθηματικός , πρώην μέλος του Δ.Σ. της ΟΛΜΕ

Βραχνάκης Μιχάλης, Καθηγητής Τμήματος Δασολογίας, Επιστημών Ξύλου και Σχεδιασμού, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Γαβρόγλου Κώστας, Ομότιμος Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρώην Υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων,

Γαρύφαλος Αλέξανδρος, Καθηγητής Ιατρικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Γεωργαντάς Ηλίας, Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Γεωργόπουλος Πανάγος, Μαθηματικός, Ιδιωτική Εκπαίδευση

Γεωργουδής Στράτος, Φυσικός, Υπεύθυνος Εκπαιδευτικών Θεμάτων ΟΙΕΛΕ

Γιγουρτάκης Νίκος Αρχαιολόγος – Φιλόλογος, Διευθυντής επί τιμή της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ηρακλείου

Γκοράνης Πολύδωρος, Επίκουρος Καθηγητής Τμήματος Ρωσικής γλώσσας και Φιλολογίας και Σλαβικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Δαμιανός Πέτρος, Σύμβουλος-Συντονιστής Εκπαίδευσης στο Κέντρο Κράτησης Νέων Αυλώνα

Δημητρακόπουλος Θοδωρής, Δάσκαλος

Δημητριάδου Κατερίνα, Καθηγήτρια Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας

Δημητρίου Στέφανος, Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Δημητρίου Χρήστος, Δάσκαλος, πρώην Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης Στερεάς Ελλάδας

Διάλλα Άντα, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Τμήματος Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης, Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών

Δρακοπούλου Πάνυ, Διευθύντρια Καλλιτεχνικού Γυμνασίου Κερατσινίου- Δραπετσώνας

Δρόσος Διονύσης, Καθηγητής Τμήματος Πολιτικών Επιστημών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Ζάγκα Ελευθερία, Φιλόλογος, Συντονίστρια Εκπαιδευτικού Έργου, 2ο ΠΕ.Κ.Ε.Σ Κεντρικής Μακεδονίας

Ζαρκάδης Γιάννης, Καθηγητής Ιατρικής, Πανεπιστήμιο Πάτρας

Ζαφειροπούλου-Καρατζόγλου Φιλαρέτη, Επίκουρη Καθηγήτρια Τμήματος Μαθηματικών, Πανεπιστήμιο Πατρών

Ζερβάκης Στέλιος, Διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Χανίων

Ζέρβας Δημήτρης, Μαθηματικός

Ζιάκα Αγγελική, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Τμήματος Θεολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Θεμελή Όλγα, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Τμήματος Ψυχολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Θεοχαρίδη Αριάδνη, Νηπιαγωγός, Γ.Γ. Συλλόγου Δασκάλων και Νηπιαγωγών Βόνιτσας Θεριανός Κωστας, Εκπαιδευτικός

Καβάλα Μαρία, Επίκουρη Καθηγήτρια Τμήματος Πολιτικών Επιστημών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Καζόγλου Γιάννης, Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήματος Δασολογίας, Επιστημών Ξύλου και Σχεδιασμού, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Καϊδατζής Ακρίτας, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Νομικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, πρώην Γενικός Γραμματέας της Κυβέρνησης

Καλαρχάκη Βασιλεία, Δασκάλα, Διευθύντρια 3ου Δημοτικού Σχολείου Ζεφυρίου

Καλατζή Ράνια, Καθηγήτρια Πληροφορικής, Γενική Διευθύντρια Σιβιτανιδείου ΔΣΤΕ

Καλφοπούλου Κατερίνα, Μαθηματικός, Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας, Μυτιλήνη

Καραγιάννη-Καραγιαννοπούλου Ευαγγελία, Καθηγήτρια Ψυχολογίας, Κοσμητόρισσα Σχολής Κοινωνικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Καραγιαννίδης Μιχάλης, Δάσκαλος, Συντονιστής Εκπαίδευσης Προσφύγων , Κεντρική Μακεδονίας

