Macro

Ιάσονας Χανδρινός: Οι Γερμανοί και ο κατοχικός εμφύλιος 1943-1944

Στο πλαίσιο της καταπολέμησης του αντιστασιακού κινήματος στην Ελλάδα, οι γερμανικές κατοχικές δυνάμεις, από το φθινόπωρο του 1943 και ως το τέλος της Κατοχής, άρχισαν να εφαρμόζουν συστηματικά μια «διαιρετική» στρατηγική προπαγάνδας, η οποία αντανακλούσε και στις πράξεις αντιποίνων και η οποία έμελλε να έχει καταστροφικές συνέπειες για το μέλλον της Ελλάδας. Οι γερμανικές διοικήσεις των Ες-Ες έθεσαν επίσημα υπό τις διαταγές τους όλες τις ελληνικές δυνάμεις ασφαλείας –Χωροφυλακή, Αστυνομία, Τάγματα Ασφαλείας και Ευζώνων– και όρισαν αντίστοιχες «ταρίφες αίματος» σε περιπτώσεις επιθέσεων εναντίον τους. Τα Ες-Ες διεύρυναν το πεδίο αρμοδιοτήτων τους, ώστε να καλύπτει συνολικά την «πολιτική επίβλεψη του ελληνικού λαού και την καταστολή των πολιτικών αναταραχών»[1]. Αυτή η επέκταση συνδυάστηκε με μια ιδεολογική εκλέπτυνση των μέτρων εξιλασμού, δηλαδή τα αντίποινα: Σε μια σύσκεψη της Ομάδας Στρατιών Ε στις 9 και 10 Δεκεμβρίου 1943, ο επιτελάρχης της Ε, υποστράτηγος Άουγκουστ Βίντερ, επισήμανε με μεγάλη κυνικότητα τα εξής: «Δυστυχώς, δεν είναι δυνατόν να αποκεφαλιστούν όλοι», καθώς αυτό θα οδηγούσε «μόνο στην αύξηση της εγκληματικότητας. Επομένως, θα ήταν πιο σκόπιμο να δολοφονηθούν οι «πολιτικά σωστοί άνθρωποι», δηλαδή τα μέλη της κομμουνιστικής αντίστασης και οι συγγενείς τους[2].

Έκτοτε, τα αντίποινα αποτέλεσαν προνομιακό πεδίο εφαρμογής της στρατηγικής των Γερμανών να διαιρέσουν τον ελληνικό πληθυσμό σε «κομμουνιστές» και «εθνικιστές». Η στρατηγική αυτή κοινοποιούνταν μέσα από μια καλά ενορχηστρωμένη αντικομμουνιστική προπαγάνδα, η οποία σκόπιμα υπογράμμιζε τον «κομμουνιστικό χαρακτήρα του ελληνικού κινήματος των συμμοριών»[3] και η οποία κέρδισε έδαφος σε σημαντικό μέρος του ελληνικού πληθυσμού, όπως προκύπτει και από τη ριζοσπαστικοποίηση του δοσιλογισμού, σε πολιτικό/ιδεολογικό και επιχειρησιακό επίπεδο την κρίσιμη χρονιά 1943-1944. Η τρίτη και τελευταία κυβέρνηση συνεργατών με επικεφαλής τον Ιωάννη Ράλλη έγινε ισχυρός πόλος συσπείρωσης των αντικομμουνιστικών δυνάμεων στην κατεχόμενη χώρα, οπλίζοντας νέα στρατιωτικά σώματα (τα Τάγματα Ασφαλείας), και αναμορφώνοντας ριζικά τον κρατικό μηχανισμό στην κατεύθυνση του μέχρις εσχάτων πολέμου εναντίον της ΕΑΜικής Αντίστασης. Πέρα από τη θεσμική θωράκιση των Σωμάτων Ασφαλείας (που εκκαθαρίστηκαν από «ύποπτα» ή «φιλοκομμουνιστικά» στοιχεία), δοσιλογικά σώματα άρχισαν να συμμετέχουν όλο και πιο ενεργά σε τακτικές εκτελέσεις, εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και θανατώσεις αμάχων «υπόπτων για συμμοριακή δράση», καλλιεργώντας παντού στον πληθυσμό την σκοπιμότητα του αντικομμουνιστικού αγώνα και εντάσσοντας στη δική τους προπαγάνδα πραγματικές ή φανταστικές «σφαγές» από τον ΕΛΑΣ. Ακόμα και δύο από τις πλέον πολύνεκρες μάχες του ΕΛΑΣ εναντίον των Γερμανών, οι επιθέσεις σε Άμφισσα (2 Ιουλίου 1944) και Αμφιλοχία (13/14 Ιουλίου 1944), έφταναν στην Αθήνα φιλτραρισμένες από αναφορές των τοπικών ελληνικών αρχών και της Χωροφυλακής, η οποία εκθείαζε την γενναιότητα των γερμανών στρατιωτών στον «κοινό» αγώνα στο πλευρό των «εθνικών δυνάμεων» για την υπεράσπιση των πόλεων κατά των «αναρχικών»![4] Σε αυτό το πλαίσιο, εκτελέσεις, όπως αυτή των 200 κομμουνιστών την 1η Μαΐου 1944 στην Καισαριανή, δεν μπορούσαν παρά να γίνουν δεκτές έως και με ενθουσιασμό από τις πολιτικές και κοινωνικές εκείνες δυνάμεις –οργανωμένες ή μη– οι οποίες προσδιορίζονταν ιδεολογικά πλέον μέσα από την υστερία για μια ενδεχόμενη «κομμουνιστική» επανάσταση. Τον Οκτώβριο του 1944, οι αποχωρούσες γερμανικές δυνάμεις άφησαν πίσω τους, εκτός από ανυπολόγιστες καταστροφές και θύματα, έναν συσπειρωμένο και ριζοσπαστικοποιημένο «εθνικόφρονα» χώρο, ο οποίος θα πρωταγωνιστούσε στα Δεκεμβριανά και στον Εμφύλιο Πόλεμο 1946-1949 απολαμβάνοντας όχι μόνο αναγνωρίσεις και ηθικές αμοιβές, αλλά και την επωφελή διαπλοκή του με το κράτος τουλάχιστον ως τις αρχές της δεκαετίας του ‘80. Η κληρονομιά αυτού του χώρου, η συγκρότηση του οποίου οφείλει πολλά στη στοργικότητα των Ες-Ες, είναι ορατή και στο σήμερα.
Σημειώσεις:
1. Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο [Barch], RW 40/116 b, Τελική έκθεση σχετικά με τη δραστηριότητα της στρατιωτικής διοίκησης στην Ελλάδα, σ. 44-47.
2. Martin Seckendorf, Europa unterm Hakenkreuz. Die Okkupationspolitik des deutschen Faschismus in Jugoslawien, Griechenland, Albanien, Italien und Ungarn (1941–1945), Βερολίνο/Χαϊδελβέργη 1992, τόμος 6, σ. 72.
3. Πολιτικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών [PAAA], RAV Bern 3556, Υπουργείο Εξωτερικών – Kult. Pol. Fü. St. 6951 LV προς τη γερμανική πρεσβεία στη Βέρνη, 10.5.1944.

4. Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου ΥΠΕΞ [ΥΔΙΑ], Φάκελος 2: Κατοχική Κυβέρνηση 1943-1944, υποφ. 2.5, Νομαρχία Βοιωτίας προς Γ.Γ. Υπουργείου Εσωτερικών. Α.Π. 117. Λιβαδειά, 6.7.1944. Για την Αμφιλοχία, βλ. Ευάγγελος Τζούκας, Λάμπρος Φλιτούρης, «Η μάχη της Αμφιλοχίας (1944) από τη σκοπιά της Χωροφυλακής. Πολιτικές της συνεργασίας και πρακτικές ενοποίησης του «εθνικόφρονος» χώρου, στο: Κωνσταντίνα Μπάδα – Θανάσης Δ. Σφήκας (επιμ.), Κατοχή-Αντίσταση-Εμφύλιος. Η Αιτωλοακαρνανία στη δεκαετία 1940-1950, Παρασκήνιο, Αθήνα 2010, σ. 89-98.