Καρασαββόγλου Αναστάσιος, Καθηγητής Τμήματος Λογιστικής και

Χρηματοοικονομικής, Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδας

Κατσαρδή Βανέσσα, Επίκουρη Καθηγήτρια Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Κατσούρας Σταύρος, Κοινωνιολόγος, 1ο ΕΠΑΛ Ν. Ιωνίας Μαγνησίας, αιρετό μέλος του ΠΥΣΔΕ Μαγνησίας

Κονταξής Αθανάσιος, Μηχανολόγος- Μηχανικός, πρώην Σχολικός Σύμβουλο

Κορωναίου Αλεξάνδρα, Καθηγήτρια Κοινωνιολογίας, Κοσμητόρισσα Σχολής Κοινωνικών Επιστημών, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Κόττας Θοδωρής, Μαθηματικός, συνταξιούχος Εκπαιδευτικός, Ηράκλειο

Κουγέας Σωκράτης, Φιλόλογος, Ιδιωτική Εκπαίδευση

Κουζέλης Μάκης, Καθηγητής Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Κουλούρας Πέτρος, ΕΔΙΠ Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Κούνγκολος Σάκης, Καθηγητής Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Κουτσονίκος Γιάννης, Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήματος Διοίκησης Τουρισμού, Πανεπιστήμιο Πατρών

Κρεστενίτης Γιάννης, Καθηγητής Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Κροκίδης Μίλτος, Επίκουρος Καθηγητής Ιατρικής, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Κυπάρος Αντώνης, Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήματος ΤΕΦΑΑ Σερρών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Κωνσταντάτος Σπύρος, Φιλόλογος, πρώην Προϊστάμενος Διεύθυνσης Σπουδών

Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στο Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων

Λαδά Σάσα, Ομότιμη Καθηγήτρια, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Λάσπας Τάσος Δάσκαλος, Διευθυντής στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας, Φυλακών Νιγρίτας

Λασπίδου Χρυσή, Καθηγήτρια Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Λεοντοπούλου Παρασκευή, Θεολόγος, Διευθύντρια στο Ζάννειο Πειραματικό Λύκειο Πειραιά

Λουκάς Ευάγγελος (Άκης), Μαθηματικός, αιρετός στο ΑΠΥΣΔΕ Κεντρικής Μακεδονίας

Λούμος Ηλίας, Φιλόλογος, Εσπερινό Γυμνάσιο Άνω Λιοσίων

Μάγος Κωνσταντίνος, Αναπληρωτής Καθηγητής Παιδαγωγικού Τμήματος Προσχολικής

Εκπαίδευσης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Μακατουνάκης Νίκος, Δάσκαλος, Διευθυντής Δημοτικού Σχολείου Τυλίσου Κρήτης, Μέλος Νομαρχιακού Τμήματος ΑΔΕΔΥ

Μακράκης Γεώργιος, Δάσκαλος , Πρόεδρος του Συλλόγου Εκπαιδευτικών

Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης «Δ. Θεοτοκόπουλος», μέλος της Ε.Ε. ΑΔΕΔΥ

Μαντζαρίδου Αρχοντία, Δασκάλα, Συντονίστρια Εκπαιδευτικού Έργου στο 6ο ΠΕ.Κ.Ε.Σ Αττικής

Μεντζίνης Νίκος Δάσκαλος, πρώην Πρόεδρος Συλλόγου Εκπαιδευτικών Ν. Ηρακλείου «Δ. Θεοτοκόπουλος», πρώην Πρόεδρος Νομαρχιακού Τμήματος ΑΔΕΔΥ Ηρακλείου

Μητσός Αχιλλέας, Ομότιμος Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, πρώην Γενικός Γραμματέας Έρευνας και Τεχνολογίας

Μουντράκη Άννα, Δασκάλα, Διευθύντρια στο 3ο Δημοτικό Σχολείο Αγίου Νικολάου

Μουστάκας Γιώργος, πρώην Προϊστάμενος Διεύθυνσης Σπουδών Επαγγελματικής

Εκπαίδευσης Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων

Μουτζούρογλου Νίκη, Νομικός

Μπάγκος Παντελής, Καθηγητής Τμήματος Πληροφορικής με εφαρμογές στην Βιοϊατρική, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Μπαλτζής Κώστας, ΕΔΙΠ, Τομέας Εφαρμογών Φυσικής και Φυσικής Περιβάλλοντος,

Τμήμα Φυσικής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Μπελιά Ελένη, Δασκάλα

Μπελιά Στέλλα, Νηπιαγωγός

Μπερνιδάκης Ιωάννης, Καθηγητής Ηλεκτρολογίας, Διευθυντής 6ου ΕΠΑΛ Πειραιά Μπισδούνης Λάμπρος, Καθηγητής Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και

Μηχανικών Υπολογιστών, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Μπόγρης Αντώνης, Καθηγητής Τμήματος Μηχανικών Πληροφορικής και Υπολογιστών, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Μπουγιελέκας Γιώργος, Μαθηματικός, Ιδιωτική Εκπαίδευση

Μυλόπουλος Γιάννης, Καθηγητής Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών, πρώην Πρύτανης Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Μυλόπουλος Νικήτας, Καθηγητής Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Μυλωνίδης Ευθύμης, Δάσκαλος, Πρόεδρος Συλλόγου Δασκάλων και Νηπιαγωγών Βόνιτσας

Μυρίδου Έλσα, Φιλόλογος, 13ο Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης

Νικολάου Γιώργος, Καθηγητής Τμήματος Επιστημών της Εκπαίδευσης και Κοινωνικής Εργασίας, Πανεπιστήμιο Πατρών

Οικονόμου Ειρήνη, Εκπαιδεύτρια ενηλίκων

Παναγιώτης Πεφάνης, Φυσικός, Συντονιστής Εκπαιδευτικού Έργου και Οργανωτικός Συντονιστής στο 6ο ΠΕΚΕΣ Αττικής

Παναγόπουλος Αλκιβιάδης, Καθηγητής Τμήματος Διοίκησης Τουρισμού, Πανεπιστήμιο Πατρών

Παπαδή Μαρίνα, Κλινικός Ψυχολόγος, πρώην Επιστημονική Υπεύθυνη των Τμημάτων ΔΕ του ΥΠΑΙΘ στο 18 ΑΝΩ

Παπαδοπούλου Έλενα, Καθηγήτρια Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων, Πολυτεχνείο Κρήτης

Παπανικολάου Αθηνά, Φιλόλογος, 17ο Λύκειο Θεσσαλονίκης

Παρασκευόπουλος Νίκος, Ομότιμος Καθηγητής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης

Παυλίδης Μιχάλης, Καθηγητής Τμήματος Βιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Πυρουνάκης Κλήμης, πρώην Διευθυντής Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας Γυναικείων

Φυλακών Ελεώνα Θηβών, Συντονιστής Δικτύου Στήριξης Φυλακισμένων και

Αποφυλακισμένων Γυναικών, συνταξιούχος Θεολόγος

Ρατκίδου Φωτεινή, Νηπιαγωγός, αιρετή στο ΠΥΣΠΕ Ν. Σερρών

Ρηγάκης Ζαχαρίας, Καθηγητής Φυσικής Αγωγής, Πρόεδρος της ΕΛΜΕ Ηρακλείου

Σαντουρίδης Ηλίας, Καθηγητής Τμήματος Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Σαριδάκης Γιάννης, Καθηγητής, Σχολή Μηχανικών Παραγωγής και Διοίκησης, Πολυτεχνείο Κρήτης

Σάρρος Κώστας Δάσκαλος, Διευθυντής 14ου Δημοτικού Σχολείου, Ρέθυμνο

Σιγάλας Μιχάλης, Καθηγητής Τμήματος Χημείας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο

Θεσσαλονίκης, Πρόεδρος Δ.Σ. του Κέντρο Διάδοσης Επιστημών και Μουσείο Τεχνολογίας ΝΟΗΣΙΣ

Σίμος Γιώργος, Καθηγητής Ιατρικής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Σκάγιαννης Παντελής, Καθηγητής Τμήματος Μηχανικών Χωροταξίας Πολεοδομίας και

Περιφερειακής Ανάπτυξης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Σκλαβενίτης Στάθης, Φυσικός, 2ο Γενικό Λύκειο Περάματος

Σκουλαρίκη Αθηνά, Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Σπανού Μαρία, Νηπιαγωγός

Σπουρδαλάκης Μιχάλης, Καθηγητής Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Σταθοπούλου Χαρά, Φιλόλογος, 41ο Γυμνάσιο Αθήνας

Σταμάτης Κώστας, Καθηγητής Νομικού Τμήματος, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Σταμπουλής Γιώργος, Επίκουρος Καθηγητής Τμήματος Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Σταυρακάκης Γιάννης, Καθηγητής Τμήματος Πολιτικών Επιστημών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Στεφάνου Ευριπίδης, Ομότιμος Καθηγητής , πρώην Πρύτανης Πανεπιστημίου Κρήτης

Στογιάννη Αναστασία, Γυμνάστρια, Διευθύντρια 52ου Γυμνασίου, Αθήνα

Στυλιανού Άρης, Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήματος Πολιτικών Επιστημών,

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Τερζάκης Γιώργος, Δάσκαλος, πρώην Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης Κρήτης

Τζιτζικάκης Παναγιώτης, Φιλόλογος, Ιδιωτική Εκπαίδευση

Τριάντης Δήμος, Καθηγητής Τμήματος Ηλεκτρολόγων και Ηλεκτρονικών Μηχανικών, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Τρούλης Γιώργος, Δάσκαλος, Αντιπρόεδρος Δ.Σ. της ΔΟΕ

Τσακνάκη Σοφία, Φιλόλογος, 17ο Λύκειο Θεσσαλονίκης

Τσαφταρίδης Νικόλας, MA, Phd ΕΕΠ Μουσικής Αγωγής, Τμήμα Εκπαίδευσης και

Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία, Σχολή Επιστημών της Αγωγής, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Τσίκιζα Έλενα, Φιλόλογος, Διευθύντρια 2ου Πειραματικού Γενικού Λυκείου Αθήνας

Τσιλίκας Γιάννης, Ερευνητής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής

Τσιριγώτης Γιώργος, Καθηγητής Τμήματος Μηχανικών Παραγωγής & Διοίκησης, Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδος

Τσώνος Χρήστος, Καθηγητής Τμήματος Φυσικής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Φωτάκης Κώστας, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης, πρώην Αναπληρωτής Υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων

Φωτεινού Αγγελική, Φιλόλογος, πρώην Περιφερειακή Διευθύντρια Εκπαίδευσης Ηπείρου

Χαρισιάδης Σπύρος, Φυσικός, Διευθυντής 5ου Γενικού Λυκείου Νίκαιας

Χατζηευθυμίου Αποστολία, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιατρικής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Χατζηθεοδώρου Γιώργος, Ειδικός Παιδαγωγός, Προϊστάμενος ΚΕΣΥ Ξάνθης

Χατζημιχάλης Κωστής, Ομότιμος Καθηγητής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο

Χατζηπαναγιώτου Μανόλης, Δάσκαλος

Χόρτης Σωτήρης, Φυσικός, Γενικό Λύκειο Λευκάδας, μέλος Δ.Σ. της ΕΛΜΕ Λευκάδας

Χουλιάρας Βασίλης, Δάσκαλος, Ναύπακτος Αιτωλοακαρνανίας

Χριστινάκη Όλγα, Νομικός, Πρόεδρος Ενώσεως Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων Δήμου Δάφνης Υμηττού

Χρονάκη Άννα, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Παιδαγωγικού Τμήματος Προσχολικής Εκπαίδευσης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας